Αριθμός 357/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου από τη μετατροπή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Μαρία Πιέρρου και Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 14/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3-6-2020 αίτησή τους και τους από 3-2-2022 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 3-6-2020 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 44/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ορίστηκε, με επίσπευση των αναιρεσειουσών, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (21-3-2022), οι δε αιτούσες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 3-2-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 11-2-2022, δηλαδή τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο. Από την υπ' αριθμ. 6480Δ'/11-2-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν. Φ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 11-2-2022, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την αίτηση αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άνω διατάξεων και αυτών των άρθρων 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, β) επίκληση προθέσεως βλάβης του δανειστή και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από τον τρίτο κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένη στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 661/2015). Ενόψει δε του ότι η διάρρηξη επέρχεται μόνο κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής και η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαίτησης που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά την άσκηση της αγωγής, πρέπει για το ορισμένο της τελευταίας, τα ποσά αυτά να αναφέρονται στο δικόγραφο, εκτός και αν η ληξιπρόθεσμη απαίτηση του δανειστή είναι μεγαλύτερη από τη συνολική αξία των αλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, οπότε αρκεί η αναφορά της συνολικής αυτής αξίας και δεν απαιτείται ο προσδιορισμός της αξίας καθενός από αυτά (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1623/2018, ΑΠ 28/2017). Εξάλλου, αν η απαίτηση που έχει ο ενάγων δανειστής κατά του εναγόμενου οφειλέτη αποτελεί κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε, πρέπει στην αγωγή να γίνεται παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αυτού του λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει αυτό το κατάλοιπο. Η παράθεση αυτή δεν είναι αναγκαία όταν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή (ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 621/2016). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΑΠ 1623/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 339/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της από 30-7-2013 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, η τελευταία, ζητούσε τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας που έγινε με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αγρινίου Ν. Τ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, με την οποία η πρώτη αναιρεσείουσα μεταβίβασε στη δεύτερη αναιρεσείουσα οκτώ (8) αγροκτήματα, που βρίσκονται στην τοποθεσία "..." της κτηματικής περιφέρειας ... αντί της αναφερόμενης για το καθένα αξίας και συνολικής αξίας 174.309,30 ευρώ, επικαλούμενη προς τούτο ήδη γεγενημένες απαιτήσεις της κατά της πρώτης αναιρεσείουσας, συνολικού ύψους 1.332.782 ευρώ, προερχόμενες από τη σύναψη της από 20.3.2000 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και από την έκδοση των από 1.3.2007 και 14.3.2008 ομολογιακών δανείων, και ότι η πρώτη αναιρεσείουσα