Αριθμός 776/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "G. L.", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Φ. Α. Ε. Ε. Α. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «Ε. Φ. Α..Ε..", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Γουλιέλμο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Ευθύμιο Καυκόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ADIDAS HELLAS A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Τζιούμα, Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Κρίτωνα Μεταξόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5250/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 636/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/4/2017 αίτησή της και τους από 29/6/2018 πρόσθετους λόγους αυτής. Με την υπ' αριθμ. 65/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 65/2022 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου νόμιμα επανεισάγεται για συζήτηση η κρινόμενη, από 7-4-2017, αίτηση για αναίρεση της 636/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθόσον μετά τη συζήτησή της, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο της 1ης Οκτωβρίου 2018, κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη, Αγγελικής Τζαβάρα, η οποία είχε συμμετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου ως Εισηγήτρια. Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 636/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της 2-4-2015 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 5250/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 9-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι από 29-6-2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής, που, κατ' ορθή εκτίμηση, στρέφονται κατά της ίδιας, ως άνω, τελεσίδικης απόφασης, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11-7-2018 (Αριθ. Έκθ. Καταθ. 53/11-7-2018) και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (βλ. την 7364Β/12-12-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιώς, Β. Κ.), σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ. 2 εδαφ. α και β, όπως η παρ. 2 του άρθρου αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 120 Ν. 4842/2021), καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς δίκες, όπως η παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2 β του ίδιου Ν. 4842/2021, όπως τούτο διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022. Κατ' ακολουθία, οι παραπάνω πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (ΑΠ 817/2019, ΑΠ 580/2019), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 236/2020) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό. Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρέωσης, ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξίωσης), όπου το θεμελιωτικό της αξίωσης πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ' αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι' αυτό δε και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας. Αν δηλαδή, στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν ν' αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Τούτο, διότι η διάταξη του εδ. β' του άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια, μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας) (βλ. Ολ ΑΠ 2088/1986, ΑΠ 913/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 294/2018). Η ανωτέρω σύμβαση (αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους) διαφέρει από τη σύμβαση, με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, η οποία δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει, όμως, διεπόμενη από το άρθρο 361 αυτού, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικά για τους συμβαλλόμενους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη. Η σύμβαση αυτή (αιτιώδης αναγνώριση χρέους) καταρτίζεται, σε αντίθεση με την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, κατ' αρχάς άτυπα και ιδρύει νέα ενοχική σχέση, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μιας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα. Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο ( ΑΠ 294/2018, ΑΠ 1086/2017, ΑΠ 1424/ 2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα είναι θυγατρική της Γερμανικής Εταιρείας "Adidas AG", η οποία έχει αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία αθλητικών ενδυμάτων, υποδημάτων και συναφών ειδών και είναι εισαγωγέας και αποκλειστική διανομέας χονδρικής των ειδών με το σήμα της ως άνω εταιρείας στην Ελλάδα, διατηρεί δε, και η ίδια καταστήματα λιανικής. Η εναγομένη εταιρεία, διατηρούσε ήδη από το έτος 2000 αλυσίδα καταστημάτων λιανικής για την πώληση μόνο προϊόντων του ως άνω ομίλου (καταστήματα "adidas monobrand") και από το έτος 2006 άλλη αλυσίδα καταστημάτων αθλητικών ειδών με την ονομασία "S. 2000", μέσω των οποίων διέθετε τόσο προϊόντα της ενάγουσας, όσο και άλλων εταιρειών... Η συνεργασία τους μέχρι το έτος 2006 βασιζόταν σε προφορικές συμφωνίες... Στις 8-12-2006 συνήφθη μεταξύ των διαδίκων "συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας", η οποία προέβλεπε ότι μέχρι το έτος 2015 η εναγομένη εταιρεία "θα θεωρείται προτιμώμενος (προνομιούχος) αποκλειστικά χονδρικός πελάτης συνεταίρος". Προβλέφθηκε δε, ότι η συμφωνία αυτή θα μπορούσε να αναθεωρηθεί ή να καταγγελθεί σε τρία χρονικά σημεία, το τέλος του έτους 2007, το τέλος του έτους 2010 και το τέλος του 2014. Με βάση τα συμφωνηθέντα η εναγομένη εταιρεία θα εξακολουθούσε να διαχειρίζεται τα 25, κατά το χρόνο αυτό, υφιστάμενα καταστήματα adidas monobrand, με βάση τις προδιαγραφές που έθετε η νυν ενάγουσα (πρόσληψη και εκπαίδευση προσωπικού, υποστηρικτικές υπηρεσίες). Η ενάγουσα θα παρείχε, επιπλέον, υποστήριξη μάρκετινγκ και θα άνοιγε 15 επιπλέον καταστήματα με τη σχετική επένδυση κεφαλαίου να γίνεται κατά το ήμισυ από κάθε συμβαλλόμενο. Ως προνομιούχος δε πελάτης, η εναγομένη θα συναλλασσόταν με την ενάγουσα με τους ευνοϊκότερους όρους της Ελληνικής αγοράς και θα είχε, μεταξύ άλλων, ειδική έκπτωση για την προμήθεια των εμπορευμάτων. Στη συνέχεια, μεταξύ των διαδίκων εταιριών, στις 25-1-2008, υπεγράφησαν δύο συμβάσεις συνεργασίας ορισμένου χρόνου, με τριετή διάρκεια και συγκεκριμένα, από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2010, μια για τα καταστήματα της αλυσίδας "adidas monobrand" και μια για τα καταστήματα αλυσίδας "S. 2000". Με την πρώτη σύμβαση συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα θεωρείται ως ο προνομιούχος αποκλειστικός συνεργάτης στην Ελλάδα και ότι αυτή θα ανοίξει επιπλέον 20 νέα καταστήματα monobrand, στον εξοπλισμό των οποίων η ενάγουσα θα συμβάλλει κατά 50%. Συμφωνήθηκε δε, ότι η εναγομένη πρέπει να αναφέρει εβδομαδιαίως στην ενάγουσα την πορεία των πωλήσεων, ότι η τελευταία θα παρέχει για το 2008 έκπτωση 30% στα τιμολόγια πώλησης και 25% για τα έτη 2009 και 2010. Τα τιμολόγια συμφωνήθηκαν να εξοφλούνται εντός προθεσμίας 180 ημερών από την έκδοσή τους. Στη δεύτερη σύμβαση, που αφορούσε στα καταστήματα S. 2000, η παρεχόμενη από την ενάγουσα έκπτωση στα τιμολόγια ήταν 25% για το έτος 2008 και 20% για τα έτη 2009 και 2010 και η συμβολή της στον εξοπλισμό των νέων καταστημάτων θα ήταν 40%, ενώ η προθεσμία αποπληρωμής των τιμολογίων ήταν η ίδια (180 ημέρες). Ακολούθως, ενόψει της λήξης της ισχύος των ως άνω δύο συμβάσεων, στο τέλος του έτους 2010, υπεγράφη, στις 27-7-2010, νέα σύμβαση, με τετραετή διάρκεια, η οποία αφορούσε μόνο στα καταστήματα monobrand και προέβλεπε ότι η εναγομένη θα συνέχιζε τη λειτουργία των υπαρχόντων καταστημάτων και θα δημιουργούσε επιπλέον νέα, σύμφωνα με τετραετές πρόγραμμα ανάπτυξης, ήτοι 3 καταστήματα ανά εξάμηνο. Η ενάγουσα θα είχε δε, το δικαίωμα να ανοίγει, ετησίως, τρία νέα δικά της καταστήματα ειδικής προβολής (concept store), σε τοποθεσίες τέτοιες, ώστε να μη ανταγωνίζεται την εναγομένη (όχι ενάγουσα, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται) και συγκεκριμένα εγγυήθηκε αποκλειστικότητα περιοχής 2 χιλιομέτρων για την Αθήνα και 1,5 χιλιομέτρου για τη Θεσσαλονίκη, με εξαίρεση εκπτωτικά καταστήματα, ενώ, κατά τα άλλα, θα παρείχε προϊόντα, την τεχνογνωσία, την επίπλωση και τον εξοπλισμό, με συμμετοχή στο κόστος 50%. Ορίστηκε δε, προθεσμία πληρωμής των τιμολογίων των παραγγελιών της εναγομένης μέχρι 150 ημέρες από την 15η ημέρα του μηνός έκδοσης του σχετικού τιμολογίου για το 2011 και 120 ημέρες για 2012. Επιπλέον, ορίστηκε ότι η ενάγουσα θα δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση με άμεση ισχύ, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που παραβιαστεί ο όρος 1 διακανομισμού των εμπορικών όρων, ήτοι η ως άνω προθεσμία πληρωμής των τιμολογίων, με συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, η εναγομένη να υποχρεούται να παύσει αμέσως να χρησιμοποιεί τα σήματα adidas και να υποχρεούται να καταβάλει άμεσα το σύνολο των οφειλομένων, κατά το χρόνο της καταγγελίας, τιμολογίων (άρθρο Ξ της σύμβασης). Η σύμβαση αυτή φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, αφού η νυν ενάγουσα ADIDAS HELLAS ΑΕ, ως δικαιοπάροχος, παρείχε στην εναγομένη, ως δικαιοδόχο, τη χρήση - εκμετάλλευση δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας και συνεχή εμπορική τεχνική