Αριθμός 2032/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Γρηγόριο Λαπατά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τους: Α. Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, Β. Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και Γ. Του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, που κατοικοεδρεύει στο Ν.Ψυχικό, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Eμμανουήλ Μουστάκη βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Στέλλα Συλεούνη και Κωνσταντίνο Τσακίρη και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ.καταθ. Β.Α.Β. 908/2011, 1-11-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου, καθώς και ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση: 5988/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-2-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 25-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-2-2013 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 5988/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ.1, 2, 3, 4, 5, 6 και 8 του Αγροτικού Κώδικα (Β.Δ της 10/6-12-1949) το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 29 παρ,.12 του ν.2882/2001 ορίζεται ότι "Εάν εξ οιουδήποτε λόγου περιληφθούν ξένα τεμάχια εις την οριστικήν διανομήν αυτή παραμένει έγκυρος και απρόσβλητος, τα δε ξένα ταύτα τεμάχια θεωρούνται ως απαλλοτριωθέυτα λόγω δημόσιας ωφέλειας δυνάμει του άρθρου 17 του Συντάγματος εκτός εάν συντρέχει περίπτωσις εφαρμογής της επομένης παραγράφου. Μέχρι της καταβολής της αποζημιώσεως τα ξένα ταύτα τεμάχια θεωρούνται και ως εν νομίμω επιτάξει διατελούντα (παρ.1). Αν τα κατά την προηγούμενη παράγραφο τεμάχια αποτελούν ακέραιου τεμαχίου οριστικής διανομής ή τμήμα ενός μόνον τεμαχίου αυτής, αποδίδονται δι' αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας μετά σύμφωνον γνώμην του Υπουργού Εποικισμού, αυτούσια εις τον πρώτον κάτοχον αυτών, εφ' όσον ταύτα παρέμειναν αδιάθετα ή είναι δυνατή η παραχώρηστς εις τον κληρούχον εις ον ταύτα έλαχου άλλων διαθεσίμων εκτάσεων ή εκτάσεων εκ των κατά τα άρθρα 31 εδ.δ' και ε' και 164 παρ.1 κοινοχρήστων (παρ.2). Αντί της οφειλομένης αποζημιώσεως δια τα κατά την παρ.1 απαλλοτριούμενα τεμάχια δύναται να παραχωρηθεί αντάλλαγμα εις γαίας εκ τυχόν διαθεσίμων εκτάσεων ή εκ των κατά τα άρθρα 31 εδ. δ' και ε' και 164 παρ. 1 κοινοχρήστων (παρ.3). Μετά την αναγνώριση της κυριότητος των τέως ιδιοκτητών κατά την διαδικασία του άρθρου 246 δύνανται ούτοι να υποβάλουν εις το Υπουργείο Γεωργίας αίτησιν περί ανταλλαγής (παρ.4). Εφ' όσον υποβληθεί τοιαύτη αίτησις διαχωρίζεται ίσης αξίας έκτασις εκ των κατά την παρ.3 γαιών υπό της Επιτροπής Διανομών. Η Επιτροπή Διανομών βέβαιοι το ισάξιου των προς ανταλλαγήν εκτάσεων συντάσσει δε και τοπογραφικόν διάγραμμα αυτών (παρ.5). Οι αναγνωρισθέντες ως κύριοι των απαλλοτριωθεισών γαιών καλούνται υπό του Υπουργού της Γεωργίας όπως υποβάλουν δήλωσιν ενώπιον Συμβολαιογράφου περί της αποδοχής της ανταλλαγής και περί της παραιτήσεως των αντί ταύτης από πάσης άλλης απαιτήσεως (παρ.6). Ιδιοκτήται μη αποδεχόμενοι την κατά τα άνω αυταλλαγήν διατηρούν το δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τον Α.Ν. 1731/1939 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως" (παρ.8). Εξ άλλου από το άρθρο 246. του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "περί της κυριότητας των κατά τον υόμο 485^7 και; το άρθρο 242 του παρόντος απαλλοτριουμένων κτημάτων αποφαίνεται επί τη αιτήσει των .