Αριθμός 483/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νέστορα Κουράκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 87/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωανίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαϊου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1098/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης για την άρνηση της αναστολής της ποινής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρ. 99 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το άρ. 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνο ή περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρ. 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων". Κατά δε τη διάταξη του άρ.100 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρ. 1 παρ. 3 του Ν. 2207/1994, "Αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρ. 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία έτη και ανώτερο από πέντε έτη. Η αναστολή της εκτέλεσης μπορεί να χορηγηθεί αν το δικαστήριο από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και ιδίως των αιτίων της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. στην κρίση του αυτή το δικαστήριο πρέπει ακόμη να λαμβάνει υπόψη και τη διαγωγή του υπαιτίου μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που έδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του". Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως ποινή, της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση, νοείται επί συρρεόντων εγκλημάτων η συνολική, δηλαδή εκείνη που αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, την οποία το δικαστήριο επαυξάνει από τις λοιπές του ίδιου είδους εντός των καθοριζομένων από το άρθρο 94 ΠΚ ορίων. Τούτο διότι αυτή η ποινή, μέσω της οποίας εκτελούνται και οι προσμετρούμενες συντρέχουσες ποινές, είναι εκείνη που τελικά καταγιγνώσκεται και αυτής μόνο την αναστολή μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο, αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Εξάλλου, αν υποβληθεί αίτημα αναστολής της επιβληθείσης ποινής, που είναι μεγαλύτερη από δύο και δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό και σε περίπτωση που το κρίνει απορριπτέο να αιτιολογήσει τη σχετική απόφασή του ειδικά και εμπεριστατωμένα, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, στη μεν πρώτη περίπτωση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ για έλλειψη ακροάσεως, στη δε δεύτερη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πρέπει, όμως, το ως άνω αίτημα να έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που το προβλέπει ή ο χαρακτηρισμός με τον οποίο είναι γνωστό στη νομική ορολογία. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, σε δεύτερο βαθμό, της παραβάσεως του άρθρου 55 παρ. 1 του Ν. 2910/2001 κατά συρροήν και ειδικότερα της μεταφοράς με αυτοκίνητο τεσσάρων λαθρομεταναστών και, αφού αναγνώρισε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό και συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι πέντε μηνών. Μετά την περί της συνολικής αυτής ποινής απόφαση του δικαστηρίου και την πρόταση του Εισαγγελέα περί μετατροπής της σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε "την αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο" το δε δικαστήριο μετέτρεψε την ποινή σε χρηματική. Με το να χωρήσει το δικαστήριο στην εν λόγω μετατροπή, δεν υπέπεσε σε καμία πλημμέλεια, καθόσον, ενόψει του ύψους της επιβληθείσης ποινής, μεγαλύτερης από δύο και μη υπερβαίνουσας τα τρία έτη, δεν είχε υποχρέωση ούτε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την περίπτωση αναστολής εκτελέσεώς της κατά το άρθρο 99 παρ. 1 ΠΚ, ούτε να απαντήσει στο περί της αναστολής της αίτημα του κατηγορουμένου, το ο ποίο, διατυπωθέν ως ανωτέρω, ήταν απορριπτέο ως αόριστο, διότι δεν διαλαμβάνει συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν ήταν αναγκαία για την αποτροπή του κατηγορουμένου από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 100 παρ. 1 ΠΚ. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, καθόσον τα λοιπά αναφερόμενα στο αναιρετήριο δεν εισάγουν αίτημα αναιρέσεως της αποφάσεως επί τη βάσει αυτών (τουναντίον ρητώς δηλώνεται ότι οι σχετικές, κατά τον αναιρεσείοντα, πλημμέλειες δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως), αλλ' αποτελούν επιστημονικού τύπου παρατηρήσεις, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Μαiου 2006 αίτηση του ..... περί αναιρέσεως της 87/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 8 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