Αριθμός 18/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Λ. Μ. του Ο., κατοίκου ... 2.Χ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 3. Φ. Σ. του Μ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αχμέτ Κιούρτ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Μύκης της Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης, που εδρεύει στη Σμίνθη Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης, όπως νόμιμα εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2018 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-6-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 7425/11.8.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Ξάνθης, Α. - Σ. Τ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 17.6.2020 και με αριθ. κατάθεσης 26/18.6.2020 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (11.10.2022), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτών προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην τελευταία δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσίβλητος Δήμος. Συνεπώς, πρέπει, παρά την απουσία του, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. 2.-Με την από 17.6.2020 και με αριθ. κατάθεσης 26/18.6.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 Ν. 1418/1984 (ήδη του άρθρου 175 Ν. 4412/2016) υπ' αριθμ. 119/12.9.2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά του αναιρεσιβλήτου Δήμου την από 3.11.2014 και με αριθμό κατ. Μ.Ειδ.284/4.11.2014 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 35/22.2.2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι είναι αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Πενταμελές Εφετείο Θράκης. Μετά από κλήση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, το τελευταίο δικαστήριο, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα εντός διετίας από τη δημοσίευση της τελευταίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι μολονότι η υπόθεση έπρεπε να εισαχθεί προς εκδίκαση στο αρμόδιο Α1 ή Α2 πολιτικό Τμήμα του ΑΠ, αφού πρόκειται για ενοχική αξίωση, εν τούτοις το τμήμα τούτο (Β2), που δικάζει αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, θα κρατήσει και θα δικάσει την υπόθεση, διότι, σύμφωνα με το τελ. εδάφιο της παρ. 4 του ΠΔ 376/1997 (ΦΕΚ Α' 246/10.12.1997 - Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου), "Η εισαγωγή υπόθεσης σε μη αρμόδιο, κατά τις άνω διατάξεις, πολιτικό Τμήμα, δεν συνεπάγεται απαράδεκτο ή ακυρότητα". 3.-Με το αρθρ. 13 του ν. 1418/1984 και ήδη αρθρ. 77 του ν.3669/2008 καθιερώθηκε εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου και ειδική διαδικασία για την επίλυση των διαφορών από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, δηλαδή έργου κατά την έννοια του αρθρ. 1 των νόμων αυτών, που εκτελείται από τους αναφερόμενους στο αρθρ. 14§1 του ν. 2190/1994 φορείς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου και αντίστοιχα η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία καλύπτει και τις αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που γεννιούνται από την εκτέλεση δημόσιου έργου, όταν η σχετική σύμβαση είναι άκυρη, όπως συμβαίνει όταν η σύμβαση κατά παράβαση του αρθρ. 41 του ν.δ/τος 496/1974 "περί Κωδικός Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." καταρτίστηκε προφορικά, αφού και στην περίπτωση αυτή η αγωγή έχει ως ιστορική βάση για τον προσδιορισμό της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό την εκτέλεση του δημόσιου έργου και συντρέχει συνεπώς ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Έτσι ισχύει και η ρύθμιση της παραγράφου 6 του αρθρ. 77 του ν. 3669/2008, κατά την οποία αναίρεση κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1392/2017, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1499/2009). Επομένως, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι ο πρώτος, ως προς το δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού και ο δεύτερος των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 8, 11γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού στο πλαίσιο της παρούσας δίκης με αντικείμενο αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που συνδέονται με την εκτέλεση δημόσιων έργων στο πλαίσιο προφορικών και συνεπώς άκυρων συμβάσεων, αποκλείονται, κατά τα προεκτεθέντα, τέτοιοι λόγοι, με τους οποίους μάλιστα επιχειρείται και τη φορά αυτή να πληγεί στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης. 4.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, επικαλούμενοι πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι αυτή εσφαλμένως υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις ανωτέρω διατάξεις (τις οποίες δεν αναφέρουν), ενώ με τη σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο νόμο και τη σωστή εκτίμηση των αποδείξεων, έπρεπε να δεχθεί την αγωγή τους. Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης (από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως προς το πρώτο του σκέλος), είναι αόριστος, διότι στο οικείο δικόγραφο της αίτησης δεν αναφέρονται οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν προκειμένου να ελεγχθεί, αν υπάρχουν νομικά σφάλματα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή αν παραβιάσθηκαν διατάξεις του νόμου (και ποιου), στον οποίο, αορίστως, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. 5.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Θέμα επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττώνται στη δίκη, δεν τίθεται, διότι λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου, αυτός δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.6.2020 και με αριθμό κατ. 26/18.6.2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 119/12.9.2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης..- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023 . H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