Αριθμός 671/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που ανακάλεσε την από 20/10/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "E…..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/5/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 11.5.2021 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλεται η με αριθμό 176/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία έκανε δεκτή την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "E…." ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α." λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της δεύτερης (άρθ. 16 ν. 2515/1997 οπ. τροπ. με άρθρ. 5 ν. 4664/2020 και άρθ. 57 παρ. 3 και 59-74 ν. 4601/2019) υποκαθισταμένης εκ του νόμου στα δικαιώματα της πρώτης, εξαφάνισε τη με αριθμό 223/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και δικάζοντας επί της από 15.5.2014, κατ' άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπής του αναιρεσείοντος, δέχθηκε αυτή. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ 1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 30 παράγραφοι 1 και 3 Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974) "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην περιέχοντος δε: α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και ε) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ. 1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ` αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέσει εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ.2 εδ. α)...Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαντήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως... (παρ. 3 εδ. α). Σύμφωνα δε με το άρθρο 30 Α Κ.Ε.Δ.Ε., όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 67 ν. 3842/2010 και τροποποιήθηκε με την παράγραφο Α υπό παρ.2 άρθρου τρίτου Ν. 4254 (ΦΕΚ Α 85/07.04.2014, "Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο έγγραφο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτών και μπορεί να περιέχει πολλούς οφειλέτες του Δημοσίου. Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο επισυνάπτεται για τον κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρεται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, ως και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσής της. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, άλλως θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση. Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Κατά το άρθρο δε 30 Β του ΚΕΔΕ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 του ν. 4170/2013 ορίζεται ότι: "1. Προκειμένου ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, οι κοινοποιήσεις τόσο του κατασχετηρίου όσο και της δήλωσης του άρθρου 32 με το πιο πάνω παραστατικό, ενεργούνται μέσω μοναδικών διαμετακομιστικών κόμβων ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο ασφαλή και ορίζονται από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση. Η κοινοποίηση του κατασχετηρίου θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής του από το πιστωτικό ίδρυμα, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από αυτό. Η επίδοση της δήλωσης του άρθρου 32 θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής της, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Οι ως άνω βεβαιώσεις είτε θα φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 3 του ν.3979/2011 είτε θα είναι κρυπτογραφημένες και θα φέρουν ηλεκτρονική υπογραφή του εξυπηρετητή τους. Η διέλευση των δεδομένων δια των ως άνω διαμετακομιστικών κόμβων εξαιρείται τόσο από την υποχρέωση γνωστοποίησης ενημέρωσης και λήψης συγκατάθεσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6,11 και 5 του ν. 2472/1997, ως εκάστοτε ισχύουν όσο και από την εφαρμογή των διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου, όπως εκάστοτε ισχύουν". Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (μετά νεότερη τροποποίηση του Διοικητή ΑΑΔΕ) καθορίζονται οι ανωτέρω, κατά περίπτωση, μοναδικοί διαμετακομιστικοί κόμβοι και η διαδικασία της γνωστοποίησης τους από τα μέρη, το υποχρεωτικό περιεχόμενο των κοινοποιούμενων κατασχετηρίων και υποβαλλόμενων δηλώσεων, ως και οι όροι ταυτοποίησης τους, τα χρονικά περιθώρια αποστολής και παραλαβής τους, οι όροι και οι προϋποθέσεις ασφαλείας και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης παραγράφου 2. Τα κατασχεθέντα ποσά αποδίδονται είτε για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου που τηρείται στην Τράπεζα Ελλάδος είτε στη υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση της προηγούμενης παραγράφου.... 4. Η διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου τίθεται σε πλήρη λειτουργία εξήντα ημέρες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε καθίσταται υποχρεωτική για τους φορείς του Δημοσίου, οι οποίοι μπορούν να εφαρμόζουν τη διαδικασία του άρθρου 30Α του ν.δ. 356/1974 μόνο στις περιπτώσεις που για λόγους ανωτέρας βίας αποκλείεται η ηλεκτρονική επικοινωνία της παραγράφου 1 του παρόντος". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.1 εδ. α ΚΕΔΕ, αν ο τρίτος δεν οφείλει τίποτε ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο έγγραφο του Δημοσίου χρήματα ή και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται σε άμεση απόδοση αυτών, λόγω υφιστάμενων μεταξύ αυτού και του οφειλέτη συμφωνιών ή από άλλο νόμιμο λόγο, οφείλει να δηλώσει αυτό, εντός 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου. Η δήλωση αυτή γίνεται εγγράφως, με αναφορά που επιδίδεται με δικαστικό κλητήρα στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου, που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο ή προφορικώς στον Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή διαμονής του τρίτου, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, την οποία αποστέλλει στο Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου μέσα σε 24 ώρες. Κατ` εξουσιοδότηση των διατάξεων του άνω άρθρου 30 Β του ΚΕΔΕ, εκδόθηκε η ΠΟΛ με αριθμό 1257/2013 στην οποία, μεταξύ άλλων, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 2. Περιγραφή της διαδικασίας γνωστοποίησης. 1. Η διαδικασία αφορά στην ολοκληρωμένη υλοποίηση των διατάξεων των άρθρων 30 Α και 30 Β του ΚΕΔΕ ήτοι στην κοινοποίηση κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και δήλωσης των τελευταίων με ηλεκτρονικά μέσα καθώς και στην απόδοση από μέρους τους των τυχόν κατασχεθέντων ποσών. 2. Η αρμόδια κατά τα ανωτέρω υπηρεσία φορολογικής διοίκησης και μέσω του κόμβου Υ.Ο. αποστέλλει κατασχετήριο αίτημα ηλεκτρονικά μέσω μηνυμάτων (το περιεχόμενο των οποίων ορίζεται στο άρθρο 3) προς τον κόμβο Π.Ι., ο οποίος το παραλαμβάνει και το προωθεί αυτόματα και χωρίς καμία επεξεργασία προς το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο απευθύνεται. 3.... 4....", Άρθρο 3. Περιεχόμενο ηλεκτρονικά κοινοποιούμενου κατασχετηρίου. 1. Το ηλεκτρονικό κατασχετήριο αποτελείται από το εξωτερικό και εσωτερικό μήνυμα: Α) το εξωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα είναι αναγνώσιμο από τον κόμβο ... και τον κόμβο ... και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία... Β) το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα είναι αναγνώσιμο αποκλειστικά από το πιστωτικό ίδρυμα και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: i τα μοναδικά στοιχεία ειδικού πρωτοκόλλου κόμβου .. (αριθμός και ημερομηνία), ii. τη χρονοσήμανση του κόμβου Υ.Ο., iii. Τον μοναδικό 3ψήφιο κωδικό αριθμό πιστωτικού ιδρύματος Κ.Α.Π.Ι. (από τον πίνακα τιμών ... που μοναδικά σχετίζεται με το υπόχρεο πρόσωπο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση , iv. Τα στοιχεία πρωτοκόλλου Δ.Ο.Υ. (αριθμός και ημερομηνία), ν. Τα μοναδικά στοιχεία (Κλειδί) του κατασχετηρίου (Κωδ. Δ.Ο.Υ., Έτος, Αριθμός), vi. Τον ΑΦΜ του οφειλέτη σε βάρος του οποίου επιβάλλεται το κατασχετήριο, vii. Ειδικότερα στοιχεία του ΑΦΜ οφειλέτη σε βάρος του οποίου επιβάλλεται το κατασχετήριο (ενδεικτικά αναφέρονται επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο, επωνυμία), viii. Συνολικό ποσό κατασχετηρίου, Ταυτότητα οφειλής κατασχετηρίου, ix. Ταυτότητα Οφειλής Κατασχετηρίου (ΤΟΚ) που συνδέεται μονοσήμαντα με τον πίνακα χρεών του κατασχετηρίου. Το παραπάνω εσωτερικό ηλεκτρικό μήνυμα υπογράφεται ψηφιακά με προηγμένη ψηφιακή υπογραφή κατά την έννοια της παραγράφου 1 και 3 του Ν. 3979/2011 (ΦΕΚ ΑΊ38) από τον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής υπηρεσίας, χρονοσημαίνεται με έμπιστη χρονοσήμανση από Εθνικό Πάροχο Χρονοσήμανσης και κρυπτογραφείται". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείο με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού. Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσας αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ). Το κατασχετήριο, που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. και άρθρο 1 αριθ. 4 π.δ. 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία του κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα, και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 139/2018, ΑΠ 1941/2017). Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του (άρθρο 30 Α ΚΕΔΕ), διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών, πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ (8) ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ). Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου. Το τελευταίο, όμως, απαιτεί, στο πλαίσιο της σαφήνειας και του ορισμένου του κατασχεθέντος αντικειμένου, τη σαφή αναφορά στο κατασχετήριο περί κατάσχεσης και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη και του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς (ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018, ΑΠ 256/2011). Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου (ΑΠ 825/2018). Η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ.3 εδ. β` ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ), μη αποκλειομένης και της σωρεύσεως, στο αυτό δικόγραφο της ανακοπής, της περί αποζημιώσεως, ως άνω εκ του άρθρου 985 παρ. 3 αγωγής (986 εδ. β) (ΑΠ 1386/2019). Ειδικότερα, η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν λόγω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 256/2011). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή, ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρο 990 ΚΠολΔ η κατ` αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 1386/2019, ΑΠ 500/2018, ΑΠ 663/2017). Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι, ειδικά, η κοινοποίηση κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και η δήλωση (κατά το άρθρο 32) αυτών πραγματοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω ανταλλαγής κρυπτογραφημένων και ψηφιακά υπογεγραμμένων μηνυμάτων, κατ` εφαρμογή των άρθρων 30 Α και 30 Β του ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων), και όχι με τη συνήθη, μη ηλεκτρονική, έντυπη διαδικασία. Ουσιαστικά, δηλαδή, δεν πρόκειται για σύνταξη ενός ξεχωριστού ηλεκτρονικού κατασχετηρίου, αλλά, απλώς, προβλέπεται ιδιαίτερος, ηλεκτρονικός, τρόπος κοινοποίησης του νομίμως συνταχθέντος κατασχετηρίου εγγράφου, το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, πρέπει να περιέχει τα προβλεπόμενα στο άρθρο 30 του ΚΕΔΕ στοιχεία. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 30 Β του ΚΕΔΕ, ο τρόπος αυτός κοινοποίησης του κατασχετηρίου συμφωνήθηκε από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως αυτά εκπροσωπήθηκαν για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών, κατά περίπτωση. Επομένως, δεν κοινοποιείται στο πιστωτικό ίδρυμα το πλήρες περιεχόμενο του έντυπου κατασχετηρίου, αλλά γνωστοποιούνται σ` αυτό μόνο τα συγκεκριμένα εκείνα στοιχεία που έχουν θεσπιστεί ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο άρθρο 3 της ΠΟΛ 1257/4-12-2013 και είναι μηχανογραφικά και επί το πλείστον κωδικοποιημένα, περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών τα μοναδικά στοιχεία (κλειδί) του κατασχετηρίου (Κωδ. Δ.Ο.