Αριθμός 1596/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Τ. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "HOTEL Α... A.E", που εδρεύει στο ... (Ξενοδοχείο "Α... ") και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ξενικάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "TEAS AE" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ευαγγελία Περράκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Ιουλίου 2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 6340/2011 απόφαση του Ιδίου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Απριλίου 2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 897 αριθμ. 4 του Κ.Πολ.Δικ. η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει μόνον με δικαστική απόφαση αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 901 του Κ.Πολ.Δικ. μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής αποφάσεως μόνον στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας, β) αν η απόφαση εκδόθηκε επί αντικειμένου που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία, γ) αν η απόφαση εκδόθηκε σε διαιτητική δίκη που έγινε κατά ανυπάρκτου φυσικού, προσώπου ή νομικού. Περαιτέρω κατά το άρθρο 902 του Κ.Πολ.Δικ. στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων, οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορούν, με προηγούμενη γνωμοδότηση του διοικητικού τους συμβουλίου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού της δικαιοσύνης και του υπουργού που έχει την εποπτεία του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου ή της ενώσεως. Τα ανωτέρω διατάγματα ορίζουν ποιές διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία κάθε επιμελητηρίου, χρηματιστηρίου ή ενώσεως, καθώς και τις λεπτομέρειες για την οργάνωση της διαιτησίας... Ενόψει της παραπάνω εξουσιοδοτικής διατάξεως και εκείνης του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος που ορίζει ότι: "Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της ..." εκδόθηκε το Π.Δ. 723/1979 "Περί συστάσεως παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος μονίμου διαιτησίας", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Συνίσταται παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος (TEE) μόνιμος διαιτησία προς επίλυσιν τεχνικών διαφορών". "Ως τεχνικαί διαφοραί νοούνται αι πάσης φύσεως διαφοραί αι προερχόμεναι εκ συμβάσεων μελέτης, εκτελέσεως, συντηρήσεως, λειτουργίας ή πάσης ετέρας αναλόγου επεμβάσεως επί τεχνικών έργων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και εν γένει επί θεμάτων εμπιπτόντων εις τας επιστημονικάς γνώσεις ή εμπειρίας των μελών του TEE". Επομένως, στη μόνιμη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, βάσει των ανωτέρω εξουσιοδοτικών διατάξεων, μπορούν να υπάγονται προς επίλυση μόνον "τεχνικές διαφορές", με την προαναφερόμενη έννοια που το ίδιο το 723/1979 π. δ/γμα ορίζει. Ο νομοθέτης υπήγαγε μόνο τις διαφορές αυτές στη μόνιμη διαιτησία του TEE, διότι απέβλεψε στις ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του. Έτσι, αποκλείεται η υπαγωγή στη διαιτησία αυτή άλλων διαφορών, που δεν είναι τεχνικές, αφού αυτές κείνται πέραν της προαναφερόμενης εξουσιοδοτήσεως, αλλά και πέραν της ρητής εξαιρετικής ρυθμίσεως του άρθρου 1 παρ. 2 του Π.Δ. 723/1979. Τέτοιες άλλες (μη τεχνικές) είναι και οι διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν από την αμφισβήτηση για τη σύναψη ή το περιεχόμενο μιας συμβάσεως έργου έστω και αν το αντικείμενο της συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας είναι τεχνικό έργο, κατασκευή ή εγκατάσταση, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή άμεσο αντικείμενο είναι η ερμηνεία και εφαρμογή των όρων της ως άνω συμβάσεως, για την επίλυση των οποίων απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις της νομικής επιστήμης και όχι η μελέτη, εκτέλεση, συντήρηση, λειτουργία τεχνικού έργου κατασκευής ή εγκαταστάσεως, άλλη επέμβαση επί τέτοιου έργου κατασκευής ή εγκαταστάσεως ή άλλο θέμα που εμπίπτει στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών του TEE. Επομένως, αν με συμφωνία υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία του TEE οποιαδήποτε άλλη διαφορά που δεν είναι τεχνική, κατά την παραπάνω έννοια, η σχετική διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, δεδομένου ότι οι διαιτητές που την εξέδωσαν, στηρίχθηκαν μεν σε υπαρκτή συμφωνία περί διαιτησίας, αλλά υπερέβησαν την εξουσία που τους έχει παράσχει ο νόμος. Εξετέρου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Ο δε από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται και όταν αυτή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ουσιώδες ζήτημα, νοούνται δε ως αιτιολογίες τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα. Στη προκειμένη περίπτωση από τη προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει κατ'ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της ότι το Εφετείο με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και με ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο νόμο δέχθηκε : 1) Ότι στη διαιτησία του Τ.