Αριθμός 1805/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδρέου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 414/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με συγκατηγορούμενη την ..... και πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Ε. ΠΑΓΩΝΗ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Σαριβαλάση. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Μαϊου 2007 και 29 Μαϊου 2007, δύο, αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1017/2007. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Η απαγόρευση, κατ' άρθρον 514 Κ.Π.Δ., της άσκησης δεύτερης αναίρεσης, κατά της ίδιας απόφασης ή βουλεύματος, προϋποθέτει ότι έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης, άλλως παραδεκτώς ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία η δεύτερη, η οποία είναι συμπληρωματική και συνεξετάζεται με αυτήν (Α.Π. 1738/2003). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων έχει ασκήσει δύο αιτήσεις αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως, ήτοι α) την από 23-5-2007 αίτηση ενώπιον της Γραμματέως του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 414/15-3-2007 απόφαση δικαστηρίου, εντός της 10ημέρου προθεσμίας από της επομένης της κατά την 17-5-2007 καταχωρήσεως αυτής στο ειδικό βιβλίο και β) την από 29-5-2007 αίτηση ενώπιον της ιδίας, ως άνω, Γραμματέως του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, εντός της 10ημέρου προθεσμίας από της καταχωρήσεως αυτής στο ειδικό βιβλίο, της τελευταίας ημέρας συμπιπτούσης προς ημέρα αργίας. Συνεπώς και οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να κριθούν ενιαίως στο σύνολό τους. ΙΙ.- Για την πληρότητα του από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγου αναίρεσης, ήτοι για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει, να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις παραδοχές της απόφασης. Εξυπακούεται, όμως, ότι, ο λόγος αναίρεσης, στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, αυτός είναι απαράδεκτος, αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. λόγων αναίρεσης κατ' αποφάσεων. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., με τις ποινές που αναφέρονται σ' αυτό τιμωρείται "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων". Από την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προσδιορίζει το έγκλημα της απάτης, εκτός από τα άλλα, συνάγεται ότι το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί με τρεις τρόπους, δηλαδή με την παράσταση ψευδών γεγονότων, με απόκρυψη των αληθινών και την παρασιώπηση των αληθινών που συνιστούν υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης μιας και της αυτής αξιόποινης πράξης. Όμως, ως προς το εννοιολογικό της περιεχόμενο διαφέρουν μεταξύ τους και οι δύο πρώτοι, ήτοι η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η απόκρυψη των αληθινών, αν και ο καθένας τους συνιστά θετική ενέργεια απατώσας συμπεριφοράς, ο δεύτερος, σε αντίθεση με τον πρώτο, προϋποθέτει πάντοτε και άλλη αθέμιτη ενέργεια του δράστη προγενέστερη ή σύγχρονη συγκαλυπτική της αλήθειας από τον άλλον που στη συνέχεια παραπλανά με την αθέμιτη απόκρυψη, ο δε τρίτος, δηλαδή η παρασιώπηση των αληθινών προϋποθέτει ότι ο δράστης έχει υποχρέωση είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση είτε από προηγούμενη ενέργειά του για ανακοίνωση των αληθινών και συνιστά απατώσα συμπεριφορά που πραγματώνεται με παράλειψη. Έτσι, η παραδοχή ότι το έγκλημα της απάτης τελέσθηκε και με τους τρεις αυτούς τρόπους δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, γιατί η συνδρομή του ενός αποκλείει τον άλλο και ανέφικτος καθίσταται από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για το πως τελέσθηκε η απάτη, η δε απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και εκ πλαγίου έχει παραβιάσει τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, ήτοι έχει υποπέσει σε πλημμέλεια, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης (Α.Π. 901/1998). Επίσης, από το άρθρο 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι, κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης. Ειδικότερα, σε περίπτωση απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικώς σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον ίδιο παθόντα, συντρέχουν περισσότερες πράξεις και ανακύπτει θέμα απάτης κατ' εξακολούθηση. Διαφορετική δε είναι η περίπτωση των συνεχών ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται, μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, οπότε κρίνεται για μια μοναδική πράξη απάτης (Α.