ενδιαφερομένων η αρμοδία επιτροπή Απαλλοτριώσεων. Εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως τόσον το Δημόσιον όσον και οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να προσφύγωσι κατά της αποφάσεως ταύτης Εις το αρμόδιον κατά τόπον Πρωτοδικείον όπερ και αποφαίνεται ανεκκλήτως κατά την διαδικασίαν των επομένων άρθρων". Τέλος με το άρθρο 12 παρ.2 του νόμου 3147/2003 (ΦΕΚ Α'135/5-6-2003 προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού κώδικα εδάφιο που ορίζει "το δικαίωμα κυριότητας επί των ξένων τεμαχίων αποσβένονται, εφ' όσον από τον χρόνον κύρωσης της οριστικής διανομής έχει παρέλθει εικοσαετία. Οι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού κώδικα δεν εφαρμόζονται για αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά τους ορισμούς του άρθρου 246 του ιδίου κώδικα και εκκρεμούν". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι με την αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, το απαλλοτριωθέν περιέρχεται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου πριν την καταβολή της αποζημιώσεως στον ιδιοκτήμονα αυτό όμως ισχύει ως προς την έκταση που απαλλοτριώθηκε δυνάμει της απαλλοτριωτικής πράξεως, όχι δε και ως προς εκείνη που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή και δη το ξένης ιδιοκτησίας μη απαλλοτριωθέν τεμάχιον, το οποίον από παραδρομή περιλήφθηκε στην οριστική διανομή απαλλοτριωθέντος, αφού αυτό λογίζεται μεν απαλλοτριωθέν κατά το άρθρο 242 παρ.1 του Αγροτικού Κώδικα, δεν θίγεται όμως η επ' αυτού κυριότητα του ιδιοκτήτου που, αφού κατά την ίδια διάταξη θεωρείται έκτοτε ότι η έκταση αυτή τελεί σε κατάσταση νόμιμης επιτάξεως μέχρις όταν συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, η οποία επέρχεται, κατά ρητή επιταγή της ίδιας διατάξεως, που συμπορεύεται και προς την περί προστασίας της ιδιοκτησίας γενική Συνταγματική διάταξη, από την πληρωμή της αποζημιώσεως στον ιδιοκτήτη (Ολ.ΑΠ 33/2009, ΑΠ 1344/2006 -ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (5988/2012), όπως απ'αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "....Με το από 17.8.1918 Β.Δ. (ΦΕΚ 184 Α'-24.8.1918). "περί καθορισμού αγροτικών κτημάτων υποκειμένων εις απαλλοτρίωσιν προς σχηματισμό μικρών ιδιοκτησιών", ορίσθηκε ως απαλλοτριωτέο προς σχηματισμό μικρών ιδιοκτησιών, μεταξύ άλλων, "το εις την Μονήν Πεντέλην ανήκον αγροτικόν κτήμα "Γέρακας", κείμενον εν τη περιφέρεια του τέως Δήμου Κρωπίας". Η οριστική διανομή του ως άνω απαλλοτριωθέντος αγροκτήματος "Γέρακα", στους δικαιούχους αποκατάστασης ακτήμονες καλλιεργητές των ΣΑΑΚ Αμαρουσίου, Χαλανδρίου και Λιοπεσίου, έγινε το έτος 1932, αναθεωρήθηκε το έτος 1950 και κυρώθηκε με την 152565/ΠΕ/25569/15.1.1951 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ Β 119/1951). Στην ως άνω οριστική διανομή εμπεριέχεται και η επίδικη εδαφική έκταση, εμβαδού 451 στρεμμάτων και 765 τετραγωνικών μέτρων, η οποία βρίσκεται στη θέση "Κουφός ή Πλαιζάνς" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Παλαιάς Πεντέλης Αττικής και παλαιότερα του Δήμου Αθηναίων, εν μέρει εντός και εν μέρει εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου της Κοινότητας Παλαιάς Πεντέλης, εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία 1 (Χωστό)-2-48 (Κοπρισιά) 47-46-45-44-(Κονάκι) - 43-42-26-25-24-23- 22- 21- 20- 19- 18- (Πάτημα Καρυτού) - 1 (Χωστό) στο από του έτους 1990 "τοπογραφικό διάγραμμα έτους 1989, στο οποίο φαίνεται το Πεντελικό