Αριθμός 744/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ", το οποίο εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "B. Ε. Α. Ε. Ε., Ε. Κ. Δ. Ι. Κ. Δ. Π.", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24706/2009 και 319/2012 μη οριστικές και 8709/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2143/2019 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-12-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά αγοραστή εμπορευμάτων προς καταβολή του τιμήματος, πρέπει να περιέχει τη σύμβαση και το χρόνο κατάρτισής της, τα πωληθέντα είδη και τις επί μέρους τιμές μονάδος κάθε πωληθέντος είδους (ΑΠ 818/2017, ΑΠ 1399/2011). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από τον κανόνα του άρθρου αυτού, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας και έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι` αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ. ΑΠ 218/1977), προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, αν δηλαδή η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγόμενου δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 501/2016). Αν όμως η βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), με την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (Ολ. ΑΠ 2/2019). Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνον εάν η ερειδόμενη στην έγκυρη σύμβαση κυρία βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ` ένσταση του εναγόμενου, απετέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης. Έτσι, πληρούται με τον τρόπο αυτόν ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (Ολ. ΑΠ 23/2003, ΑΠ 300/2022, ΑΠ 261/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 3-7-2008 αγωγή της, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι διατηρεί στο ... Αττικής, επιχείρηση εμπορίας (εισαγωγές-διανομές) ιατρικών και διαγνωστικών προϊόντων και ότι στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2007 έως 21-12-2007, κατήρτισε με το εναγόμενο νοσοκομείο και μετά από σχετικές έγγραφες παραγγελίες της διοίκησης του τελευταίου, διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, δυνάμει των οποίων πώλησε και παρέδωσε σ' αυτό αναλώσιμα υλικά εργαστηρίου, αντιδραστήρια προσδιορισμού μικροβιολογικών εξετάσεων, αντιδραστήρια προσδιορισμού ανοσολογικών εξετάσεων, αναλώσιμα υλικά και αντιδραστήρια βιοχημικών αναλυτών, αναλώσιμα και αντιδραστήρια αιματολογικών αναλυτών κλπ., όπως αυτά (πωληθέντα είδη) εξειδικεύονται στην αγωγή κατά είδος, κωδικό, ποσότητα, τιμή μονάδος με ΦΠΑ και συνολική αξία. Ότι για τα ως άνω πωληθέντα είδη εξέδωσε τα αναφερόμενα στην αγωγή εβδομήντα τέσσερα (74) τιμολόγια τα οποία συνόδευαν κατά την παράδοσή τους τα πωληθέντα είδη και επί των οποίων (τιμολογίων) αναγραφόταν υπό την ένδειξη "σχόλια" o σχετικός αριθμός απόφασης της Διοίκησης του εναγομένου αναφορικά με την προμήθεια, είτε ο αριθμός παραγγελίας του κάθε είδους. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι πώλησε τις αναλυτικά αναφερόμενες ποσότητες των ειδών GP TEST ΚΙΤ ντκ2, νιτΕκ 2 MIC/AST Ρ536Ι GENBOX C02x10, FLlJOPREP 15 ML. ARTHRI SLlDEX (RA TEST), LACTATE ΡΑΡ ιιΧιο ML, SLIDEX MENINGITIS, BacT/ALERT FA FAN Aerobic, BacT/ ALERT ΕΝ FANl τοΧο SPOT 1F 100 TEST, PBS POWDER ΤΟ 4x1 LT, ΑΤΒ FlJNGlJS 3.25 TESTS, νιτΕΚ 2 CARD MIC/AST, FLUCLINE SORBENT FTA-ABS 5 ML Ι TREPO SPOT 1F 100 TEST, νιτΕΚ 2 ACCESSORY ΚΙΤ, CAMPYLOSEL ΙΙ 20 PETRI, BacT/ALERT MP Process, MB/BACT ENRICH. FLUID, GENEOX ANAER ΧΙΟ, GN TEST ΚΙΤ ντκ2, GP TEST ΚΙΤ VTK2, AST-P532, ΜΒ MYCOBACTERIA, MB/BACT ANTlB.SUPPLl BacT/ALERT SA Standard, BacT/ALERT SN Standard, SLIDEXMRSA DETECTION, LOWENSTEIN-JENSEN, κλπ., έναντι του αναφερόμενου τιμήματος για κάθε μία από τις εβδομήντα τέσσερις (74) επί μέρους συμβάσεις πώλησης μετά του αναλογούντος ΦΠΑ, και συνολικού τιμήματος 102.589,74 ευρώ, όπως το ποσό αυτό διορθώθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που ήταν καταβλητέο μετά παρέλευση 60 ημερών από την παραλαβή. Ότι το εναγόμενο νοσοκομείο παρέλαβε κανονικά όλα τα πωληθέντα ιατρικά υλικά χωρίς να εκφράσει οποιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη, δεν κατέβαλε, όμως, το ως άνω τίμημα των πωλήσεων. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε, όπως το αίτημά της περιορίστηκε παραδεκτά κατά το ποσό των 22.852,85 ευρώ, το οποίο κατέβαλε μετά την άσκηση της αγωγής το εναγόμενο και με το οποίο εξοφλήθηκαν τα αναφερόμενα αναλυτικά τιμολόγια, να υποχρεωθεί το εναγόμενο νοσοκομείο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 79.736,89 ευρώ, κυρίως με βάση τις διατάξεις της σύμβασης πώλησης, και επικουρικά σύμφωνα μ' εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γιατί σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι είναι άκυρες οι συμβάσεις πώλησης, το εναγόμενο, που παρέλαβε και έλαβε στην κυριότητά του τα πωληθέντα εμπορεύματα στο πλαίσιο των άκυρων συμβάσεων, χωρίς νόμιμη αιτία, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιώτερο και υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία, η οποία (ωφέλεια) συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση των παραδοθέντων εμπορευμάτων και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την προμήθεια των ίδιων πραγμάτων ανέθετε, με έγκυρες συμβάσεις, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια προϊόντα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 24706/2009 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση λόγω εκπρόθεσμης κατάθεσης προτάσεων από τους διαδίκους, στη συνέχεια η υπ' αριθ. 319/2012 μη οριστική απόφαση, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να προσκομιστεί από την ενάγουσα σχετική πράξη ή βεβαίωση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αναφορικά με την επίδικη δαπάνη και τέλος εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8709/2016 προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε αυτή (αγωγή) μη νόμιμη κατά την κύρια από τη σύμβαση βάση της, λόγω υπέρβασης του ορίου της απ' ευθείας ανάθεσης προμήθειας, ενώ κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ ΑΚ, στη συνέχεια δε έγινε δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο Νοσοκομείο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 79.736,89 ευρώ με το νόμιμο τόκο (6%) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε το εναγόμενο την από 2-3-2017 έφεσή του, παραπονούμενο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2143/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η έφεση. Την απόφαση αυτή προσβάλλει το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε το Εφετείο απαράδεκτο, ήτοι δεν έκανε δεκτή την ένσταση αοριστίας της αγωγής, την οποία νόμιμα προέβαλε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον στην ένδικη αγωγή αναφέρονται όλως αορίστως τα διάφορα προϊόντα, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευσή τους, με συνέπεια να είναι αδύνατη η αντίκρουση της αγωγής και ο σχηματισμός πλήρους δικανικής πεποίθησης. Με το παραπάνω, όμως, περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιγράφονται τα προϊόντα, τα οποία πωλήθηκαν ακύρως χωρίς την τήρηση της διαδικασίας που απαιτείται για την προμήθεια και αγορά των αναφερομένων στην αγωγή υλικών και η παράδοση αυτών στο εναγόμενο, με ενσωμάτωση μάλιστα στην αγωγή των εκδοθέντων εβδομήντα τεσσάρων (74) τιμολογίων, σε καθένα από τα οποία διαλαμβάνεται ρητή, σαφής και πλήρης περιγραφή των βιοδιαγνωστικών και λοιπών προϊόντων που προορίζονται για τα εργαστήρια του εναγόμενου, και αφορούν σε αναλώσιμα