Ε.Ε υπήχθη προς επίλυση ο προσδιορισμός των εργασιών που διαφοροποιήθηκαν σε σχέση με τις αρχικά προβλεπόμενες εργασίες στο ξενοδοχείο της ενάγουσας καθώς και εκείνων που δεν είχαν προβλεφθεί δηλαδή των πρόσθετων εργασιών, ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο για τη διαπίστωσή τους διενήργησε αυτοψία σε όλους τους χώρους του ξενοδοχείου με βάση την οποία και διαπίστωσε ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις ως προς το συμφωνημένο έργο που συνεπάγονται πρόσθετες εργασίες και αφαιρούμενες εργασίες που εξειδικεύονται στην διαιτητική απόφαση καθώς και αυξομοιώσεις του αρχικού συμφωνημένου κατ'αποκοπή κόστους ότι από τις επιπλέον ή επί έλαττον εργασίες ποσοτικές ή ποιοτικές διαφορές προκύπτει πρόσθετο κόστος 96.408,40 Ευρώ και από τις εκτελεσθείσες πρόσθετες εργασίες στον περιβάλλοντα χώρο προκύπτει πρόσθετο κόστος 269.897,08 ευρώ και 2) ότι οι επιπλέον εργασίες (πρόσθετες) που εκτελέστηκαν ενώ δεν προβλέπονταν στη εργολαβική σύμβαση, οι εργασίες που δεν εκτελέστηκαν, ενώ προβλεπόταν η εκτέλεση τους, καθώς και οι διαφορές στην ποσότητα και ποιότητα των εκτελεσθεισών εργασιών συνιστούν "τεχνικές διαφορές" κατά την έννοια του άρθρου 1 του π. δ/τος 723/1979 καθόσον απαιτούν ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του Τ.Ε.Ε. και δεν ανάγονται στην ερμηνεία και εφαρμογή των όρων της εργολαβικής σύμβασης ούτε στην αμφισβήτηση του τρόπου καθορισμού της αμοιβής του εργολάβου και του ύψους αυτής ούτε στη διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών που πηγάζουν από τη σύμβαση για τις οποίες απαιτούνται γνώσεις της νομικής επιστήμης καθώς και ότι οι ανωτέρω διαφορές καλύπτονται από την περιεχόμενη στην από 2-6-2003 εργολαβική σύμβαση, διαιτητική ρήτρα, ως προς το περιεχόμενο της οποίας δεν διαπιστώθηκε κενό ή ασάφεια από το Εφετείο ώστε ν' ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας, και η οποία ορίζει: "Κάθε μεταξύ των συμβαλλομένων διαφορά, διένεξη, διαφωνία και εν γένει αμφισβήτηση που θα αφορά ή θα έχει σχέση α) με την ερμηνεία των όρων και των συμφωνιών της συμβάσεως, β) την εν γένει εκτέλεση του έργου και τον τρόπο και χρόνο κατασκευής αποπερατώσεως και παραδόσεως του όλου ακινήτου και γ) τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων που απορρέουν από το παρόν και άλλες έγγραφες συμφωνίες μεταξύ των συμβαλλομένων θα λύεται υποχρεωτικά από διαιτησία από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος". Επομένως οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος από τον αριθ. 1 , δεύτερος και τρίτος από τους αριθ. 1 και 19 και πέμπτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους αποδίδεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 901 περ. α' Κ.Πολ.Δ.( με τον πρώτο) υπό την αιτίαση ότι οι ανωτέρω διαφορές δεν υπαγόταν καθόλου στην ανωτέρω διαιτητική ρήτρα και 897 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα και 1 π. δ/τος 723/1979 ( με τους λοιπούς) υπό την αιτίαση της υπέρβασης της εξουσίας των διαιτητών διότι οι ανωτέρω διαφορές δεν ήταν τεχνικές διαφορές, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτοι διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις θεμελιώνονται σε πραγματικά περιστατικά που δεν αποτελούν παραδοχές της απόφασης με βάση τις οποίες και μόνο ερευνώνται οι από τους ανωτέρω αριθμούς πλημμέλειες. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μή των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεως του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολομ.ΑΠ 2/2008, Ολομ.ΑΠ 14/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε: α) την αγωγή, β) την από 2-6-2003 εργολαβική σύμβαση και γ) την υπ' αριθμό 30/2010 διαιτητική απόφαση. Ως προς τα υπό στοιχεία α' και γ' έγγραφα, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για αποδεικτικά έγγραφα υπό την ως άνω έννοια, ενώ, ως προς την εργολαβική σύμβαση, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε αυτή υπόψη. Επομένως, κατά τούτο, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.- Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-4-2012 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Αφοι Τ. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε" για αναίρεση της υπ' αριθ. 6340/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ. Και ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