Υ., Έτος, Αριθμός) καθώς και το συνολικό ποσό του κατασχετηρίου. Εξάλλου, η κατάθεση χρημάτων σε πιστωτικό ίδρυμα φέρει το χαρακτήρα σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, η λειτουργία της οποίας καθιδρύει σχέση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων, ενώ η εκτέλεση αυτής γίνεται, κατά κανόνα, με πολυάριθμες τμηματικές καταβολές και αναλήψεις, κατά τη βούληση του καταθέτη, που μπορούν να λάβουν χώρα ακόμη και την ίδια μέρα. Ενόψει όλων αυτών, σε περίπτωση επιβολής από το Δημόσιο, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, εφόσον το κατασχετήριο αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ` ου η εκτέλεση, η δε ηλεκτρονική κοινοποίηση αυτού περιλαμβάνει όλα τα συγκεκριμένα στοιχεία, που έχουν θεσπιστεί, κατά τα ανωτέρω, ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης, η αντίστοιχη δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, μέχρι του ύψους του συνολικού κατασχεθέντος ποσού, έστω και αν στην ηλεκτρονική γνωστοποίηση δεν περιλαμβάνεται κωδικός ενδεικτικός κατάσχεσης μελλοντικών απαιτήσεων (καταθέσεων) του οφειλέτη Δημοσίου (ΑΠ 319/2021, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 827/2021, ΑΠ 1501/2021, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1027/2020, ΑΠ 825/2018). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Από τη παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή -αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 10/2011, ΑΠ 114/2016, ΑΠ 191/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας υπάγονται (ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 531/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 568/2013). Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον κατά την αναιρετική διαδικασία, μέρος: " Για την ικανοποίηση απαίτησής του ύψους 460.383,13 ευρώ έναντι του οφειλέτη του Μ. Κ. του Φ., ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ... δυνάμει του με αριθμό ../2014 κατασχετηρίου, που κοινοποιήθηκε ηλεκτρονικά στις 25.4.2014 στην καθής η ανακοπή, επέβαλε σύμφωνα με το άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της τελευταίας ως τρίτης, κάθε χρηματικού ποσού που η τελευταία όφειλε στον ανωτέρω οφειλέτη του Δημοσίου και μέχρι του ανωτέρω ποσού, καλώντας την ταυτόχρονα να καταθέσει το κατασχεθέν ποσό. Στις 7.5.2014 η καθής η ανακοπή υπέβαλε ηλεκτρονικά τη προσβαλλόμενη …/2014 δήλωση, σύμφωνα με την οποία, στο όνομα του καθού η κατάσχεση οφειλέτη, τηρείτο ένας λογαριασμός ταμιευτηρίου, ο οποίος κατά το χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου είχε υπόλοιπο 0,04 ευρώ, το οποίο όμως είχε δεσμευθεί από έτερη κατάσχεση που είχε επιβληθεί στα χέρια της καθής στις 16.4.2014 από την Ά. Κ., μέχρι του ποσού των 7.150 ευρώ... Με το μοναδικό λόγο ανακοπής του το ανακόπτον ισχυρίστηκε, ότι η επιβληθείσα κατάσχεση αφορούσε και σε μελλοντικές απαιτήσεις του παραπάνω οφειλέτη του έναντι της τράπεζας, επομένως, η τελευταία έπρεπε να διαλάβει στην ως άνω δήλωση και τη διαβεβαίωση ότι θα παρακρατούσε τυχόν οφειλή της προς τον Μ. Κ., η οποία θα προέκυπτε στο μέλλον, με βάση τη μεταξύ τους σχέση, ήτοι αυτή της τήρησης του ως άνω λογαριασμού. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν στη προαναφερόμενη νομική σκέψη, έπρεπε να υπάρχει σαφής αναφορά στο κατασχετήριο περί κατάσχεσης και των μελλοντικών απαιτήσεων, κάτι που δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικότερα, το μεν συνημμένο στην ανακοπή έγγραφο αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, στο οποίο περιλαμβάνεται η ανωτέρω αναφορά, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στην καθής η ανακοπή, ούτε άλλωστε το ανακόπτον προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης. Άλλωστε, το ανακόπτον εκθέτει στο δικόγραφο της ανακοπής ότι το κατασχετήριο επιδόθηκε ηλεκτρονικά, χωρίς όμως να προκύπτει ότι το παραπάνω αναφερόμενο κατασχετήριο έγγραφο είναι αυτό που επιδόθηκε ηλεκτρονικά. Αντίθετα, από το προσκομιζόμενο με επίκληση από την καθής η ανακοπή έγγραφο προκύπτει, ότι στο επιδοθέν στην ίδια με αριθμό ….. ηλεκτρονικό κατασχετήριο, δεν υπάρχει καμία σαφής αναφορά περί κατασχέσεως και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τον τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό, καθώς πέραν από τα προσδιοριστικά στοιχεία του κατασχετηρίου (αριθμοί πρωτοκόλλου, ΔΟΥ, ΑΦΜ, Κωδικός Πιστωτικού Ιδρύματος, ημερομηνίες καταχώρησης και λήξης 8ημέρου, προσωπικά στοιχεία οφειλέτη, ταυτότητα οφειλής και ποσό κατασχετηρίου) δεν γίνεται καμία μνεία για κατάσχεση των μελλοντικών απαιτήσεων του δικαιούχου του λογαριασμού, έναντι της καθής η ανακοπή. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί, όπως και η κρινόμενη ανακοπή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στην οικεία νομική σκέψη και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, δεκτού γενομένου του μοναδικού λόγου έφεσης να εξαφανισθεί...". Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Εφετείο διακρατώντας την υπόθεση προς εκδίκαση, απέρριψε την ανακοπή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 30,30 Α, 30 Β και 32 του ΚΕΔΕ καθώς και τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1,2 και 3 της ΠΟΛ 1257/4.12.2013, δεχόμενο ότι το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε προβεί και σε κατάσχεση μελλοντικών απαιτήσεων, με την αιτιολογία ότι τούτο δεν προέκυπτε από τα στοιχεία του επιδίκου κατασχετηρίου εγγράφου, τα οποία αποτέλεσαν περιεχόμενο της ηλεκτρονικής επίδοσης αυτού, ενώ σε περίπτωση ηλεκτρονικής επίδοσης ενός κατασχετηρίου κατά τον ΚΕΔΕ γνωστοποιούνται στα πιστωτικά ιδρύματα, μόνον τα συγκεκριμένα στοιχεία που έχουν θεσπιστεί ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο άρθρο 3 της ΠΟΛ 1257/4.12.2013 και είναι μηχανογραφικά και ως επί το πλείστον κωδικοποιημένα. Στις ειδικές διατάξεις της παρ. 3 της άνω ΠΟΛ δεν κρίθηκε αναγκαίο να προβλεφθεί κωδικός για την κατάσχεση ειδικά μελλοντικών απαιτήσεων, μεταξύ των υποχρεωτικών στοιχείων που ορίστηκαν από κοινού με το Ελληνικό Δημόσιο και τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30 Β ΚΕΔΕ, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 1 τούτου, από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών, κατά περίπτωση. Δεδομένου δε, ότι τα έντυπα-έγγραφα των κατασχετηρίων του Δημοσίου έχουν ενιαία μορφή και περιλαμβάνουν πάγια τη φράση "Κατάσχω αναγκαστικά στα χέρια σας όσα οφείλετε ή μέλλει να οφείλετε" ( κατά τα λοιπά συμπληρώνονται συνήθως χειρόγραφα) κάθε κατάσχεση του Δημοσίου εις χείρας πιστωτικού ιδρύματος έχει ως αντικείμενο, τόσο τις ενεστώσες κατά το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, όσο και τις μέλλουσες απαιτήσεις. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων των άρθρων 30, 30Α και 30Β του ΚΕΔΕ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια των αρ. 20 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός καθιστά αλυσιτελή την έρευνα αυτών και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά τη κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεσης της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνον η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο ( ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 51/2019, ΑΠ 1386/2018, ΑΠ 1846/2017, ΑΠ 1099/2017, ΑΠ 96/2016). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για τη μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το δικάσαν Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στη προκειμένη περίπτωση, ώστε, μετά την κατά τα ως άνω αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η από 2.12.2015 έφεση, η οποία και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, η αναιρεσίβλητη εταιρεία, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις αλλά υπέβαλλε σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα με την αίτηση αναίρεσης, τόσο της παρούσας δίκης όσο και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας (άρθ. 176, 183, 189 παρ. 1 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Η δικαστική δαπάνη ορίζεται μειωμένη διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Ελληνικού Δημοσίου Σοφία Μπίκου, μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α` 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α. 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208/27.9.2013)]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 176/2019 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 13.3.2017 έφεσης κατά της με αριθμό 223/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Απορρίπτει την έφεση. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, της παρούσας δίκης και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