Αριθμός 536/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στη ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τιμόθεο Σιγάλα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Σπυροπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 552/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 17-6-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την από 17.6.2022 και με αριθ. κατάθ. 4802/533/20.6.2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 552/2.2.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης των από: α) 9.6.2021 και με αριθμό κατ. 44379/3504/11.6.2021 και β) 6.7.2021 και με αριθμό κατ. 54163/4197/8.7.2021, αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 41/21.1.2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγιναν τυπικά δεκτές αμφότερες οι εφέσεις, αλλά απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 6.7.2021 έφεση της εναγομένης, ενώ έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 9.6.2021 έφεση της ενάγουσας και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 4.12.2019 και με αριθμό κατ. 2845/2019 αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη και είχε υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 7.984,69 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αυτής διακρίσεις, έως την ολοσχερή εξόφληση. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 25.072,35 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους κονδύλιο, από τους χρόνους που αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, στις 15 Ιουνίου 2022, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3814ΣΤ'/15.6.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Π., η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 20 Ιουνίου 2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αγωγή του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης, δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας και την ακυρότητα της καταγγελίας που προτάθηκε κατ' αντένσταση ή αποτέλεσε αυτοτελές αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1331/2022, ΑΠ 1673/2007). Επομένως, η εν λόγω απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο όσον αφορά την αξίωση για επιδίκαση μισθών υπερημερίας μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος (ΑΠ 1331/2022, ΑΠ 118/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση, Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι ενστάσεις που προτάθηκαν, ασχέτως της νομικής τους θεμελίωσης. Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις από το δικονοµικό δίκαιο, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές στηρίζονται επί απλού πραγµατικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωµα του εναγοµένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια. Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν το κατ` ουσία βάσιµο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασμένο. Καλύπτονται επίσης οι κατά του προδικαστικού ζητήµατος ενστάσεις κατά την ίδια έκταση, είτε το προδικαστικό ζήτηµα αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το επίδικο δικαίωµα (κύριο ζήτηµα) και αδιαφόρως εάν η ένσταση ανάγεται στην ύπαρξη της προδικαστικής έννοµης σχέσης ή στην έκταση της ευθύνης απ' αυτή. Η ένσταση που δεν προτάθηκε καλύπτεται από το δεδικασµένο, εφόσον ήταν δυνατόν να προταθεί κατά τη διάρκεια προηγούµενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούµενα για την θεµελίωσή της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 856/2014, ΑΠ 1017/2001). Κατά τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 330 εδ. β' του ΚΠολΔ, από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί με κύρια αγωγή. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι το δεδικασμένο δεν καλύπτει και τις μη προταθείσες γνήσιες ενστάσεις, που στηρίζονται σε δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο με κύρια αγωγή αλλά και ανεξάρτητα από τη δικαιολογητική σχέση, που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Στην εξαίρεση αυτή υπάγονται οι καλούμενες γνήσιες μη αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις. Ωστόσο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν κάποια από τις ενστάσεις αυτές που δεν προτάθηκε καλύπτεται από το δεδικασμένο, θα πρέπει να ερευνηθεί αν, σε περίπτωση παραδοχής της, θα οδηγούσε σε κατάλυση ή περιορισμό του δεδικασμένου, διότι δεν θα πρέπει το εν λόγω δικαίωμα, αν ασκηθεί με αγωγή και γίνει δεκτό από το δικαστήριο, να οδηγεί σε αναγνώριση ή απαγγελία έννομης