Κτήμα και τμήμα του Αγροκτήματος Γέρακα, Διανομή 1950" που συντάχθηκε από τον Προϊστάμενο του 517 τοπογραφικού συνεργείου του Γραφείου Τοπογραφικής της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, τοπογράφο μηχανικό Ευθύμιο Τρανταλή, και συνορεύει βόρεια, επί πλευράς 42-43 με το υπόλοιπο τμήμα αρχικής έκτασης Β ή II μερίδας υπέρ ιδιοκτήτη της δικαστικής διανομής του έτους 1885 του κτήματος "Πεντελικόν", εμβαδού 843, 494 στρεμμάτων, ΒΑ, επί τεθλασμένης πλευράς 43-44, 44-45, 45-46, 46-47 και 47-48 με το υπόλοιπο τμήμα αρχικής ιδιοκτησίας Β ή II μερίδος υπέρ ιδιοκτήτη της ίδιας δικαστικής διανομής, ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς 48-2 και 2-1 με έκταση Α' ή Ι μερίδας υπέρ Δημοσίου της δικαστικής διανομής του έτους 1885 του κτήματος "Πεντελικόν", νότια επί πλευράς 1-18 και επί πλευράς 21-22 με ιδιοκτησίες αγνώστων, νοτιοδυτικά, επί τεθλασμένης πλευράς 18-19 και 19-20 και επί πλευράς 25-26 με ιδιοκτησίες αγνώστων, δυτικά επί πλευράς 20-21 και επί τεθλασμένης πλευράς 22-23, 23-24 και 24-25 με ιδιοκτησίες αγνώστων και βορειοδυτικά, επί πλευράς 26-42 με ιδιοκτησίες αγνώστων. Η εν λόγω έκταση περιελήφθη στην οριστική διανομή του έτους 1932, η οποία κυρώθηκε κατά τα ανωτέρω, μολονότι δεν αποτελούσε τμήμα του αγροκτήματος Γέρακα που κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο με το από 17.8.1918 Β.Δ. και συνεπώς αποτελεί "ξένο τεμάχιο". Η προπεριγραφόμενη εδαφική έκταση περιλήφθηκε από λάθος του Ελληνικού Δημοσίου στην οριστική διανομή του έτους 1950 του αναγκαστικά κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα απαλλοτριωθέντος προς αποκατάσταση των ακτημόνων καλλιεργητών Μοναστηριακού Αγροκτήματος "Γέρακα" καίτοι μη απαλλοτριωθείσα διά της οικείας απαλλοτριωτικής πράξεως και συνεπώς μη περιλαμβανόμενη στις απαλλοτριωθείσες εκτάσεις και ούτω τυγχάνουσα "ξένο" κατά την εύνοια του άρθρου 242 του Αγροτικού κώδικα "τεμάχιο". Η ανωτέρω εδαφική έκταση θεωρείται αναγκαστικά απαλλοτριωθείσα και λογίζεται τελούσα σε νόμιμη επίταξη μέχρι της ανταλλαγής με ισάξιο κτηματικού ανταλλάγματος ή μέχρι καταβολής της αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 191 παρ. 5 του Αγροτικού Κώδικα η διαδικασία της οριστικής διανομής τερματίζεται με την κύρωση της από τον Υπουργό Γεωργίας. Από την ανωτέρω ημερομηνία πρέπει να θεωρείται ως κηρυχθείσα για τα περιληφθέντα "ξένα τεμάχια" η απαλλοτρίωση λόγω δημόσιας ωφέλειας δυνάμει του άρθρου 17 του Συντάγματος, και στη συγκεκριμένη περίπτωση από την 25 Ιουνίου 1951, οπότε δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η υπ' αρ. 152569 π.ε./15.6.1951 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ τ. β. 119/25.6.1951), με την οποία κυρώθηκε η περιέχουσα το ως άνω εδαφικό τμήμα οριστική διανομή και η οποία υπουργική απόφαση συνιστά και την πράξη κήρυξης της απαλλοτρίωσης για το ανωτέρω ακίνητο. Το εν λόγω ακίνητο για το λόγο- ότι αποτελεί "ξένο τεμάχιο" τελεί σε νόμιμη επίταξη και ο δικαιούχος δεν έχει απολέσει το δικαίωμα κυριότητας και επομένως δεν έχει παραγραφεί το δικαίωμα του προς καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης του καθ' ου η αίτηση........