Αριθμός 76/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Δ., 2) Ε. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Σοφία Βόγλη και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Φαρσάρη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/3/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 530/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/8/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 16-8-2021 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 6410/2021, ΕΑΚ 479/2021, Αριθ. Δικ. 1545/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 20/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 30-10-2019 έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη, με αριθμό 530/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά και στη συνέχεια, κράτησε, δίκασε και απέρριψε την από 13-3-2017 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, την ένδικη, από 13-3-2017 αγωγή τους, με την οποία, αφού εξέθεσαν ότι ο πατέρας τους, Δ. Κ., που αποβίωσε …, του οποίου αυτοί είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, ο καθένας κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, καθώς και η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου, ο καθένας κατά ποσοστό 1/2, τον παππού τους, Κ. Κ., ο οποίος απεβίωσε την …, ότι μετά το θάνατο του πατέρα τους διαπίστωσαν ότι ο παππούς τους είχε μεταβιβάσει στην εναγομένη με γονικές παροχές το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του, συνολικής αξίας 42.449,63 ευρώ, ότι οι ανωτέρω γονικές παροχές αποτελούν δωρεές υποκείμενες σε ανατροπή, καθόσον υπερβαίνουν το μέτρο που επέβαλαν οι ειδικότερα αναφερόμενες περιστάσεις, ότι ο κληρονομούμενος παππούς τους δεν άφησε άλλη κληρονομιαία περιουσία και ότι δικαιούνται να λάβουν τη νόμιμη μοίρα ως κληρονόμοι του πατέρα τους, ζήτησαν, να αναγνωριστεί το κληρονομικό τους δικαίωμα επί των επίδικων ακινήτων κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, καθώς και ότι οι θεωρούμενες ως δωρεές επίδικες γονικές παροχές έχουν ανατραπεί κατά τα άνω ποσοστά, τα οποία να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους τα μεταβιβάσει και σε περίπτωση άρνησής της να θεωρηθεί, κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ, ότι η δήλωσή της προς μεταβίβαση επήλθε από την τελεσιδικία της απόφασης. Επικουρικά, για την περίπτωση που τα ακίνητα δεν σώζονται αυτούσια, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθένα από αυτούς ποσό 15.000 ευρώ κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 530/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' αποδοχή της ένστασης της εναγομένης περί διετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης περί μέμψης άστοργης δωρεάς. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 30-10-2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση. Με αυτήν, το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την απέρριψε στο σύνολό της και ειδικότερα, την μεν αγωγή περί μέμψεως αστόργου δωρεάς ως μη νόμιμη και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω παραγραφής, την δε σωρευόμενη αγωγή περί κλήρου ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων. Η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη, δηλαδή, παραθέσεως των διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα και δεν ιδρύει αυτή και μόνη λόγο αναιρέσεως, αν δεν συνέχεται με την ουσιαστική κρίση και δεν επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως. Τούτο, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως (άρθρο 93 παρ. 8 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νόμιμης βάσεως "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες", όμως, νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (άρθρο 578 ΚΠολΔ) (ΑΠ 684/2021, ΑΠ 176/2011). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται στις περιπτώσεις που το δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη ή απαράδεκτη, διότι, στις περιπτώσεις αυτές δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 213/2020, ΑΠ 9/2019, ΑΠ 538/2018). Με τον, κατ' εκτίμηση αριθμούμενο, κατά τη σειρά παράθεσής του στο αναιρετικό δικόγραφο, πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες και ότι έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και ειδικότερα, (α) στην ανάλυση περί νομίμου μοίρας, ενώ, επίσης, δεν παραθέτει σαφή και πλήρως αιτιολογημένη νομική σκέψη μεταξύ των νομικών εννοιών αγωγής αστόργου δωρεάς και αγωγής για λήψη νόμιμης μοίρας, ούτε αιτιολογεί πώς η αγωγή περιέχει δύο σωρευόμενες βάσεις, (β) γιατί εκλαμβάνει τις επίδικες γονικές παροχές ως δωρεές, που υπερβαίνουν εξ ολοκλήρου το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις και (γ) ότι ο κληρονομούμενος παππούς τους δεν είχε λόγους να αποκληρώσει τον πατέρα τους και αυτούς. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά το σκέλος του με στοιχείο (α) διότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, οι ελλείψεις, η ανεπάρκεια και η αντιφατικότητα ως προς τη μείζονα πρόταση της απόφασης δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ούτε και κάποιο άλλο αναιρετικό λόγο και κατά το υπόλοιπο μέρος του, διότι, εφόσον η αναγνωριστική αγωγή περί νομίμου μοίρας, την οποία και μόνο άσκησαν, όπως διατείνονται στο αναιρετήριο οι αναιρεσείοντες, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων, το Εφετείο δεν εισήλθε στην εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς και, συνεπώς, δεν εκτίμησε πραγματικά περιστατικά. Με τον, κατ' εκτίμηση αριθμούμενο, δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε (διαστρέβλωσε) το περιεχόμενο των επικαλούμενων δύο συμβολαίων γονικής παροχής, με τα οποία ο παππούς τους μεταβίβασε στην αναιρεσίβλητη το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του, χαρακτηρίζοντας αυτές αυθαίρετα ως δωρεές. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω πλημμέλεια δεν μπορεί να προταθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που δίκασε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης (ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 839/2018). Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν, επίσης, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 793/2015) και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου (ΑΠ 701/2008). Και ναι μεν από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, πλην, όμως νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή και γενικότερα η αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Τυχόν δε μνεία στο αγωγικό δικόγραφο της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε συγκεκριμένη νομική διάταξη ή τυχόν έλλειψη τοιαύτης μνείας, δεν δεσμεύει το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής κλπ., και από το περιεχόμενο της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων ή από την έλλειψη σχετικού νομικού χαρακτηρισμού (ΑΠ 82/2021, ΑΠ 514/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1040/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον, κατ' εκτίμηση αριθμούμενο, τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με την επίκληση ότι, αν και η ένδικη αγωγή τους αποτελεί μόνο αγωγή διεκδίκησης της νόμιμης μοίρας τους, το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε ότι σωρεύεται στο δικόγραφό της και αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς, λαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από αυτούς με το αγωγικό δικόγραφο. Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ταυτόσημου με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και δεν ιδρύει τον σχετικό λόγο η περίπτωση που το Δικαστήριο της ουσίας, όπως έπραξε εν προκειμένω, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του δικογράφου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, έστω και αν καταλήγει σε διαφορετικό από τον προβαλλόμενο από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) νομικό χαρακτηρισμό. Σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, η μη εγγραφή στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, αγωγής, εγγραπτέας σ' αυτά, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή της, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η αναγνωριστική αγωγή κληρονομικού δικαιώματος νόμιμης μοίρας, αν στην κληρονομία περιέχονται και ακίνητα, διότι ο λόγος, για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη αυτή, δηλαδή η προστασία των τρίτων, συντρέχει και στην περίπτωση που ασκείται η προαναφερόμενη αγωγή (ΑΠ 1290/2002), συνεπάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως. Η κήρυξη ή μη κήρυξη του απαραδέκτου αυτού ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 491/2009, ΑΠ 1821/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον, κατ' εκτίμηση αριθμούμενο, τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη την περί αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος νόμιμης μοίρας αγωγή τους λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων, χωρίς να εξετάσει την υπάρχουσα εγγραφή της και τη σχετική απόδειξη παραλαβής του εγγράφου της, με ημερομηνία εγγραφής … του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, από την οποία προκύπτει η νόμιμη εγγραφή της εντός μηνός από την κατάθεση αυτής. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν σχετικό πιστοποιητικό περί εγγραφής της άνω αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, με επίκληση, ούτε στις από 21-6-2012 προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (στις οποίες αναφέρονται ως σχετικό με αριθμό 9 δύο εξουσιοδοτήσεις προς την πληρεξούσια δικηγόρο τους να εγγράψει την αγωγή στα βιβλία διεκδικήσεων), ούτε στις από 21-9-2000 προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (στις οποίες αναφέρεται από την αρμόδια γραμματέα ότι κατατέθηκαν στο ακροατήριο συμπληρωματικές προτάσεις με δύο (2) σχετικά), είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω πλημμέλεια δεν μπορεί να προταθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που δίκασε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 336/2019). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως διάδικοι που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-8-2021 αίτηση (ΓΑΚ 6410/2021, ΕΑΚ 479/2021, Αριθ. Δικ. 1545/2021) για αναίρεση της με αριθμό 20/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