συνέπειας, ασυμβίβαστης με το δεδικασμένο, δεδομένου ότι η ίδια η έννοια του δεδικασμένου αποκλείει την παραδοχή κάθε αντίθετου προς αυτό δικαιώματος που αναιρεί ή περιορίζει την έννομη συνέπεια, η οποία αναγνωρίστηκε με την τελεσίδικη απόφαση. Έτσι, για να καλυφθεί από το δεδικασμένο μια τέτοια ένσταση που δεν προτάθηκε, θα πρέπει η έννομη αυτής συνέπεια να είναι ασυμβίβαστη προς εκείνη που απαγγέλθηκε από την τελεσίδικη απόφαση, ήτοι το δικαίωμα, στο οποίο στηρίζεται η ένσταση, να αντιφάσκει προς το δεδικασμένο (ΑΠ 1058/2019, ΑΠ 58/2019, ΑΠ 456/2018). Τέλος, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα υπόθεση άρθρο 66 παρ. 5 εδ. β' του ν. 4808/2021, η ισχύς του οποίου, κατ' άρθρο 165 αυτού, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19.6.2021) "Όταν το ποσό της αποζημίωσης υπολείπεται του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης, λόγω προφανούς σφάλματος ή εύλογης αμφιβολίας ως προς τη βάση υπολογισμού αυτής, δεν αναγνωρίζεται η ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά διατάσσεται η συμπλήρωση της αποζημίωσης καταγγελίας". 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015 ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων προς εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 7/2013, ΑΠ 1058/2019, ΑΠ 869/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει, ως απαράδεκτη, την ένστασή της περί συγγνωστής πλάνης ως προς τη μη καταβολή, εκ μέρους της αποζημίωσης απόλυσης στην ενάγουσα, αφενός μεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 288 ΑΚ, 66 παρ. 5 εδ. β'του ν. 4808/2021 (πρώτος λόγος αναίρεσης), αφετέρου δε κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την υπ'. αριθμ. 5789/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την ένσταση της συγγνωστής πλάνης, παρόλο που αυτή εξαιρείται και δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, αφού μπορεί να προταθεί με αυτοτελή αγωγή (δεύτερος λόγος αναίρεσης). Αναφορικά με τους λόγους αυτούς το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με το δεύτερο (Β) λόγο της έφεσής της, η εναγομένη - εκκαλούσα παραπονείται για την (εσφαλμένη, κατά τους ισχυρισμούς της) απόρριψη, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, της ένστασης περί συγγνωστής πλάνης ως προς τη μη καταβολή, εκ μέρους της, της αποζημίωσης απόλυσης στην ενάγουσα, την οποία (ένσταση) είχε υποβάλει με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της αλλά και με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά. Ωστόσο, η ένστασή της αυτή, προβληθείσα για πρώτη φορά στη δίκη που ανοίχθηκε με την προκειμένη αγωγή, με την οποία η ενάγουσα αξιώνει αποδοχές υπερημερίας μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος από εκείνες που αξίωσε με την προηγούμενη από 26.3.2018 αγωγή της, ορθά απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, ως προταθείσα απαράδεκτα, αφού καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την 5789/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, κατά της οποίας, μάλιστα, δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα (όπως αποδέχεται και η ίδια η εναγομένη, στο δικόγραφο της υπό κρίση έφεσής της, βλ. σελ.4), σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη. Πιο συγκεκριμένα, η ως άνω ένσταση, παρότι δεν προτάθηκε στην προηγούμενη δίκη που είχε ανοιχθεί με την από 26.3.2018 αγωγή, καλύπτεται από το δεδικασμένο της ως άνω τελεσίδικης απόφασης που εκδόθηκε επ' αυτής, εφόσον α) υπήρχαν από τότε όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της γεγονότα, και β) δεν στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί με κύρια αγωγή και δεν είναι ανεξάρτητη από τη δικαιολογητική σχέση που κρίθηκε στο πλαίσιο της δίκης εκείνης. Συνεπώς, και ο λόγος αυτός (Β) της έφεσης της εναγόμενης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 140, 141, 288 ΑΚ, 66 παρ. 5 εδ. β'του ν. 4808/2021, αφετέρου δε ορθά δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την (μη) προβολή της ένστασης συγγνωστής πλάνης. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στο οικείο κεφάλαιο (2) της παρούσας, η ένσταση αυτή, παρόλο που δεν προτάθηκε στην προηγούμενη δίκη, που είχε ανοιχθεί με την από 26.3.2018 αγωγή, καλύπτεται από το δεδικασμένο της ως άνω τελεσίδικης απόφασης που εκδόθηκε επ' αυτής, εφόσον α) υπήρχαν από τότε όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της γεγονότα, και β) δεν στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί με κύρια αγωγή και δεν είναι ανεξάρτητη από τη δικαιολογητική σχέση που κρίθηκε στο πλαίσιο της δίκης εκείνης. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β' του ν. 4808/2021 κατά την οποία δεν αναγνωρίζεται η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όταν το ποσό της αποζημίωσης υπολείπεται του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης, λόγω προφανούς σφάλματος ή εύλογης αμφιβολίας ως προς τη βάση υπολογισμού αυτής, αλλά διατάσσεται η συμπλήρωση της αποζημίωσης καταγγελίας, δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφενός μεν διότι η ισχύς του νόμου αυτού, κατ' άρθρο 165, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 101/19.8.2021), ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της δημιουργίας δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 5789/17.10.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αφετέρου δε διότι το ανωτέρω άρθρο κάνει λόγο για συμπλήρωση της ελλιπούς αποζημίωσης και δεν έχει εφαρμογή επί παντελούς μη καταβολής αποζημίωσης καταγγελίας, όπως εν προκειμένω. Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 4. Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/20.3.2013 "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 440/2016, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 359/2015). Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται (ΑΠ 868/2018). Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 868/2018, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 223/2014). Ειδικότερα, απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ένστασης του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 223/2014). Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική ( ΑΠ 118/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). 5. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη, προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, ήδη εφεσίβλητη και εκκαλούσα, την 18.4.2016, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διάρκειας ορισμένου χρόνου, με ημερομηνία λήξης την 18.6.2016, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, από Δευτέρα έως Παρασκευή, με ωράριο από 8:30' πμ έως 4:30'μμ και με μηνιαίες αποδοχές 953,73 ευρώ. Η σύμβαση αυτή, μετά τη λήξη της, ανανεώθηκε διαδοχικά: α) με την από 19.6.2016 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου χρόνου, με ημερομηνία λήξης την 18.8.2016 και β) με την από 19.8.2016 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου χρόνου, με ημερομηνία λήξης την 31.12.2016, με τους ίδιους, κατά τα λοιπά, ως άνω όρους. Εντούτοις, και μετά την 31.12.2016, οπότε έληξε τυπικά και η τελευταία από τις προαναφερθείσες συμβάσεις εργασίας, η ενάγουσα συνέχισε να εργάζεται και από 2.1.2017 έως 9.1.2017. Την 10.1.2017, η εναγομένη προσέλαβε τυπικά εκ νέου την ενάγουσα, με σύμβαση εργασίας, διάρκειας αορίστου χρόνου αυτή τη φορά, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως, και με μηνιαίο μισθό 1.003,73 ευρώ. Με τους όρους αυτούς, η ενάγουσα εργάστηκε, ως υπάλληλος στα γραφεία της εναγομένης, μέχρι την 27.12.2017, οπότε η τελευταία της επέδωσε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, χωρίς καταβολή αποζημίωσης, την οποία, στη συνέχεια, η ενάγουσα προσέβαλε, με την από 26.3.2018 αγωγή που άσκησε, κατά της εναγομένης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την αγωγή εκείνη, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, αλλά και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας 2018 κλπ αξιώσεις από τα έτη 2016 και 2017, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή εκδικάστηκε στο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο, με την 1441/2018 απόφασή του, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Κατά της απόφασης εκείνης, η ενάγουσα άσκησε έφεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 5789/2019 απόφαση, με την οποία εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και, αφού κρίθηκε ότι η ενάγουσα συνδεόταν με την εναγόμενη με ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 27.12.2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και υποχρεώθηκε η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 8.996,66 ευρώ, το οποίο, κατά το μέρος του από 5.018,65 ευρώ αφορά σε μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 28.12.2017 έως 28.5.2018 (δηλαδή, πέντε μηνών). Μεταξύ δε, και άλλων κονδυλίων, επιδικάστηκαν στην ενάγουσα επιδόματα εορτών και αδείας για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, (δηλαδή, μέχρι την άσκηση της από 