Π. 967/2006, 935/2003). Τέλος, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε (Α.Π. 428/2001). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 414/15-3-2005 απόφασης προκύπτει, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Παραπέρα, κατά την παρ. 3 εδ. α' και β' του ίδιου άρθρου 386 του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000)δραχμών (15.000 Ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 Ευρώ). Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ΄ του Π.Κ., όπως το εδάφιο αυτό (στ΄) προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 98 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 του Π.Κ., που προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού, ρύθμιση, δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού (Α.Π. 93/2006 Νόμος, Α.Π. 85/2006 Νόμος, Α.Π. 961/2006 Νόμος, Α.Π. 967/2006 Νόμος). Τέλος, κατά το άρθρο 45 Π.Κ. "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (ΑΠ 961/2006). Στην προκειμένη περίπτωση από την χωρίς όρκο κατάθεση της εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν τα εξής, κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η μηνύτρια και πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Παγώνη Α.Ε. Ανώνυμη Εισαγωγική Βιομηχανική Εταιρεία Ενδυμάτων", που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ασχολείται με την εισαγωγή επωνύμων ρούχων από το εξωτερικό. Αυτή είχε συνεργασία με την επιχείρηση εμπορίας ειδών ένδυσης που διατηρούσαν οι κατηγορούμενοι αρχικά μόνο στη Λάρισας και από το 1999 και στο Βόλο. Την εμπορία ασκούσε στο όνομά του τυπικά ο πρώτος κατηγορούμενος ατομικά. Ουσιαστικά όμως την ασκούσαν από κοινού και οι δύο κατηγορούμενοι που είναι σύζυγοι. Οι κατηγορούμενοι από πρόθεση και από κοινού έχοντας σκοπό να εξαπατήσουν την μηνύτρια και να προσπορίσουν στον εαυτό τους μεγάλα χρηματικά ποσά επί βλάβη της περιουσίας της, συνέλαβαν το εξής σχέδιο το οποίο και υλοποίησαν. Τον Οκτώβριο του 1999, οι κατηγορούμενοι, για να καταφέρουν να πείσουν το νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας, αλλά και την αντιπρόεδρο του Δ.Σ. αυτής Φ1, να τους πωλήσουν για λογαριασμό της μηνύτριας με πίστωση (αντί μεταχρονολογημένων επιταγών) εμπορεύματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, μεγαλύτερης κατά πολύ από το μέσο όρο των μέχρι τότε συνήθων συναλλαγών τους και για να κάμψουν τις αντιρρήσεις αυτών, για την πιστοληπτική ικανότητά τους, εμφανίστηκαν σ' αυτούς στην έδρα της εταιρείας με πολυτελές αυτοκίνητο και ακριβά ρούχα τελευταίας μόδας και τους διαβεβαίωσαν ότι είναι φερέγγυοι έμποροι-επιχειρηματίες με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, με μεγάλη ακίνητη περιουσία και ότι η επιχείρησή τους έχει μεγάλη ταμειακή ρευστότητα και έτσι έχουν τη βέβαιη δυνατότητα να ικανοποιήσουν την απαίτηση της πωλήτριας εταιρείας από το τίμημα των εμπορευμάτων που ήθελαν να αγοράσουν με πίστωση. Ενίσχυσαν τις διαβεβαιώσεις αυτές με το επιχείρημα ότι τα άνω καταστήματά τους είναι ιδιόκτητα του πρώτου από αυτούς. Όμως, οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν ψευδείς, γιατί από τα τέσσερα καταστήματα μόνο το ένα ήταν ιδιόκτητο, ενώ τα άλλα τρία ήταν μισθωμένα, οι δε κατηγορούμενοι ούτε φερέγγυοι ήσαν, ούτε άλλη περιουσία είχαν, ενώ το ιδιόκτητο ακίνητο δεν ήταν ελεύθερο, αλλά βεβαρημένο με υποθήκες πολλών εκατομμυρίων δραχμών και δεν εξασφαλίζονταν από αυτό, το δε ταμείο της επιχειρήσεώς τους ήταν ισχνό. Από τις απατηλές τους διαβεβαιώσεις πείσθηκαν, τελικά, ο εκπρόσωπος της μηνύτριας, αλλά και η αντιπρόεδρος του Δ.Σ. Φ1 και συναίνεσαν να καταρτισθεί μεταξύ τους (μηνύτριας και κατηγορουμένων) σύμβαση πωλήσεως επωνύμων ρούχων του εξωτερικού, συνολικής αξίας 25.401.619 δραχμών και για την εξόφληση του τιμήματος των ρούχων και προς εξασφάλιση αυτού να δεχθούν τέσσερις επιταγές, μεταχρονολογημένες, που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος σε διαταγή της μηνύτριας εταιρείας με χρόνους έκδοσης 30-3-2000, 30-4-2000, 30-5-2000 και 30-6-2000 και ποσά 8.000.000, 6.290.000, 6.290.000 και 6.290.000 δραχμών, αντίστοιχα. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι, εκπληρώνοντας το προδιαγραμμένο σχέδιό τους, το τρίτο δεκαήμερο του Μαρτίου 2000 και λίγο πριν τη λήξη της πρώτης επιταγής και ενώ είχαν παραλάβει το μεγαλύτερο μέρος των πωληθέντων ρούχων, αφού κατέβαλαν στη μηνύτρια το ποσό των 4.000.000 δραχμών, επικοινώνησαν με τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής και επικαλούμενοι πρόσκαιρη οικονομική δυσχέρεια, λόγω του ανοίγματος του καταστήματος στο Βόλο, συνεπεία της οποίας αδυνατούσαν να καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό των 4.000.000, έπεισαν αυτούς να αντικατασταθεί η επιταγή για το υπόλοιπο ποσό των 4.000.000 δραχμών με νέα μεταχρονολογημένη επιταγή που έφερε χρόνο έκδοσης 20-5-2000 και ποσό 4.000.000 δραχμών. Με τον ίδιο τρόπο οι κατηγορούμενοι έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας (αλλά και την αντιπρόεδρο του Δ.Σ. αυτής) στα τέλη Απριλίου 2000 να δεχθεί να αντικαταστήσει τις επιταγές με χρόνο έκδοσης 30-4-2000, 20-5-2000 και 30-5-2000 με νέες μεταχρονολογημένες επιταγές με χρόνο έκδοσης 15-7-2000, 30-7-2000 και 15-8-2000, αντίστοιχα και στις 30-6-2000 να μην εμφανίσει την υπ' αριθμό ..... τελευταία επιταγή ποσού 6.290.000 δρχ. προς είσπραξη στην πληρώτρια τράπεζα. Μετά τις 30-6-2000 και ενώ οι κατηγορούμενοι είχαν παραλάβει όλα τα εμπορεύματα, ο πρώτος κατηγορούμενος εξαφανίζεται και σταματά να απαντά στα τηλεφωνήματα του λογιστηρίου της μηνύτριας. Στις αρχές Ιουλίου 2000 ενημερώνεται από την μηνύτρια η δεύτερη κατηγορουμένη ότι η επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 15-7-2000 θα σφραγισθεί αν δεν πληρωθεί και εκείνη παρακαλεί να κρατηθεί για λίγες μέρες ακόμη να την εξοφλήσουν, ώστε να μην έχουν δυσμενείς συνέπειες και στη συνέχεια εξαφανίζεται και εκείνη. Για το είδος και την αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων, τον αριθμό, τα ποσά και το χρόνο εκδόσεως των επιταγών οι κατηγορούμενοι δεν εκφέρουν καμία αμφισβήτηση. Οι κατηγορούμενοι, εκπληρώνοντας το προδιαγραμμένο σχέδιό τους, δεν πλήρωσαν καμία από τις ως άνω επιταγές, ούτε κατέβαλεν το τίμημα των πωληθέντων ρούχων. Εν τέλει ο πρώτος κατηγορούμενος στις 4-10-2000 μεταβίβασε την επιχείρηση στη δεύτερη κατηγορούμενη που, όπως προαναφέρθηκε, είναι σύζυγός του και αυτή, για να αποτρέψει κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, με το υπ' αριθμ. 61.385/4-10-2000 εταιρικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία δημοσιεύσεων εταιρειών και ΕΠΕ του Πρωτοδικείου Λάρισας, με αριθμό 120/6-10-2000, συνέστησε μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "STUDIO MASKA EΠΕ" και έδρα τη Λάρισα και ειδικότερα στο επί της οδού ..... κείμενο κατάστημα, δηλαδή το ίδιο κατάστημα που αρχικά λειτουργούσε επ' ονόματι του πρώτου κατηγορουμένου, το οποίο λειτουργεί μέχρι σήμερα με την ίδια μορφή και όμοιο αντικείμενο εμπορίας, αλλά με διαφορετική επωνυμία. Να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι παρόμοια απατηλή πράξη μετήλθαν και σε βάρος άλλου δανειστή τους και συγκεκριμένα της εταιρείας "ΛΑΚΗΣ ΓΑΒΑΛΑΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και γι' αυτό παραπέμφθηκαν με τελεσίδικο βούλευμα στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας για να δικαστούν ως υπαίτιοι απάτης κατά συναυτουργία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία (απάτη) προκλήθηκε βλάβη άνω των 73.000 ευρώ. Έτσι οι κατηγορούμενοι, από την ανωτέρω απάτη που διέπραξαν σε βάρος της μηνύτριας, αυτοί μεν αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το υπόλοιπο του μη καταβληθέντος τιμήματος των πωληθέντων εμπορευμάτων, δηλαδή 21.401.619 δραχμών (25.401.619-4.000.000) ή 62.807,39 ευρώ, αντίστοιχα δε έβλαψαν κατά το ίδιο ποσό την περιουσία της μηνύτριας, η οποία δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει με κανένα νόμιμο τρόπο την απαίτησή της. Επομένως, κατά την πλειοψηφία, πλήρως αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν σε βάρος της μηνύτριας από κοινού απάτη κατ' εξακολούθηση, οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν" και στη συνέχεια του κήρυξε ενόχους της πράξης αυτής και επέβαλε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών στον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, την οποία μετέτρεψε προς έξι (6) ευρώ ημερησίως και ποινή φυλακίσεως 2 ετών στην δεύτερη, συγκατηγορουμένη του αναιρεσείοντος, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 98 και 386 παρ. 1 του Π.