υποστήριξη, με σκοπό τη λιανική πώληση των προϊόντων της στην Ελλάδα, ενώ η εναγομένη είχε την υποχρέωση να προωθεί τις πωλήσεις των προϊόντων, να διαμορφώνει τα καταστήματά της σύμφωνα με τις προδιαγραφές, τις οδηγίες του δότη και να ενημερώνει το δότη σχετικά με τη λειτουργία της επιχείρησής του. Η σύμβαση, όμως, αυτή δικαιόχρησης, ως μικτή σύμβαση, εμπεριείχε και τη σύμβαση πώλησης, που αφορούσε στην κατάρτιση διαδοχικών πωλήσεων εμπορευμάτων, σύμφωνα με τις οποίες η ενάγουσα, ως πωλήτρια, ήταν υποχρεωμένη για την παράδοση των εμπορευμάτων, που είχαν συμφωνηθεί και η εναγομένη, ως αγοράστρια, είχε την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος των εμπορευμάτων που παραλάμβανε. Η συνεργασία των δύο εταιρειών στα πλαίσια των ως άνω συμβάσεων, όμως, δεν εξελίχθηκε ομαλά, αφού η εναγομένη δεν κατέβαλε το τίμημα των εμπορευμάτων που παραλάμβανε εντός των συμφωνηθεισών προθεσμιών, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω. Στο τέλος του έτους 2010, οπότε έληγαν οι δύο συμβάσεις, που αφορούσαν τα έτη 2008 - 2010, υπήρχαν οφειλές της εναγομένης προς την ενάγουσα. Μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε, από ορκωτούς λογιστές, στα οικονομικά στοιχεία της εναγομένης, εστάλη από την τελευταία στην ενάγουσα, έγγραφο, με ημερομηνία 3-6-2011, υπογεγραμμένο από τον Γενικό Διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, Β. Μ., με θέμα "ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΣΕ ΣΑΣ ΠΟΣΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ 31-12-2010", στο οποίο αναφερόταν ότι "Στα πλαίσια ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της Εταιρείας μας, οι διενεργούντες τον έλεγχο ορκωτοί λογιστές επιθυμούν να επιβεβαιώσουν ότι το ποσό που σας οφείλαμε, κατά την ως άνω ημερομηνία, συμφωνεί με το ποσό που απεικονίζεται στα δικά σας λογιστικά βιβλία. Όπως προκύπτει από τα δικά μας βιβλία, το ποσό που σας οφείλαμε, κατά την ως άνω ημερομηνία, ήταν - Σε ανοικτό λογαριασμό 348.271,62 ευρώ, - Σε υποσχετικές πληρωτέες σε σας (συμπεριλαμβανομένων και των μεταχρονολογημένων επιταγών) 295.000 ευρώ, - σε ανοιχτό λογαριασμό σε HSBC 12.860.287,02 ευρώ και - σε υποσχετικές πληρωτέες σε HSBC (συμπεριλαμβανομένων και των μεταχρονολογημένων επιταγών) 3.110.410 ευρώ...". Με το έγγραφο αυτό η εναγομένη αναγνώρισε, εξωδίκως, ότι στις 31-12-2010 οφειλόταν ποσό 16.613.968,70 ευρώ. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πρόκειται για αναγνώριση χρέους, για την ύπαρξη της οποίας το ως άνω από 3-6-2011 έγγραφο περιέχει σαφή δήλωση. Το ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού συνιστά αναγνώριση χρέους προκύπτει άμεσα από την ανάγνωσή του. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανέγνωσε εσφαλμένα το ως άνω έγγραφο, παραμορφώνοντας το περιεχόμενό του, καθώς και το σκέλος του πέμπτου λόγου έφεσης, με το οποίο η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κακώς εκτιμήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι με το ως άνω έγγραφο υπήρξε αναγνώριση χρέους. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι από το από 3-12-2010 ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Κ…. προκύπτει διαφορετική οφειλή της είναι αβάσιμος, διότι το επικαλούμενο αυτό μήνυμα εστάλη σε προγενέστερο της αναγνώρισης (3-6-2011) χρονικό σημείο. Από το ως άνω αναγνωρισθέν ποσό 15.970.697,08 ευρώ αφορούσαν σε απαιτήσεις, που είχαν εκχωρηθεί εξασφαλιστικά στην αλλοδαπή τράπεζα HSBC με τις υπ' αρ. 100 και 101/8-10-2009 συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) και εν συνεχεία επανεκχωρήθηκαν στην ενάγουσα. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-1-2012 η εναγομένη προέβη σε καταβολές ύψους 11.351.795,66 ευρώ, ποσό το οποίο καταλογίστηκε προς απόσβεση οφειλών από το ζεύγος συμβάσεων της περιόδου 2008 - 2010, οι οποίες ήταν ήδη ληξιπρόθεσμες, με αποτέλεσμα το ποσό που αναγνώρισε η εναγομένη να μειωθεί στο ποσό των 5.262.173,04 (16.613,968,70 - 11.351.795,66) ευρώ. Το ποσό των 5.262.173,04 ευρώ είχε καταστεί εξ ολοκλήρου ληξιπρόθεσμο, κατά την ημερομηνία τις προαναφερθείσας επιστολής, αφού είχαν παρέλθει περισσότερες από 180 ημέρες μετά τη λήξη της ισχύος των δύο συμβάσεων, άρα και από την τελευταία παραγγελία, που εκτελέστηκε βάσει αυτών. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη δεν αμφισβητεί το ύψος του ποσού, το οποίο κατέβαλε προς την ενάγουσα, πλην, όμως, αφενός αμφισβητεί το ύψος των συνολικών οφειλών της στο τέλος του έτους 2010, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει ποιο είναι το πραγματικά οφειλόμενο από αυτήν ποσό και αφετέρου ισχυρίζεται ότι οι καταβολές της, κατά τη διάρκεια του 2011, δεν έπρεπε να καταλογιστούν στις προγενέστερες οφειλές της προς την ενάγουσα, ισχυρισμός, όμως, ο οποίος είναι νομικά αβάσιμος, δεδομένου ότι εν προκειμένω, που η ενάγουσα έχει καθ' υποφορά προβάλει αντένσταση καταλογισμού σε προηγούμενο χρέος, η εναγομένη θα έπρεπε να επικαλείται ότι με τις καταβολές του έτους 2011 όρισε (κατά την καταβολή), το χρέος που ήθελε να εξοφληθεί (άρθρο 422 ΑΚ - επαντένσταση), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας. Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το χρέος της δεν ήταν ληξιπρόθεσμο, που προβάλει με τον πέμπτο λόγο έφεσης, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά, ως προς το ποσό που αφορά στις επανεκχωρηθείσες προς αυτήν από την HSBC απαιτήσεις, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι οι εκχωρηθείσες από την ενάγουσα στην Τράπεζα και επανεκχωρηθείσες από την Τράπεζα στην ενάγουσα απαιτήσεις, αφορούσαν σε ποσά, τα οποία περιλαμβάνονται στο ποσό που αναγνώρισε η εναγομένη ότι οφείλει με την από 3-6-2011 επιστολή του Β. Μ., οπότε η αγωγή δεν θεμελιώνεται στην επανεκχώρηση των απαιτήσεων από την HSBC, αλλά στην αναγνώριση χρέους. Ακολούθως, για τον ίδιο λόγο και ανεξάρτητα του αν η επίκληση της αναγγελίας στην περίπτωση της εκχώρησης (και επανεκχώρησης) αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλυσιτελώς προβάλλεται και ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, γιατί δεν αναφέρονται σε αυτήν συγκεκριμένα στοιχεία για την αναγγελία της επανεκχώρησης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος έφεσης. Από την 1-1-2011, η ενάγουσα συνέχιζε να προμηθεύει με εμπορεύματα και εξοπλισμό την εναγομένη, σε εκτέλεση της από 27-7-2010 σύμβασης, πλην, όμως, επειδή η εναγομένη δεν εξοφλούσε το τίμημα των εμπορευμάτων που είχε παραλάβει, η ενάγουσα προέβη σε αναστολή για μια εβδομάδα της παράδοσης, επικαλούμενη δικαίωμα επίσχεσης, κατ' άρθρο 325 ΑΚ και μη εκπλήρωση της σύμβασης κατ' άρθρο 374 ΑΚ και εν συνεχεία, στις 5-8-2011 προέβη σε οριστική αναστολή. Στη συνέχεια, η εναγομένη άσκησε αγωγή κατά της νυν ενάγουσας, ζητώντας αποζημίωση για αθέμιτη και αντισυμβατική συμπεριφορά. Ενόψει των ανωτέρω διαφορών τους, οι διάδικες εταιρείες, μέσω των εκπροσώπων τους, προέβησαν σε διαπραγματεύσεις, με σκοπό τη συμβιβαστική επίλυση του ζητήματος και τελικά, στις 19-10-2011, επήλθε συμφωνία, κατά την οποία η εναγομένη θα παραιτείτο από την ως άνω αγωγή της, θα αναγνώριζε εγγράφως τις οφειλές της και θα προέβαινε σε αποπληρωμή, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που όρισαν και τέθηκε ενδεικτική καταληκτική προθεσμία από την ενάγουσα η 26-10-2011. Στη συνέχεια, ανταλλάσσονταν ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ των διαδίκων, με αφορμή το αίτημα της εναγομένης να είναι αποκλειστική αντιπρόσωπος της adidas στην Ελλάδα και το τελευταίο ηλεκτρονικό μήνυμα που αντάλλαξαν ήταν στις 26-10-2011. Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 27-10-2011 και, ενώ είχε εκπνεύσει η ορισθείσα ημερομηνία, η ενάγουσα προέβη σε έγγραφη εξώδικη καταγγελία της από τον Ιούνιο του 2010 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο, που συνίστατο στην παράβαση συμβατικού όρου και συγκεκριμένα τη μη εξόφληση των οφειλών της, στην αμφισβήτηση εκ μέρους της εναγομένης του δικαιώματος της ενάγουσας να δραστηριοποιείται αυτοτελώς στη λιανική πώληση των προϊόντων Adidas, παράλληλα με την εναγομένη, στην άσκηση αγωγής με δυσφημιστικό περιεχόμενο και στη μη εφαρμογή των συμφωνηθέντων σε αντίθεση με τις αρχές της καλής πίστης. Η καταγγελία αυτή έγινε σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης του έτους 2010, από την οποία σύμβαση προβλεπόταν ως λόγος καταγγελίας, η μη έγκαιρη καταβολή του τιμήματος πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, δεδομένου ότι κατά το χρόνο που έγινε αυτή (καταγγελία), το ύψος των ανεξόφλητων τιμολογίων ανερχόταν στο ποσό των 10.909.293,83 ευρώ, ενώ καθένα από αυτά (τιμολόγια) είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμο 150 ημέρες μετά την 15η ημέρα του μηνός έκδοσής του. Το γεγονός ότι η εναγομένη, κατά τη διάρκεια των ανωτέρω διαπραγματεύσεων, είχε προτείνει άλλο χρονοδιάγραμμα εξόφλησης, δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της καταγγελίας, δεδομένου ότι από τη σύμβαση προβλεπόταν ότι και μόνη η μη εξόφληση τιμολογίων εντός των προθεσμιών, που είχαν ορισθεί από αυτήν (σύμβαση), συνιστά λόγο καταγγελίας. Σπουδαίο λόγο καταγγελίας, άλλωστε, συνιστά η αμφισβήτηση από την εναγομένη του, από τη σύμβαση