Ο αιτών έχει αποκτήσει την κυριότητα της απαλλοτριούμενης εκτάσεως εμβαδού 451,765 στρεμμάτων με παράγωγο τρόπο, και ειδικότερα δυνάμει της από 10.7.1982 ιδιόγραφης διαθήκης της Μ. Μ. του Γεωργίου, η οποία απεβίωσε στις 2.5.1989 και τον εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της με την ανωτέρω διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αρ. 1747/19.5.1989 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αρ. 610/19.5.1989 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την κληρονομιά της ως άνω αποβιώσασας αποδέχθηκε ο αιτών με την υπ' αρ. .../29.5.1992 δήλωση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Τσαβδαρίδου - Λαγοπάτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου (τόμος … αρ. …). Με την υπ' αρ. 1349/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αρ. 340/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την υπ' αρ. 1344/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, έγιναν δεκτά τα ανωτέρω και αναγνωρίστηκε ο αιτών κατά τη διαδικασία του άρθρου 246 του Αγροτικού κώδικα κύριος της ανωτέρω εδαφικής έκτασης. Στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου του αιτούντος Μ. Μ., είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο, σε μείζονα έκταση 530 περίπου στρεμμάτων, με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι η τελευταία νεμόταν την έκταση αυτή συνεχώς από το έτος 1953, οπότε η δικαιοπάροχος της Σ. χήρα Μ. Ι., το γένος Σ. Τ., την είχε παραχωρήσει σ' αυτήν με άτυπη δωρεά. Με την υπ' αρ. 2089/1987 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, έγιναν δεκτά τα ανωτέρω και αναγνωρίστηκε η κυριότητα της Μ. Μ. με έκτακτη χρησικτησία επί της εν λόγω έκτασης των 530 περίπου στρεμμάτων. Κατόπιν τούτων αποδεικνύεται ότι η κυριότητα επί της απαλλοτριουμένης εκτάσεως, της οποίας την αποζημίωση ζητεί ο αιτών ν' αναγνωρισθεί ότι δικαιούται, ανήκει σε αυτόν. Συνεπώς θα πρέπει, να αναγνωρισθεί αυτός δικαιούχος της αποζημίωσης...". Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε α)ότι δεν έχει παραγραφεί το δικαίωμα του αιτούντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) προς καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το επίδικο ακίνητο, το οποίο ως "ξένο τεμάχιο, τελεί σε νόμιμη επίταξη και εκείνος δεν έχει απολέσει επί τούτου το δικαίωμα κυριότητος, και β)ότι η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν.3147/2003 (που ισχύει από 5.6.2003), δεν καταλαμβάνει την ένδικη υπόθεση, αφού τότε (5.6.2003) εκκρεμούσε, όπως δεν αμφισβητείται, η από 22.11.1999 προσφυγή του ίδιου αιτούντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ'άρθρο 246 του Αγροτικού Κώδικα, "περί αναγνωρίσεως της κυριότητος του τελευταίου επί του επιδίκου ακινήτου", η οποία έπρεπε να προηγηθεί, μετά δε την αμετάκλητη αναγνώριση αυτής επακολούθησε η ένδικη αίτηση προς καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ίδιο ακίνητο, ενόψει μάλιστα του ότι προηγουμένως, (δηλαδή πριν από τις 5.6.2003, που ίσχυσε ο Ν.3147/2003), δεν προβλεπόταν εικοσαετής απόσβεση ή παραγραφή του ασκηθέντος κατά τις διατάξεις του άρθρου 242 και 246 του Αγροτικού Κώδικα δικαιώματος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 242 και 246 του Αγροτικού Κώδικα, που εφαρμόστηκαν. Έτσι δεν στέρησε αυτήν (απόφαση) νόμιμης βάσης, ούτε παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, που αποδίδεται με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο οποίος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙ. H νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου 6ικάιώμaτoςJ κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 §1 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 1560/2010 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 