26.3.2018 αγωγής). Αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω απόφασης αυτού του Δικαστηρίου (5789/2019), με επιταγή προς πληρωμή, επέδωσε η ενάγουσα στην εναγομένη, την 19.9.2019, και η τελευταία κατέβαλε το επιταχθέν ποσό. Ωστόσο, για όλο το μετέπειτα και ήδη επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή, μέχρι και 30.3.2020, η εναγομένη αρνούταν την προσήκουσα αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας, παραμένουσα, για το λόγο αυτό, σε καθεστώς υπερημερίας, το οποίο δεν έχει διακοπεί ούτε έχει παύσει με τυχόν νέα, έγκυρη καταγγελία (στην οποία η εναγομένη θα μπορούσε να προβεί, ιδίως μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας της από 27.12.2017 καταγγελίας της, αλλά δεν το έπραξε), αλλά ούτε και με κανέναν άλλο νόμιμο τρόπο από αυτούς που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας. Τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον πέμπτο (Ε) λόγο της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο παραπονείται για εσφαλμένη απόρριψη της επικουρικώς προβληθείας ένστασής της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, περί μη προσήκουσας παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας (και συνεπεία τούτου, διακοπής της υπερημερίας της, από 19.11.2019), είναι αβάσιμα και ο λόγος αυτός της έφεσής της είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα δικαιούται όλες τις αποδοχές υπερημερίας τις οποίες ζητά με την αγωγή, δηλαδή, τους μηνιαίους μισθούς της που αντιστοιχούν στο επίδικο διάστημα (από 29.5.2018 έως 30.3.2020) και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των (1.003,73 ευρώ X 22 μήνες) 22.082,06 ευρώ, την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων του 2018 (από 29.5.2018) ύψους 920,10 ευρώ (δηλ. αφαιρουμένου από το ακέραιο των 1.045,55 ευρώ του ποσού των 125,45 ευρώ που της έχει ήδη επιδικαστεί με την απόφαση 5789/2019), το επίδομα Πάσχα 2019 ποσού 522,78 ευρώ (δηλ. το ήμισυ του μηνιαίου μισθού της συν την προσαύξηση επιδόματος αδείας), το επίδομα Χριστουγέννων 2019 ποσού 1.045,55 ευρώ (1.003,73 + 41,82 ευρώ ως προσαύξηση επιδόματος αδείας), καθώς και το επίδομα αδείας 2019 ποσού 501,86 ευρώ. Συνολικά δε, πρέπει να της επιδικαστεί το ποσό των (22.082,06 + 920,12 + 522,78 + 1.045,55 + 501,86) 25.072.35 ευρώ, όλα δε, με το νόμιμο τόκο από τότε που καθένα από τα επιμέρους ποσά κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, δηλαδή, κάθε κονδύλι μηνιαίου μισθού (1.003,73 ευρώ) από την 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα από εκείνον στον οποίο αφορά, το επίδομα Χριστουγέννων 2018 από 1.1.2019, το επίδομα Πάσχα 2019 από 1.5.2019, τα επιδόματα Χριστουγέννων και αδείας 2019 από 1.1.2020. Όσον αφορά στη νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, λόγω κακόβουλης μη αναζήτησης εργασίας εκ μέρους της ενάγουσας, την οποία πρόβαλε παραδεκτά η εναγομένη, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε καμία δολιότητα της ενάγουσας, ούτε κακόβουλη αποφυγή εκ μέρους της προς ανεύρεση εργασίας κατά τη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος. Αντίθετα, μάλιστα, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, κατά το επίδικο διάστημα, εκδήλωσε σχετικό ενδιαφέρον, υποβάλλοντας πολλές αιτήσεις, συνοδευόμενες από το βιογραφικό της, προκειμένου να προσληφθεί σε επιχειρήσεις, προσπάθειες, όμως, οι οποίες απέβησαν άκαρπες (βλ. τις πλείστες προσκομιζόμενες αιτήσεις της, που έχουν καταχωρηθεί ηλεκτρονικά στις διαδικτυακές πλατφόρμες αναζήτησης εργασίας www.jobfind.gr & www.Kariera.gr). Η δε μνεία, από την εναγομένη, και η προσκομιδή αγγελιών περί προσφορών εργασίας και η επίκληση και προσκόμιση προκηρύξεων θέσεων εργασίας στο δημόσιο (βλ. προσκομιζόμενα ΦΕΚ τεύχη ΑΣΕΠ) ή σε ν.π.δ.δ. (Δήμος Αμαρουσίου), δεν αντικρούει βάσιμα τη σοβαρή προσπάθεια που κατέβαλε η ενάγουσα να βρει εργασία, ούτε από τις αγγελίες και τις προκηρύξεις αυτές προκύπτει αδικαιολόγητη και κακόβουλη αεργία της ενάγουσας (δεν προκύπτει καν εάν αυτή πληροί τα ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα για τις επικαλούμενες προκηρυχθείσες θέσεις εργασίας, αλλά ούτε ακόμη και εάν έλαβε έγκαιρα γνώση των συγκεκριμένων προκηρύξεων και τις αγνόησε ηθελημένα ή/και δόλια). Εξάλλου, ούτε ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η ενάγουσα παρέμεινε θεληματικά άνεργη, ενώ και στην ερώτηση ακόμη που του έγινε, εάν, υπήρξε κάποια, έστω, αμέλεια από την πλευρά της ενάγουσας στο να βρει εργασία, απάντησε αφενός "Δεν μπορώ να το γνωρίζω αυτό", συνεχίζοντας αφετέρου, χωρίς σαφήνεια, με την αστήρικτη σε περιστατικά αξιολογική κρίση του: "Εγώ νομίζω ότι όποιος ήθελε να βρει θα μπορούσε να βρει. Με λίγη προσπάθεια θα μπορούσε να βρει εργασία". Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, κάνοντας εν μέρει δεκτή την προκειμένη ένσταση της εναγομένης, έσφαλε, τόσο κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, όσο και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, και η εκκαλούμενη απόφασή του πρέπει να εξαφανιστεί, δεκτών γενομένων και των δύο λόγων της έφεσης της ενάγουσας, ως βάσιμων. Αντίθετα, όσα ισχυρίζεται η εναγομένη με τον πρώτο (Α) λόγο της έφεσής της, περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων προς τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή, καθώς και με τον τέταρτο (Δ) λόγο της έφεσης, είναι αβάσιμα και, για το λόγο αυτό, απορριπτέα". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με την απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσείουσας με την οποία υποστηριζόταν ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άσκηση της αξίωσής της για καταβολή των αποδοχών της υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος από 29.5.2018 έως 30.3.2020 είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, έχει διαλάβει αιτιολογίες επί του ζητήματος τούτου, αλλά και οι αιτιολογίες αυτές και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα. Οι αιτιολογίες αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και δη εκείνων των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ. Επομένως, ο τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, επί του ζητήματος που αναφέρεται ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ` Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Αίτηση, κατά την ανωτέρω έννοια αποτελεί και η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008). Επίσης, τέτοια αίτηση είναι αυτή, με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 687/2017, ΑΠ 123/2016).Το παραδεκτό της πρότασης του λόγου, προϋποθέτει ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1093/2014). Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του (ΑΠ 289/2017). Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ` ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 761/2017, ΑΠ 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 143/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα νομίμως αίτησή της να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιδείξει α) έγγραφα σχετικά "με το επίδομα ανεργίας που έλαβε από τον ΟΑΕΔ, καθώς και οποιοδήποτε άλλο ποσό της καταβλήθηκε από άλλον εργοδότη στον οποίο τυχόν απασχολήθηκε" και β) "Αλληλογραφία με υποψήφιους εργοδότες, περιλαμβανομένων των αιτήσεων που υπέβαλε για ανεύρεση άλλης εργασίας, των βιογραφικών σημειωμάτων που υπέβαλε, των προσκλήσεων σε συνέντευξη για ανεύρεση άλλης εργασίας και των τελικών απαντητικών επιστολών" και για την επίδειξη των οποίων έχει έννομο συμφέρον. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει τα στοιχεία, με βάση τα οποία θα μπορούσαν να προσδιοριστούν τα έγγραφα (αποδείξεις, αλληλογραφία, προσκλήσεις κλπ), των οποίων ζητείται η επίδειξη, ούτε το περιεχόμενο αυτών. Πέραν τούτου όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο αφενός μεν απέρριψε ρητά το αίτημα επίδειξης εγγράφων σχετικά με τα ληφθέντα επιδόματα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ (κατά την εξέταση της ένστασης των αλλαχού κερδηθέντων), αφετέρου δε απέρριψε, χωρίς ειδική ρητή αναφορά, το αίτημα επίδειξης των σχετικών με την κακόβουλη αποφυγή εκ μέρους της ενάγουσας ανεύρεσης εργασίας, θεωρώντας, όμως, ότι αποδείχθηκε, όπως κατά λέξη αναφέρει ότι: "η ενάγουσα, κατά το επίδικο διάστημα, εκδήλωσε σχετικό ενδιαφέρον, υποβάλλοντας πολλές αιτήσεις, συνοδευόμενες από το βιογραφικό της, προκειμένου να προσληφθεί σε επιχειρήσεις, προσπάθειες, όμως, οι οποίες απέβησαν άκαρπες (βλ. τις πλείστες προσκομιζόμενες αιτήσεις της, που έχουν καταχωρηθεί ηλεκτρονικά στις διαδικτυακές πλατφόρμες αναζήτησης εργασίας www.jobfind.gr & www.Kariera.gr). Επομένως, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα της αναιρεσείουσας και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. 7. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αμαιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.6.2022 και με αριθμό κατάθ. 4802/533/20.6.2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 552/2.2.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