Κ. που εφάρμοσε, αφού προβάλλεται με σαφήνεια ότι η απάτη αιτία είχε τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων προς το νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρείας και την αντιπρόεδρο του Δ.Σ. αυτής, οι οποίες (ψευδείς παραστάσεις) έλαβαν χώρα εξακολουθητικώς τον Οκτώβριο του 1999, το τρίτο δεκαήμερο του Μαρτίου 2000 και τα τέλη Απριλίου του 2000, ενώ δεν είχε υποχρέωση να προβεί στην αναλυτική στάθμιση και αξιολόγηση καθενός αποδεικτικού μέσου χωριστά, ούτε να αποφανθεί τί προέκυψε από καθένα από αυτά. Οι επί μέρους αιτιάσεις ότι από τις αποδείξεις προέκυψε ότι πρόκειται περί αστικής διαφοράς και όχι περί ποινικής τοιαύτης με τη μορφή της απάτης και ότι κακώς καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για απάτη κατ' επάγγελμα, αφού κατ' επάγγελμα τέλεση αυτής δεν αποδείχθηκε, πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση και εκτίμηση του Δικαστηρίου, σημειουμένου μόνο του γεγονότος ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση της παραγρ. 1 του άρθρου 386 του Π.Κ. και όχι για παράβαση της παραγρ. 3 περ. α΄ του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα διαλαμβάνεται στην αίτηση αναίρεσης. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, που με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 1943/2006). Δεν επέρχεται, όμως, η αναφερόμενη απόλυτη ακυρότητα, αν τα μη αναγνωσθέντα έγγραφα αναφέρονται στην απόφαση διηγηματικά (Α.Π. 1191/2006, 1256/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, διατυπώνεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ως εκ του ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, με τις φράσεις "Να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι παρόμοια απατηλή πράξη μετήλθαν και σε βάρος άλλου δανειστή τους και συγκεκριμένα της εταιρείας "ΛΑΚΗΣ ΓΑΒΑΛΑΣ Α.Ε.", που ιδρύει στην Κηφισιά Αττικής και γι' αυτό παραπέμφθηκαν με τελεσίδικο βούλευμα στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας για να δικασθούν ως υπαίτιοι απάτης κατά συναυτουργία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία (απάτη) προκλήθηκε βλάβη άνω των 73.000 ευρώ", λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του δια την ενοχή των κατηγορουμένων, κάποιο βούλευμα, χωρίς προηγούμενη ανάγνωσή του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη και ιδίως από την μνεία στο σκεπτικό των μέσων που εκτιμήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της αναφερθείσας κρίσης, ότι το βούλευμα χωρίς μάλιστα αριθμό και έτος έκδοσης, αναφέρεται διηγηματικά και μόνο και δεν λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου για την ενοχή των κατηγορουμένων. IV.- Ο πέμπτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο επαναλαμβάνεται η κατά τα άνω αιτίαση, ότι δηλαδή κακώς λήφθηκε υπόψη το αναφερόμενο βούλευμα, χωρίς να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, για την υπόθεση στην οποία αυτό (βούλευμα) αναφέρεται, κατά παράβαση του άρθρου 364 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και καθ' υπέρβαση εξουσίας (Κ.Π.Δ. 510 παρ. 1 περ. Η΄), είναι, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, αβάσιμος και απορριπτέος, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, η ανάγνωση εγγράφων από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία (όμως) δεν εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, κάτι βέβαια που δεν συνέβη εν προκειμένω με την μη ανάγνωση του κατά τα άνω βουλεύματος, δεν επιφέρει κάποια ακυρότητα, διότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 Κ.Π.Δ., ούτε δε και στοιχειοθετείται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, της υπέρβασης εξουσίας (ΑΠ 1315/2006). Κατόπιν όλων αυτών πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της, στον δε αναιρεσείοντα θα επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), καθώς και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 23 Μαϊου 2007 και 29 Μαϊου 2007 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 414/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, το ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 2 Οκτωβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