προέβη στη μεταβίβαση των άνω ακινήτων της με πρόθεση ματαίωσης των εν λόγω απαιτήσεών της, ενόψει και της έλλειψης άλλων εμφανών περιουσιακών στοιχείων σημαντικής αξίας, την οποία πρόθεση γνώριζε η δεύτερη αναιρεσείουσα,. Ειδικά δε και καθόσον αφορά την απαίτηση από την από 20.3.2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι προς εξυπηρέτηση της πίστωσης ανοίχθηκαν στο όνομα της πιστούχου οι αναφερόμενοι πέντε λογαριασμοί, το υπόλοιπο των οποίων, ανερχόμενο την 2.1.2012 σε 400.000 ευρώ, σε 100.000 ευρώ, σε 86.366,54 ευρώ, σε 21.587,95 ευρώ και 8.488,34 ευρώ, αναγνώρισε η πρώτη αναιρεσείουσα με τις από 2.1.2012 πέντε επιστολές της, έκτοτε δε, δηλαδή από την 2.1.2012 και εντεύθεν, η κίνηση των πέντε αυτών λογαριασμών μέχρι το οριστικό κλείσιμό τους παρατίθεται αναλυτικά κατά ημερομηνία κίνησης, χρεωπιστώσεις και υπόλοιπο οφειλής σε μηχανογραφημένες καταστάσεις της αναιρεσίβλητης, που έχουν εξαχθεί από το ηλεκτρονικά τηρούμενο σύστημα αρχείο της, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στην αγωγή και αποτελούν σώμα αυτής. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα δύο ομολογιακά δάνεια, ήτοι παρατίθεται αναλυτικά κατά ημερομηνία, αιτιολογία, χρεωπιστώσεις και υπόλοιπο οφειλής η κίνηση των κατ' ιδίαν λογαριασμών, που τηρήθηκαν για τη λειτουργία των δανείων από την έναρξη λειτουργίας τους μέχρι το οριστικό κλείσιμο αυτών, σε παρόμοιες μηχανογραφικές καταστάσεις. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή ήταν ορισμένη, εφόσον περιείχε όλα τα απαιτούμενα για την νομική θεμελίωσή της στις προαναφερόμενες διατάξεις στοιχεία, ήτοι περιγραφή της απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά της πρώτης αναιρεσείουσας και των απαλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων της τελευταίας, επίκληση προθέσεως βλάβης της αναιρεσίβλητης και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από την δεύτερη αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και επίκληση βλάβης της αναιρεσίβλητης, συνισταμένη στην αδυναμία αυτής να ικανοποιήσει την απαίτησή της εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία της οφειλέτιδας κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό. Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση όλων των χρεωπιστωτικών κονδυλίων και ως προς την από 20.3.2000 σύμβαση πίστωσης, αφού η αναιρεσίβλητη επικαλούνταν ρητά την αναγνώριση του υπολοίπου των τηρουμένων λογαριασμών την 2.1.2012 και συνεπώς δεν απαιτούνταν η παράθεση των σχετικών χρεωπιστωτικών κονδυλίων για το προηγούμενο διάστημα, αλλά μόνο για το μετέπειτα, όπως και έγινε. Κατ' εκτίμηση δε του όλου περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής η αναφορά στην αξία καθενός των απαλλοτριωθέντων ακινήτων καταλαμβάνει και το χρόνο άσκησης της αγωγής, ενόψει και του ότι η αναφερόμενη συνολική αξία των απαλλοτριωθέντων είναι υποπολλαπλάσια της συνολικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης. Επομένως το Εφετείο που έκρινε ομοίως, δεχόμενο ότι η αγωγή δεν έπασχε από νομική αοριστία, απορρίπτοντας έτσι τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και δη τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, που είναι διάσπαρτοι στους τέσσερις πρώτους λόγους αναιρέσεως, με τα οικεία σκέλη των οποίων οι αναιρεσείουσες επικαλούνται νομική αοριστία της αγωγής, προσδιορίζοντας αυτήν κατά βάση στην αναγκαιότητα παράθεσης των χρεωπιστωτικών κονδυλίων σε σχέση με την άνω σύμβαση πίστωσης και μόνον και συνδυάζοντάς την με την άρνηση της αναγνωρίσεως του καταλοίπου των τηρουμένων λογαριασμών την 2.1.2012, που όμως αφορά την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, ενώ η αοριστία ή μη της αγωγής κρίνεται από το περιεχόμενο και μόνο της αγωγής και όχι με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 662/2016). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (Ολ. ΑΠ 15/2012, ΑΠ 1275/2020, ΑΠ 1382/2019). Στην περίπτωση δε, κατά την οποία ο τρίτος αποκτά απευθείας από τον οφειλέτη και με αντάλλαγμα, απαιτείται, για τη σχετική διάρρηξη, ο τρίτος να γνώριζε θετικώς ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του (άρθρο 941 παρ. 1 ΑΚ). Ο τρίτος δηλαδή πρέπει να γνωρίζει ό,τι και ο οφειλέτης, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ο δόλος του και επιπλέον τον δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, η γνώση του δε αυτή ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια αυτού. Η γνώση του τρίτου πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο, που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, ενώ η τυχόν επιγενόμενη κακή πίστη του δεν βλάπτει (ΑΠ 828/2020, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 28/2017). Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του. Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού. Ως εκ τούτου, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 28/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η ενάγουσα τράπεζα κατάρτισε με τον Ι. Κ. του Β., που διατηρούσε ατομική επιχείρηση, την υπ' αρ. 5021/20-3-2000 σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού μέχρι του ποσού των 70.000.000 δρχ. (ή 205.429,20 ευρώ). Με το ... συμβόλαιο του N. Τ. ο ανωτέρω πιστούχος μετέτρεψε την ατομική του επιχείρηση σε ανώνυμη εταιρεία, ήδη πρώτη εκκαλούσα, η οποία με την από 19-1-2001 πρόσθετη πράξη υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής επιχείρησης. Επακολούθησαν τρεις (3) πρόσθετες πράξεις αύξησης του πιστωτικού ορίου της σύμβασης πίστωσης, ήτοι στις 26-9-2003 μέχρι του ποσού των 400.000 ευρώ, στις 26-1-2005 μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ και στις 22-11-2005 μέχρι του ποσού των 800.000 ευρώ. Για τη λειτουργία της πίστωσης η ενάγουσα άνοιξε πέντε (5) λογαριασμούς, το χρεωστικό υπόλοιπο των οποίων στις 2-1-2012 ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 400.000 ευρώ, το οποίο η πρώτη εναγόμενη πιστούχος αναγνώρισε με τις από 2-1-2012 πέντε (5) επιστολές της, δηλαδή με καθεμία επιστολή αναγνώρισε το υπόλοιπο κάθε λογαριασμού χωριστά. Περαιτέρω, η πιστούχος προέβη στην έκδοση δύο (2) ομολογιακών δανείων ποσού 300.000 ευρώ και 400.000 ευρώ, τα οποία κάλυψε η ενάγουσα. Επειδή η πρώτη εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση πίστωσης και τα ομολογιακά δάνεια, η ενάγουσα κατήγγειλε αυτά. Ειδικότερα: 1) Με την υπ' αρ. 09.13.066.5540.026/9-9-2013 επιστολή της, την οποία κοινοποίησε στην πρώτη εναγόμενη στις 8-10-2013, σύμφωνα με την 244748-10-2013 έκθεση επίδοσης του επιμελητή Αγρινίου Γ. Π., της γνωστοποίησε ότι έκλεισε την πίστωση και τους λογαριασμούς που τηρούντο για τη λειτουργία της με συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ποσό 808.668,49 ευρώ, πλέον τόκων, εξόδων κλπ., το οποίο κατά την άσκηση της αγωγής ανερχόταν σε 744.713,59 ευρώ . 