υλικά εργαστηρίου, αντιδραστήρια προσδιορισμού μικροβιολογικών εξετάσεων, αντιδραστήρια προσδιορισμού ανοσολογικών εξετάσεων, αναλώσιμα υλικά και αντιδραστήρια βιοχημικών αναλυτών, αναλώσιμα και αντιδραστήρια αιματολογικών αναλυτών κλπ., ήτοι τα παραδοθέντα στο εναγόμενο προϊόντα αναφέρονται με ιατρικούς όρους, που παραπέμπουν ευθέως στο πωλούμενο είδος, κατά κωδικό, ποσότητα, τιμή μονάδας, ΦΠΑ και συνολική τιμή. Έτσι, διαλαμβάνονται, στην αγωγή, όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία της απαίτησης της ενάγουσας, αφού γίνεται πλήρης περιγραφή των πωληθέντων (ακύρως) και παραδοθέντων ιατρικών ειδών, από την οποία προκύπτει η ταυτότητα αυτών, κατά είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας και συνολική, χωρίς να καταλείπεται η επικαλούμενη από το εναγόμενο αμφιβολία για το είδος των αντιδραστηρίων ή αναλωσίμου, ενώ οι λατινικοί χαρακτήρες είναι η διεθνής ιατρική ονομασία των προϊόντων και δεν αποτελούν ακρωνύμια ή συντμήσεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο. Συνεπώς, στην αγωγή, στην οποία γίνεται σώρευση της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, λόγω ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως, περιγράφονται πλήρως τα προϊόντα τα οποία παρέλαβε το εναγόμενο από την ενάγουσα και, έτσι, προσδιορίζεται η ωφέλεια από την εξοικονόμηση της δαπάνης στην οποία θα υποβαλλόταν αν προμηθευόταν αυτά από τρίτο, με έγκυρες συμβάσεις που θα καταρτίζονταν με την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας του διαγωνισμού. Επομένως, το Εφετείο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής, με παραδοχή της σχετικής προβληθείσας από το εναγόμενο πρωτοδίκως και κατ' έφεση ένστασης αοριστίας, και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 667/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δη ότι αφενός μεν δέχθηκε χωρίς καμία απόδειξη ότι παρέλαβε τα πωληθέντα είδη και υλικά, στο πλαίσιο άκυρων συμβάσεων, αφετέρου δε δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αληθινή την αξία των ειδών αυτών που ανέγραφε μονομερώς η αναιρεσίβλητη στα τιμολόγιά της, χωρίς να ερευνήσει την αληθινή τους αξία στην αγορά, τις τιμές στις οποίες προμηθεύονταν τα ίδια είδη οι ιδιωτικές κλινικές κλπ... Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της παραλαβής των πωληθέντων στο αναιρεσείον ειδών και υλικών, στο πλαίσιο άκυρων συμβάσεων πώλησης, δεν δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς απόδειξη τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, δηλαδή ότι το αναιρεσείον παρέλαβε τα ιατρικά υλικά, τα οποία του πώλησε η αναιρεσίβλητη με άκυρες συμβάσεις πώλησης, και ότι η ωφέλεια του αναιρεσείοντος, από τη δαπάνη που εξοικονόμησε για την προμήθεια των ίδιων υλικών με έγκυρες συμβάσεις, αντιστοιχεί με την τιμολογηθείσα από την ενάγουσα αξία, αλλά ύστερα από αξιολόγηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα, αφού εκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με τις υπ' αριθ. 24706/2009 και 319/2012 μη οριστικές αποφάσεις του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρακτικά και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όχι όμως μειωμένα, διότι ναι μεν το αναιρεσείον αποτελεί ν.π.δ.δ. και έχει τα προνόμια ατελειών και απαλλαγών του Δημοσίου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το ΝΣΚ, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957, περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 300/2022, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 1492/2017), όπως ειδικότερα, ορίζεται, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Δεκεμβρίου 2019 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ" για αναίρεση της με αριθμό 2143/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