1.11.2011 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 908/25.11.2011) ένδικη αίτηση του Γ. Ρ. του Δ. (ήδη αναιρεσιβλήτου), που απευθύνεται ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος), διαλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: "Ότι, επί της από 22.11.1999 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 3131/24.11.1999) "προσφυγής" του ίδιου (αιτούντος - αναιρεσιβλήτου) κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η 1349/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη (μετά την έκδοση των 340/2005 και 1344/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα), δυνάμει της οποίας εκείνος (αιτών - αναιρεσίβλητος) αναγνωρίστηκε, κατά τη διαδικασία του άρθρου 246 του Αγροτικού Κώδικα, κύριος του ακινήτου (εδαφικής εκτάσεως), το οποίο καθορίζεται σ'αυτήν (κρινόμενη αίτηση) κατά τρόπο λεπτομερή και σαφή, όσον αφορά τη θέση στην οποία κείται, τα όρια και την έκτασή του. Ότι το ως άνω επίδικο ακίνητο είχε περιληφθεί ως "ξένο τεμάχιο", κατά το άρθρο 242 Αγροτικού Κώδικα, σε οριστική διανομή για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών του Αγροκτήματος Γέρακα - Αττικής. Ότι, ακολούθως, μετά την προαναφερόμενη αναγνώριση της κυριότητός του (αιτούντος) επί του επιδίκου ακινήτου, το καθού η αίτηση (ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο αρνήθηκε, κατά τη διοικητική διαδικασία, να ικανοποιήσει σχετική αίτησή του "προς παροχή ανταλλάγματος εις γαίας" και έτσι εκείνος (αιτών - ήδη αναιρεσίβλητος) υπέβαλε την υπό κρίση αίτησή του, με την οποία ζήτησε, για το επίδικο ως άνω ακίνητο, α)να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό που αναφέρεται σ'αυτή (ένδικη αίτηση) και β)να αναγνωρισθεί ο ίδιος ως δικαιούχος της οριστικής αυτής αποζημίωσης". Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση περιέχει όλα τα αναγκαία από το νόμο στοιχεία, πλέον δε συγκεκριμένα η περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, για το οποίο ζητείται ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και η αναγνώριση του αιτούντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) ως δικαιούχου αυτής, είναι ορισμένη και πλήρης, ώστε να μη γεννάται καμιά αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτού. Επίσης, στην ίδια αίτηση αναφέρεται και το έννομο συμφέρον του αιτούντος, (ήδη αναιρεσιβλήτου) για την άσκησή της, συνιστάμενο στην άρνηση του καθού η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) να ικανοποιήσει σχετική αίτησή του (ίδιου αιτούντος), μετά την αναγνώριση της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου, "προς παροχή ανταλλάγματος εις γαίας". Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, δηλαδή της παρά το νόμο μη κηρύξεως της ως άνω ένδικης αίτησης ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας και ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, που αποδίδεται με τους τρίτο και δεύτερο λόγους, αντιστοίχως, της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και έτσι αυτοί τυγχάνουν αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. ΙΙΙ. Έπειτα, λοιπόν, από όλα τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του κατ'αντιμωλία δικαζομένου και έχοντος καταθέσει προτάσεις αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 15/2/2013 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 114/19.2.2013), αίτηση αναίρεσης της υπ'αριθμόν 5988/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