2) Με την υπ' αρ. 10.13.066.5540.039/25-10-2013 επιστολή της, την οποία κοινοποίησε στην πρώτη εναγόμενη στις 7-11-2013, σύμφωνα με την 256817-11-203 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή, της γνωστοποίησε ότι κατήγγειλε την από 1-3-2007 σύμβαση ομολογιακού δανείου με συνολικό ποσό οφειλής 178.413,94 ευρώ, το οποίο κατά την άσκηση της αγωγής ανερχόταν σε 171.712,52 ευρώ. 3) Με την υπ' αρ. 09.13.066.5540.027/10-9-2013 επιστολή της, την οποία κοινοποίησε στην πρώτη εναγόμενη στις 8-10-2013, σύμφωνα με την 244548-10-2013 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή, της γνωστοποίησε ότι κατήγγειλε την από 14-3-2008 σύμβαση ομολογιακού δανείου με συνολικό ποσό οφειλής 416.911,29 ευρώ, το οποίο κατά την άσκηση της αγωγής ανερχόταν σε 416.356,66 ευρώ. Συνολικά η οφειλή της πρώτης εναγόμενης από τις ανωτέρω αιτίες ανήλθε στο ποσό 1.332.782,77 ευρώ (744.713,59 + 171.712,52 + 416.356,66). H πρώτη εναγόμενη με το ... συμβόλαιο του Συμβ/φου Αγρινίου Ν. Τ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Β' Υποθ/κείου Αγρινίου (τ. , αρ. ), πώλησε στη δεύτερη εναγόμενη οκτώ (8) αγροκτήματα, που βρίσκονται στην τοποθεσία "..." της κτηματικής περιφέρειας ... συνολικής αξίας 174.309,30 ευρώ. Κατά το χρόνο της ανωτέρω μεταβίβασης η πρώτη εναγόμενη είχε εμφανή περιουσιακά στοιχεία πέντε (5) αγροκτήματα με κτίσμα, εγκαταστάσεις κλπ. στην προαναφερόμενη κτηματική περιφέρεια και του Παναιτωλίου Αγρινίου, τα οποία όμως δεν επαρκούσαν για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, διότι ήσαν βεβαρημένα με προσημειώσεις και υποθήκες υπέρ τρίτων για μεγάλα ποσά, ήτοι υπέρ του Δημοσίου για ποσό 146.846,62 ευρώ και υπέρ της τραπεζικής εταιρείας ALPHA ΒΑΝΚ για ποσά 2.200.000 ευρώ, 250.000.000 δρχ., 2.200.000 ευρώ, 2.200.000 ευρώ και 2.2000.000 ευρώ. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας γεγονότα υπήρχαν ήδη από το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού (20-3-2000) και των δύο (2) ομολογιακών δανείων (1-3-2007 και 14-3-2008) και έκτοτε δημιουργήθηκε ενοχή για το κατάλοιπο, με το κλείσιμο δε απλώς των λογαριασμών και την καταγγελία των δανείων η απαίτησή της αυτή κατέστη απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, με αποτέλεσμα να μπορεί να ασκήσει την από τα άρθρα 939 επ. ΑΚ αγωγή για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής προς βλάβη της, δικαιοπραξίας της πιστούχου και οφειλέτιδας (1ης εναγόμενης), έστω και αν κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης (24-1-2011) δεν είχαν κλειστεί οριστικά οι λογαριασμοί και τα δάνεια, που έλαβαν χώρα στις 8-10-2013 και 7-11-2013, ήτοι έως τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (12-5-2014). Έτσι, η πρώτη εναγόμενη με την προαναφερόμενη πώληση των ακινήτων της ενήργησε προς βλάβη της ενάγουσας, διότι γνώριζε πως με τη μεταβίβαση αυτή θα περιέλθει σε αδυναμία να εξοφλήσει την τελευταία, αφού η υπόλοιπη περιουσία της ήταν βεβαρημένη με προσημειώσεις και υποθήκες υπέρ τρίτων και δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση αυτής. Η αφερεγγυότητα αυτή της πρώτης εναγόμενης υπάρχει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης της ενάγουσας. Οι εναγόμενες εταιρείες στεγάζονται σε όμορα ακίνητα με κοινή είσοδο, έχουν στενή συνεργασία λόγω του αντικειμένου της εμπορίας τους, ήτοι η πρώτη εναγόμενη είναι τυποποιητική και εξαγωγική εταιρεία ελαιών και η δεύτερη εναγόμενη είναι εμπορική με όμοια δραστηριότητα, οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών που ήταν συμβαλλόμενοι στην επίδικη αγοραπωλησία συνδέονται με στενό συγγενικό δεσμό, ήτοι ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της δεύτερης εναγόμενης Σ. Ζ. είναι επ' αδελφή γαμβρός του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της πρώτης εναγόμενης Σ. Κ. και επί πλέον ο Σ. Ζ. αποτελεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγόμενης (ΦΕΚ 416/18-1-2007 τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Η μάρτυρας ανταπόδειξης, που είναι διευθύντρια πωλήσεων εξωτερικού της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ότι από το έτος 2011 η εταιρεία αυτή είχε πρόβλημα ρευστότητας και αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα για την αγορά πρώτων υλών, διότι οι τράπεζες έπαυσαν τη χρηματοδότηση. Από τα τελευταία αυτά πραγματικά γεγονότα, ήτοι της συνεργασίας των εναγόμενων εταιρειών, της στενής συγγενικής σχέσης των νομίμων εκπροσώπων αυτών σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, αποδεικνύεται πλήρως ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης που συμβλήθηκε για λογαριασμό της στην επίδικη αγοραπωλησία, γνώριζε κατά τη σύναψη αυτής την καταδολιευτική πρόθεση της πρώτης εναγόμενης, ότι δηλαδή προέβη στη μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων για να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας. Όμοια που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες κρίνονται ουσία αβάσιμα και απορριπτέα... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 14/2015 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 30-07-2013 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και ως ουσία βάσιμη και απαγγέλθηκε η διάρρηξη της ως άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 του ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 873, 874 ΑΚ και 112 ΕισΝΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων του ΑΚ και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη της άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται α) ότι τα παραγωγικά περιστατικά της απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας, συνολικού ποσού 1.332.782,77 ευρώ, είχαν συντελεστεί ήδη από το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού (20-3-2000) και των δύο (2) ομολογιακών δανείων (1-3-2007 και 14-3-2008) και έκτοτε δημιουργήθηκε ενοχή για το κατάλοιπο, β) ότι η πρώτη εναγομένη με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο πώλησης αγροτεμαχίων του συμβολαιογράφου Αγρινίου Ν. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε στη δεύτερη εναγομένη οκτώ αγροκτήματα, συνολικής αξίας 174.309,30 ευρώ, γ) ότι με την προαναφερόμενη πώληση των ακινήτων της ενήργησε προς βλάβη της ενάγουσας, διότι γνώριζε πως με τη μεταβίβαση αυτή θα περιέλθει σε αδυναμία να εξοφλήσει την τελευταία, αφού η υπόλοιπη περιουσία της ήταν βεβαρημένη με προσημειώσεις και υποθήκες υπέρ τρίτων και δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση αυτής, δ) ότι η αφερεγγυότητα αυτή της πρώτης εναγόμενης υπήρχε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, και ε) ότι η δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα γνώριζε κατά τη σύναψη της άνω αγοραπωλησίας την καταδολιευτική πρόθεση της πρώτης εναγόμενης. Βάσει δε αυτών των περιστατικών εδικαιούτο η αναιρεσίβλητη να απαιτήσει τη διάρρηξη της επίμαχης μεταβιβαστικής της κυριότητας των ακινήτων της πρώτης εναγόμενης στην δεύτερη εναγόμενη, αφού συνέτρεξαν οι ως άνω προϋποθέσεις της διάρρηξης της επίμαχης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως παρέβη τις προαναφερθείσες διατάξεις, δεχόμενο ότι συντρέχει το στοιχείο της πρόθεσης βλάβης της αναιρεσίβλητης μόνο με την παραδοχή ότι η πρώτη αναιρεσείουσα προέβη στη μεταβίβαση εν γνώσει ότι η απομένουσα περιουσία της δεν αρκεί για την ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης, χωρίς να εξηγεί αν η επιχείρηση της πρώτης αναιρεσείουσας βρισκόταν σε κακή οικονομική κατάσταση, μη αναφέροντας περιστατικά για την εφαρμογή ή μη του