Αριθμός 1498/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών (Α.Φ.Μ.: ...) και ήδη από 1.1.2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Φ.Μ: ...), ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Πανεπιστημίου 37) και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Λιβαδειάς, εδρεύουσας στη Λιβαδειά Βοιωτίας, επί της οδού 22 Σοφοκλέους, αρ. 4, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ν. Κ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Κτιστάκη, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-9-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 28-9- 2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 7-3-2017 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδείας, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωριστεί ότι νομίμως και εμπροθέσμως έχει υποβάλει την 324/14-12-2016 δήλωση αποποίησης επί της κληρονομίας του θανόντος στις 11-6-2009 αδελφού της Α. Κ., η κληρονομιά του οποίου, περιήλθε σ'αυτήν, χωρίς να το γνωρίζει, μετά της αποποίηση της συζύγου και των τέκνων του. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδείας, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων με την υπ'αριθμ. 15/2018 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Εφετείου Λαμίας την από 25-7-2018 έφεσή του επί της οποίας, εκδόθηκε η 2/2020 προσβαλλόμενη απόφαση αντιμωλία των διαδίκων, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση. Κατά το άρθρο 126 παρ.1 εδ. δ` Κ.Πολ.Δ., η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, ενώ στη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή Οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παράλειψής της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4389/2016 ορίζεται : "1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η "Αρχή"), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της"... "4. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών [...]", στο άρθρο 2 ορίζεται ότι "1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α` 222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας [...] καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. 2. [...]", στο άρθρο 17 ότι "1. Η Αρχή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας της, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178, διορθ. σφαλμ. Α` 25/24-2-2015) "Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών" [...]. 2. [...]", στο άρθρο 36 ότι "1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν. Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 περίπτωση α', σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97) και 85 παρ. 1. εδάφιο πρώτο του ν.δ. 356/1974 (Α' 90). Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ", [...]", στο άρθρο 41 ότι "1. [...] 2. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής: α) Οι οργανικές μονάδες Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές, που υπάγονται στη Γ.Γ.Δ.Ε., όπως καθορίζονται στις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178 και 25) και τα συλλογικά όργανα της Γ.Γ.Δ.Ε. μεταφέρονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και αποτελούν στο σύνολό τους υπηρεσίες και συλλογικά όργανα της Αρχής. [...]", στο δε άρθρο 43 ότι "Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου [άρθρα 1-43] ισχύουν από 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός και αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του". Έτσι, η Δ.Ο.Υ. ως περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Γ.Γ.Δ.Ε. (άρθρα 2 παρ. 2 περ. γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α' 178) αποτελεί ήδη περιφερειακή υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, που παρατίθενται παραπάνω, από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΣτΕ 1215/2017). Εξάλλου, η αγωγή με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπό του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης, και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης, εκ των υστέρων, δήλωσης αποποίησης της κληρονομίας, (στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ), αφορά σε έννομες σχέσεις που στηρίζονται στις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου με έμμεσες συνέπειες που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της ΑΑΔΕ. Τούτο δε, διότι, η τυχόν ευδοκίμηση σχετικής αγωγής θα έχει ως συνέπεια, την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του δημοσίου από το πρόσωπο του ενάγοντα, η τυχόν δε απόρριψη αυτής την επιδίωξη από το Δημόσιο της είσπραξης της απαίτησής του εις βάρος του ενάγοντα οφειλέτη στην οποία θα προβεί αρμοδίως η ΑΑΔΕ. Συνεπώς, στη περίπτωση της αγωγής περί αναγνώρισης ακυρότητας πλασματικής αποδοχής κληρονομίας και της αναγνώρισης της εγκυρότητας της γενομένης εκ των υστέρων δήλωσης αποποίησης κληρονομίας σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται, λόγω του ως άνω χαρακτήρα του αντικειμένου της, υπάρχει η δυνατότητα διαζευκτικής εκπροσώπησης του Ελληνικού Δημοσίου και αντιστοίχως επίδοσης του δικογράφου της αγωγής είτε στον Υπουργό των Οικονομικών, είτε στον Διοικητή της ΑΑΔΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν προεκτεθεί. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος δε αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Α.Π 869/2022, ΑΠ 1324/2019). Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι ούτε η απόφαση του πρωτοβαθμίου ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε απαράδεκτο άλλως ακυρότητα της από 7-3-2017 ως άνω αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί αναγνώρισης της εγκυρότητας της γενομένης από αυτήν εκ των υστέρων δήλωσης αποποίησης κληρονομίας, του αποβιώσαντος στις 11-6-2009 αδελφού της, διότι αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον Υπουργό των Οικονομικών και όχι στον Διοικητή της ΑΑΔΕ, ο οποίος από 1-1-2017, εκπροσωπεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ήταν αρμόδιος για τις επιδόσεις των δικογράφων όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 1 παρ.1 του ν. 4389/2016 με αποτέλεσμα ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου ή της παράστασής του ενώπιον του Δικαστηρίου να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, η υπό κρίση αγωγή, νομοτύπως επιδόθηκε προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ο οποίος σύμφωνα με όσα στην πιο πάνω νομική σκέψη αναφέρονται, εκπροσωπεί το διάδικο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στην υπό κρίση υπόθεση. Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη από 28-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2/2020 απόφασης Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς), και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της που υπέβαλε με τις προτάσεις της σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-9-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2/2020 απόφασης Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς). ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