προβλεπόμενου, δικαιώματος της ενάγουσας να ανοίγει καταστήματα, καθώς και η άσκηση αγωγής εναντίον της νυν ενάγουσας, δεδομένου ότι η συμπεριφορά της εναγομένης καταδεικνύει ότι έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη ΙΙ της παρούσας. Επομένως, εφόσον καταγγέλθηκε η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, νομίμως η ενάγουσα αιτείται την εξόφληση όλων των οφειλών της εναγομένης απέναντί της, όπως προβλέπεται το δικαίωμά της αυτό από τη σύμβαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, δεν προέκυψε ότι η καταγγελία της σύμβασης έγινε καταχρηστικά, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία συνετέλεσε στη μη εξόφληση των τιμολογίων από την ενάγουσα. Επίσης, στην αδυναμία της εναγομένης να εξοφλήσει τις οφειλές της δεν άσκησε επιρροή η αναστολή για μια εβδομάδα της παράδοσης των εμπορευμάτων, ούτε και η εν συνεχεία, στις 5-8-2011, οριστική αναστολή, εφόσον η εναγομένη ήταν ήδη για μακρό χρόνο υπερήμερη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλομένη απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά τις κύριες βάσεις της, με τις οποίες αυτή είχε ζητήσει να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσείουσα) να της καταβάλει, το ποσό των 5.262.173,04 ευρώ, ως οφειλόμενο με βάση την προαναφερόμενη επιστολή αναγνώρισης χρέους, καθώς και το ποσό των 17.528.756,87 ευρώ, ως οφειλόμενο από τις πωλήσεις, που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της από 27-7-2010 σύμβασης, μετά την καταγγελία της τελευταίας. Όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγική αξίωση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), κατά το μέρος με το οποίο αυτή ζήτησε την επιδίκαση του ποσού των 5.262.173,04 ευρώ, στο οποίο μειώθηκε (μετά τις αναφερόμενες καταβολές) το αναγνωρισθέν από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) χρέος ύψους 16.613.968,70 ευρώ, έχει ως θεμέλιο την αφηρημένη αναγνώριση χρέους (άρθρο 873 ΑΚ), που έγινε από το νόμιμο εκπρόσωπό της με την απευθυνόμενη προς την ενάγουσα, από 31-12-2010 επιστολή του, με την οποία αυτός αναγνώρισε ότι από τις μεταξύ τους συναλλαγές, που έγιναν στο πλαίσιο των συμβάσεων των ετών 2008 - 2010, η οφειλή της (εναγομένης) προς την ενάγουσα, κατά την 31-12-2010, ανερχόταν στο ποσό των 16.613.968,70 ευρώ, στην οποία (οφειλή) περιλαμβάνεται και το ποσό των 15.970.697,08 ευρώ, το οποίο είχε εκχωρηθεί από την ενάγουσα εξασφαλιστικά στην τράπεζα HSBC με τις προαναφερόμενες δύο συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, το οποίο, ωστόσο, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη, αλλά και δεν αμφισβητείται από την εναγομένη (αναιρεσείουσα), επανεκχωρήθηκε από την αλλοδαπή Τράπεζα στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) πριν από την άσκηση της αγωγής, η οποία, ως εκ τούτου, κατά το χρόνο άσκησής της (αγωγής) ήταν φορέας και της επανεκχωρηθείσας σ' αυτήν απαίτησης. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 455, 458, 460 - 462, 361 ΑΚ, δεχόμενη ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής και για το μέρος του αναγνωρισθέντος ως οφειλόμενου ποσού, που είχε εκχωρηθεί εξασφαλιστικά στην τράπεζα HSBC (ήτοι για το ποσό των 15.970.697,08 ευρώ), καθόσον την εκχώρηση η ενάγουσα την είχε αναγγείλει προς αυτήν και, συνεπώς, μετά την αναγγελία, η ενάγουσα δεν ήταν φορέας της απαίτησης αυτής, αλλά μόνη δικαιούχος να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξή της ήταν η ως άνω αλλοδαπή τράπεζα - εκδοχέας, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες, συνεπώς, ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε, αφού η ως άνω αξίωση θεμελιώνεται, όπως προεκτέθηκε, στην αφηρημένη αναγνώριση χρέους (873 ΑΚ) και όχι στις διατάξεις της εκχώρησης. Για τον ίδιο λόγο είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, με τις αναφερόμενες στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο παραδοχές παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 455, 458, 460 - 462, 361 ΑΚ, στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση με ασαφείς αιτιολογίες. Περαιτέρω, με το επικουρικό σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι η παραπάνω αγωγική αξίωση είναι ορισμένη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του 559 ΚΠολΔ, διότι τα επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν αξίωση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) από την αιτιώδη αναγνώριση χρέους, που έγινε με την από 3-6-2011 επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της, διότι η σύμβαση αυτή (της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους) περιελάμβανε και το ποσό των 15.970.968,70 ευρώ, το οποίο από τις 8-12-2009 η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το είχε εκχωρήσει στην αλλοδαπή τράπεζα HSBC, η οποία, μετά την αναγγελία της εκχώρησης προς αυτήν (αναιρεσείουσα), ήταν αποκλειστική δικαιούχος προς είσπραξή της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της, περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής περιστατικά, που πληρούν τη νομική έννοια της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, με βάση την οποία οι συμβαλλόμενοι διάδικοι είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν νέα αυτοτελή ενοχή, ανεξάρτητη από την αιτία, ήτοι ότι με την από 3-6-2011 επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της η αναιρεσείουσα (εναγομένη) αναγνώρισε οφειλή της προς αυτήν (αναιρεσίβλητη), κατά την 31-12-2010, ύψους 16.613.968,70 ευρώ, από τις μεταξύ τους συναλλαγές των συμβάσεων των ετών 2008 - 2010, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ποσό των 15.970.968,70 ευρώ, που είχε εκχωρήσει (η αναιρεσίβλητη) εξασφαλιστικά στην τράπεζα HSBC, δυνάμει των με αριθμούς 100 και 101/8-10-2009 χρηματοδοτικών συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), το οποίο επανεκχωρήθηκε προς την αναιρεσίβλητη στις 7-10-2011 και το οποίο (χρέος που αναγνωρίστηκε), κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είχε μειωθεί, μετά από σταδιακές καταβολές της αναιρεσείουσας, στο αιτούμενο ποσό των 5.262.173,04 ευρώ. Ο, δε, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι με την ως άνω επιστολή γίνεται επίκληση περί αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, είναι αλυσιτελής, αφού και στην περίπτωση της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση ιδρύεται νέα ενοχική σχέση, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελής και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία. Επίσης, με το επικουρικό σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω αγωγική αξίωση έχει ως θεμέλιο την αναιτιώδη αναγνώριση χρέους, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των διατάξεων των άρθρων 873 και 361 ΑΚ, με ελλιπείς αιτιολογίες. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή με την επίδικη επιστολή ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας αναγνώρισε το υπάρχον, στις 31-12-2010, χρέος της προς την αναιρεσίβλητη, οι οποίες (παραδοχές) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 873 και 361 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες, αφού στην ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας η αναφορά και άλλων πέραν των όσων διέλαβε περιστατικών και ειδικότερα η αναφορά ότι παρόλο που στην έγγραφη αναγνώριση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, ωστόσο πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, διότι τα μέρη θέλησαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ήτοι οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Ειδικότερα, η παραβίαση των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχριζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, ακόμη και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 123/2021, ΑΠ 242/2021, ΑΠ 896/2019, ΑΠ 847/2017). Συνακόλουθα, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την βούληση των μερών και ως εκ τούτου δεν προσφεύγει στους ειρημένους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ανεύρεση της βουλήσεώς τους (ΑΠ 1120/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον συναρτώμενο με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε ευθέως τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση φαίνεται ότι έγινε δεκτό ότι με την επίδικη επιστολή έγινε αναιτιώδης αναγνώριση χρέους, πλην, όμως, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση αυτή χωρίς να προβεί σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης του νομίμου εκπροσώπου της Β. Μ., η οποία ήταν αναγκαία, αφού η αναγνώριση δεν χαρακτηρίζεται στο έγγραφο ως αναιτιώδης, αλλά αντίθετα ως αιτιώδης. Από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ούτε έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη επίμαχη επιστολή, καθόσον δέχθηκε ρητά και με σαφήνεια ότι αυτή συνιστά αναιτιώδη αναγνώριση χρέους και ότι τούτο προκύπτει άμεσα από το περιεχόμενό της και, επομένως, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη διαπίστωση του χαρακτήρα αυτής, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως με τη μη προσφυγή σ' αυτούς (ερμηνευτικούς κανόνες), καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέοι και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Επίσης, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, αν γίνει δεκτό ότι το Εφετείο έμμεσα ερμήνευσε ως αναιτιώδη τη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της, παραβίασε εκ πλαγίου τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, διότι η κρίση του στερείται της αναγκαίας αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν προέβη ούτε έμμεσα σε ερμηνεία της επίδικης επιστολής. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 513, 325, 374, 455, 458, 460 - 462 ΑΚ, στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του παραπάνω αναιρετικού λόγου μέμφεται το Εφετείο ότι απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι από το από 3-12-2010 ηλεκτρονικό μήνυμα του νομίμου εκπροσώπου της (αναιρεσίβλητης) προκύπτει ότι η οφειλή της (αναιρεσείουσας), κατά τα τέλη του 2010, ανερχόταν στο ποσό των 13.400.000 ευρώ, με την ανεπαρκή αιτιολογία ότι το μήνυμα εστάλη σε προγενέστερο της από 3-6-2011 αναγνώρισης χρονικό σημείο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω αιτιολογία, αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου, με το οποίο δικαιολογεί γιατί δεν πείθεται περί της βασιμότητας του ως άνω αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, δεν ιδρύει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ότι περιλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες με την αιτίαση ότι ενώ δέχθηκε ότι αιτία της καταγγελίας από την αναιρεσίβλητη της από 27-7-2010 σύμβασης συνεργασίας ήταν προεχόντως η μη εξόφληση των εμπορευμάτων που είχε παραλάβει η αναιρεσείουσα το έτος 2011, σε προηγούμενη παραδοχή δέχθηκε ότι κατά την ίδια περίοδο, από 1-1-2-11 έως 31-1-2012, η εναγομένη έκανε καταβολές προς την ενάγουσα ύψους 11.351.795,66 ευρώ, με συνέπεια τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ουσιώδες ζήτημα του εγκύρου ή μη της καταγγελίας της σύμβασης να αλληλοαναιρούνται. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι η επικαλούμενη αντίφαση υπάρχει μεταξύ αιτιολογιών, από τις οποίες η καθεμία στηρίζει αντίστοιχη (διαφορετική) διάταξη του διατακτικού, καθόσον η πρώτη αιτιολογία αναφέρεται στην βάση της αγωγής, με την οποία ζητείται το οφειλόμενο από την αναιρεσείουσα τίμημα για τις πωλήσεις, που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της από 27-7-2010 σύμβασης, μετά την καταγγελία της τελευταίας, ενώ η δεύτερη αιτιολογία στη βάση της αγωγής που στηρίζεται στην αναγνώριση του υφιστάμενου κατά την 31-12-2010 χρέους της αναιρεσείουσας από τις δύο συμβάσεις, που καταρτίστηκαν το έτος 2008, στηρίζοντας η καθεμία διαφορετική διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1431/2015). Επίσης, με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης και το συναρτώμενο με αυτό πρώτο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για ανεπαρκείς αιτιολογίες, με την αιτίαση ότι δέχθηκε ότι αιτία της καταγγελίας ήταν και ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος (ήτοι, η αμφισβήτηση από την εναγομένη του προβλεπόμενου από την άνω σύμβαση δικαιώματος της ενάγουσας να ανοίγει καταστήματα, καθώς και η άσκηση αγωγής εναντίον της), χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές αναφορικά με την ακριβή πρόβλεψη της σύμβασης ως προς το δικαίωμα της ενάγουσας να ανοίγει καταστήματα και ως προς το περιεχόμενο της αγωγής που άσκησε εναντίον της ενάγουσας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλομένη περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες τόσο ως προς το προβλεπόμενο με την από 27-7-2010 σύμβαση δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να ανοίγει καταστήματα παράλληλα με την αναιρεσείουσα, καθώς αναφέρεται σ' αυτήν ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είχε το δικαίωμα να ανοίγει, ετησίως, τρία νέα δικά της καταστήματα ειδικής προβολής, σε τοποθεσίες τέτοιες, ώστε να μη ανταγωνίζεται την ενάγουσα (αναιρεσείουσα) και συγκεκριμένα εγγυήθηκε αποκλειστικότητα περιοχής 2 χιλιομέτρων για την Αθήνα και 1,5 χιλιομέτρου για τη Θεσσαλονίκη, με εξαίρεση τα εκπτωτικά καταστήματα (τέλος της 2ης σελίδας του 9ου φύλλου έως την αρχή της 1ης σελίδας του 10ου φύλλου), όσο και για το περιεχόμενο της αγωγής που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της αναιρεσίβλητης, που ήταν αγωγή αποζημίωσης για αθέμιτη και αντισυμβατική συμπεριφορά (τέλος της 2ης σελίδας του 11ου φύλλου). Ακόμη, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη για ανεπάρκεια αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι, ενώ από τις παραδοχές φαίνεται ότι στις 19-10-2011 επήλθε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα θα παραιτείτο από την ανωτέρω αγωγή, θα αναγνώριζε εγγράφως την οφειλή της και θα προέβαινε σε αποπληρωμή του χρέους με ενδεικτική καταληκτική προθεσμία πληρωμής την 26-10-2011, δεν εξηγεί η προσβαλλομένη τη σημασία της ανωτέρω ενδεικτικής καταληκτικής προθεσμίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας, στην πραγματικότητα πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με τα περιστατικά που συνθέτουν το πραγματικό του σπουδαίου λόγου καταγγελίας της από 27-7-2010 σύμβασης. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 416 και 422 ΑΚ και με ανεπαρκή αιτιολογία, έκρινε ορισμένη την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία η ενάγουσα ζήτησε την καταβολή του, επιπλέον του αναγνωρισθέντος, ποσού των 84.079,60 ευρώ, όπως τούτο, κατά τα ιστορούμενα σ' αυτή, προέκυπτε από τα τιμολόγια και τις εγγραφές στα βιβλία της. Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής, που θεμελιώνεται στην αναγνώριση χρέους από την εναγομένη (αναιρεσείουσα), ενώ οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση του παραπάνω αναιρετικού λόγου δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δεν ασχολήθηκε με την άνω επικουρική βάση (ΑΠ 238/2020, ΑΠ 255/2010). Επίσης, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 και ειδικότερα ότι εφάρμοσε εσφαλμένα το αντικειμενικό βάρος απόδειξης αναφορικά με την στηριζόμενη στις διαδοχικές πωλήσεις επικουρική βάση της αγωγής και ως προς την, προς επιστήριξη της βάσης αυτής, αντένσταση της ενάγουσας εκ του άρθρου 422 ΑΚ, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι οι καταβολές της προς την αναιρεσίβλητη το έτος 2008 ανήλθαν σε 14.541.041,97 ευρώ και επομένως, η αναιρεσίβλητη είχε το βάρος απόδειξης ότι οι καταβολές αυτές αφορούσαν προηγούμενες οφειλές της αναιρεσείουσας προς αυτή, αναφορικά με την αντένσταση της ενάγουσας δέχθηκε ότι για την ευδοκίμησή της αρκούσε ο ισχυρισμός περί καταλογισμού των καταβολών που έκανε η αναιρεσείουσα σε προγενέστερο χρόνο και δεν ήταν αναγκαία η επίκληση και απόδειξη των προγενέστερων χρεών, αλλά αντιθέτως ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να επικαλεστεί ότι με τις καταβολές του έτους 2011 έπρεπε να ορίσει ποιο χρέος ήθελε να εξοφληθεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προεκτέθηκε, η επικουρική βάση της αγωγής δεν αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας από το Εφετείο. Σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι αναφέρεται στην κύρια βάση της αγωγής από την αναγνώριση χρέους, είναι αβάσιμος. Τούτο, διότι, αφού η αναιρεσίβλητη πρότεινε, καθ' υποφορά με την ένδικη αγωγή, ισχυρισμό ότι τις καταβολές που έγιναν από την αναιρεσείουσα προς αυτήν κατά το έτος 2011 τις καταλόγισε σε προγενέστερο χρέος (αυτό που προερχόταν από τις συμβάσεις του έτους 2008), ορθά το Εφετείο έκρινε ως νομικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι καταβολές αυτές δεν έπρεπε να καταλογισθούν σε προγενέστερο χρέος, αφού αυτή (αναιρεσείουσα) δεν πρότεινε κατ' επαντένσταση (άρθρο 422 ΑΚ) ότι κατά τις καταβολές όρισε προς την αναιρεσίβλητη το χρέος, το οποίο ήθελε να εξοφληθεί. Εξάλλου, με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλομένη ότι ανέγνωσε εσφαλμένα ότι με την απευθυνόμενη προς την αναιρεσίβλητη από 3-6-2011 επιστολή ο νόμιμος εκπρόσωπός της προέβη σε αναγνώριση χρέους αυτής προς την αναιρεσίβλητη, διότι από το έγγραφο αυτό δεν προκύπτει δικαιοπρακτική βούληση για αναγνώριση, αλλά πρόκειται για τυπική επιστολή, που ανταλλάχθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας λογιστικών επιβεβαιώσεων μεταξύ ορκωτών λογιστών και με αυτό δεν ομολογούνται οφειλές, αλλά εκχώρηση επιταγών προς την HSBC. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε την επίδικη επιστολή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει αυτούσιο στην προσβαλλομένη και αφού το αξιολόγησε και εκτίμησε ότι περιέχει αναγνώριση χρέους της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη ποσού 16.613.968,70 ευρώ, προερχόμενο από συναλλαγές που έγιναν μεταξύ τους στο πλαίσιο των δύο συμβάσεων του έτους 2008, στη συνέχεια, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν, ενώ, μετά την απόρριψη, καθίσταται άνευ αντικειμένου το αίτημα της αναιρεσίβλητης περί παροχής εγγυοδοσίας για τη δικαστική δαπάνη του παρόντος Δικαστηρίου. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-4-2017 αίτηση και τους από 29-6-2018 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 636/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