μαχητού τεκμηρίου της γνώσης της δεύτερης αναιρεσείουσας και μη αναφέροντας την αξία των απαλλοτριωθέντων κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και τον χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι αβάσιμοι, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό αφενός μεν ότι η πρώτη αναιρεσείουσα με την προαναφερόμενη πώληση των ακινήτων της ενήργησε προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, διότι γνώριζε πως με τη μεταβίβαση αυτή θα περιέλθει σε αδυναμία να εξοφλήσει την τελευταία, αφού η υπόλοιπη περιουσία της ήταν βεβαρημένη με προσημειώσεις και υποθήκες υπέρ τρίτων και δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση αυτής, στοιχείο που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της γνώσης της διαθέτιδας, ανεξαρτήτως της οικονομικής της κατάστασης, αφετέρου δε ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα γνώριζε θετικά την πρόθεση αυτή της πρώτης αναιρεσείουσας, όχι με βάση την εφαρμογή του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 941 ΑΚ, αλλά με βάση τα αποδειχθέντα παραπάνω επιμέρους πραγματικά περιστατικά. Σχετικά δε με την αξία των απαλλοτριωθέντων αρκούσε η αναφορά στη συνολική αξία τους, νοουμένης αυτής και κατά τη μεταβίβαση και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, και όχι χωριστά κάθε ακινήτου, αφού, με βάση τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, η συνολική ληξιπρόθεσμη απαίτηση της αναιρεσίβλητης υπερβαίνει κατά πολύ τη συνολική αξία των αλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων της πρώτης αναιρεσείουσας. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: α) ότι η πρώτη εναγόμενη με την προαναφερόμενη πώληση των ακινήτων της ενήργησε προς βλάβη της ενάγουσας, διότι γνώριζε πως με τη μεταβίβαση αυτή θα περιέλθει σε αδυναμία να εξοφλήσει την τελευταία, αφού η υπόλοιπη περιουσία της ήταν βεβαρημένη με προσημειώσεις και υποθήκες υπέρ τρίτων και δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση αυτής, β) ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης που συμβλήθηκε για λογαριασμό της στην επίδικη αγοραπωλησία, γνώριζε κατά τη σύναψη αυτής την καταδολιευτική πρόθεση της πρώτης εναγόμενης, ότι δηλαδή προέβη στη μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων για να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας και γ) ότι μετά την παραπάνω μεταβίβαση δεν απέμεινε περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας τέτοια ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση της παραπάνω απαίτησης της αναιρεσίβλητης, καθόσον κατά το χρόνο της ανωτέρω μεταβίβασης η πρώτη εναγόμενη είχε εμφανή περιουσιακά στοιχεία πέντε (5) αγροκτήματα με κτίσμα, εγκαταστάσεις κλπ. στην προαναφερόμενη κτηματική περιφέρεια ... του Δήμου ... τα οποία όμως δεν επαρκούσαν για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, διότι ήσαν βεβαρημένα με προσημειώσεις και υποθήκες υπέρ τρίτων για μεγάλα ποσά, ήτοι υπέρ του Δημοσίου για ποσό 146.846,62 ευρώ και υπέρ της τραπεζικής εταιρείας ALPHA ΒΑΝΚ για ποσά 2.200.000 ευρώ, 250.000.000 δρχ., 2.200.000 ευρώ, 2.200.000 ευρώ και 2.2000.000 ευρώ. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και δη: 1) η αναλυτική περιγραφή των λοιπών αγροτεμαχίων της πρώτης αναιρεσείουσας και η εμπορική τους αξία, καθώς και ο ειδικότερος προσδιορισμός των επ' αυτών υφισταμένων βαρών, ενόψει και της παραδοχής του Εφετείου ότι τα ακίνητα αυτά ήσαν βεβαρημένα με προσημειώσεις και υποθήκες υπέρ τρίτων για μεγάλα ποσά, αναφέροντας μάλιστα συγκεκριμένα τα ποσά αυτά, και 2) η αναφορά της οικονομικής κατάστασης της πρώτης αναιρεσείουσας κατά το χρόνο της μεταβίβασης, σε σχέση με τη συνδρομή του στοιχείου της πρόθεσης βλάβης, αφού, όπως προεκτέθηκε, η πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Περαιτέρω, καμία αντίφαση δεν υφίσταται μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη με την προαναφερόμενη πώληση των ακινήτων της ενήργησε προς βλάβη της ενάγουσας και της παραδοχής ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε μεταγενέστερα τη σύμβαση πίστωσης και τα ομολογιακά δάνεια, αφού το στοιχείο της πρόθεσης βλάβης πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ενώ δεν υφίσταται παραδοχή ότι η πρώτη αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη μετά την επίδικη απαλλοτρίωση ποσά συνολικού ύψους 49.900,69 ευρώ, που και αν υπήρχε δεν θα ερχόταν σε αντίφαση με την άνω παραδοχή. Επομένως, τόσο ο έκτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, όσο και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με την αναγκαία, κατ` άρθρο 939 ΑΚ, πρόθεση βλάβης και την ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας της πρώτης αναιρεσείουσας, καθώς και την αναγκαία, κατ` άρθρο 941 ΑΚ, γνώση της δεύτερης αναιρεσείουσας, ως τρίτης, ότι η οφειλέτιδα - πρώτη αναιρεσείουσα προέβη στην απαλλοτρίωση των άνω ακινήτων της προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 686/2020, ΑΠ 744/2019, ΑΠ 1197/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προκομίστηκαν και δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν με επίκληση από την ενάγουσα, δηλαδή έλαβε υπόψη τις από 2.1.2012 πέντε επιστολές αναγνώρισης του χρεωστικού υπολοίπου κατά την 2.1.2012, που όμως ουδέποτε προσκομίστηκαν, και αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσίβλητη πράγματι επικαλέστηκε και προσκόμισε, δηλαδή τις πράγματι προσκομισθείσες από 2.4.2012 πέντε επιστολές αναγνώρισης, εάν δε δεν είχε υποπέσει στην πλημμέλεια αυτή δεν θα είχε απορρίψει την έφεση, αλλά θα είχε απαγγείλει την αοριστία της αγωγής, αφού θα έπρεπε να παρατίθενται στην αγωγή όλα τα χρεωπιστωτικά κονδύλια και των πέντε λογαριασμών που είχαν τηρηθεί για την από 20.3.2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι για τη λειτουργία της υπ' αρ. 5021/20-3-2000 σύμβασης πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού η αναιρεσίβλητη άνοιξε πέντε (5) λογαριασμούς, το χρεωστικό υπόλοιπο των οποίων η πρώτη αναιρεσείουσα πιστούχος αναγνώρισε με τις από 2-1-2012 πέντε (5) επιστολές της, δηλαδή με καθεμία επιστολή αναγνώρισε το υπόλοιπο κάθε λογαριασμού χωριστά. Από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των επιστολών αυτών της πρώτης αναιρεσείουσας, που είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση της έφεσης των αναιρεσειουσών, προκύπτει ότι και οι πέντε αυτές επιστολές είχαν ημερομηνία 2.4.2012 και όχι 2.1.2012, με αυτές δε η πιστούχος αναγνώριζε το υπόλοιπο των άνω λογαριασμών κατά την 2.4.2012, ανερχόμενου του υπ' αριθ. ... λογαριασμού σε 86.977,98 ευρώ, του υπ' αριθ. ... λογαριασμού σε 8.488,34 ευρώ, του υπ' αριθ. ... λογαριασμού σε 16.940,17 ευρώ, του υπ' αριθ. ... λογαριασμού σε 100.000,00 ευρώ και του υπ' αριθ. ... λογαριασμού σε 400.000,00 ευρώ. Πέραν όμως αυτών, έγινε δεκτό ότι η πιστούχος προέβη στην έκδοση και δύο (2) ομολογιακών δανείων ποσού 300.000 ευρώ και 400.000 ευρώ, τα οποία κάλυψε η αναιρεσίβλητη, λόγω δε του ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση πίστωσης και τα ομολογιακά δάνεια, η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε αυτά, με συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο κατά την άσκηση της αγωγής 744.713,59 ευρώ, 171.712,52 ευρώ και 416.356,66 ευρώ, αντίστοιχα, για την σύμβαση πίστωσης, το πρώτο ομολογιακό δάνειο και το δεύτερο ομολογιακό δάνειο. Εκτός δηλαδή από την απαίτηση από την άνω σύμβαση πίστωσης, η αναιρεσίβλητη είχε απαίτηση κατά της πρώτης αναιρεσείουσας και από τα δύο ομολογιακά δάνεια ανερχόμενη σε 171.712,52 ευρώ και 416.356,66 ευρώ, αντίστοιχα, ποσά που εν συνόλω υπερέβαιναν κατά πολύ την συνολική αξία των πωληθέντων αγροκτημάτων, που κατά την προσβαλλόμενη απόφαση ανέρχονταν σε 174.309,30 ευρώ, και συνεπώς και πάλι θα εδικαιολογείτο η διάρρηξη της πώλησης όλων αυτών των ακινήτων. Υπό τα δεδομένα, όμως, αυτά δεν μπορεί να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον για τις αναιρεσείουσες από την επιδιωκόμενη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τον συγκεκριμένο λόγο, διότι ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις από 2.1.2012 πέντε επιστολές αναγνώρισης του χρεωστικού υπολοίπου κατά την 2.1.2012, που όμως ουδέποτε προσκομίστηκαν, και αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη τις πράγματι προσκομισθείσες από 2.4.2012 πέντε επιστολές αναγνώρισης, δεν υφίστανται οι αναιρεσείουσες βλάβη τέτοια που να δικαιολογεί την άσκηση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στις αναιρεσείουσες προς άσκηση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, η ύπαρξη του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη πέντε και μόνο επιστολές αναγνώρισης του χρεωστικού υπολοίπου των τηρουμένων πέντε λογαριασμών, οι οποίες πράγματι έφεραν χρονολογία 2.4.2012 και όχι 2.1.2012 , πλην όμως η διαφορά αυτή δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης, καθόσον η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και παρέθεσε στην αγωγή της τα χρεωπιστωτικά κονδύλια και των πέντε λογαριασμών από την 2.1.2012 και εφεξής, καλύπτοντας έτσι και το προγενέστερο της αναγνωρίσεως επίμαχο χρονικό διάστημα, το δε άνω λάθος αφορά μόνο τον χρόνο της αναγνώρισης, ήτοι 2.4.2012 αντί 2.1.2012, και όχι το χρεωστικό υπόλοιπο κάθε λογαριασμού που είναι το ίδιο και με το επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητη ως υφιστάμενο την 2.1.2012, με συνέπεια να μην επηρεάζει την τελική οφειλή της πιστούχου και από την άνω σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που είναι αυτή που δέχθηκε και το Εφετείο. Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ειδικότερα οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη προσκόμισε τις αναφερόμενες πέντε επιστολές αναγνώρισης εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας του χρεωστικού υπολοίπου των προαναφερθέντων πέντε (5) λογαριασμών που τηρήθηκαν για τη λειτουργία της από 20-3-2000 σύμβαση πίστωσης, οι οποίες όμως φέρουν όλες ημερομηνία 2.4.2012 και συνεπώς δι' αυτών δεν αναγνωρίσθηκε το υπόλοιπο των άνω λογαριασμών κατά την 2.1.2012, η δε προσβαλλόμενη που δέχθηκε ως αποδεδειγμένο ότι η αναγνώριση έγινε με τις από 2.1.2012 επιστολές και για το λόγο αυτό θεώρησε ορισμένη την αγωγή και έκρινε αβάσιμα τα υποστηριζόμενα αντίθετα από τις αναιρεσείουσες, υπέπεσε σε αναγνωστικό σφάλμα των πέντε επιστολών και έκρινε ότι περιέχουν περιστατικά προδήλως διαφορετικά. Αν, όμως, δεν είχε παραμορφώσει το περιεχόμενο των άνω επιστολών, θα είχε αχθεί στην παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι η πιστούχος αναγνώρισε με τις πέντε επιστολές το υπόλοιπο κάθε λογαριασμού και θα είχε δεχθεί και απαγγείλει την αοριστία της αγωγής, με βάση τον πρώτο λόγο της έφεσής τους. Όπως προαναφέρθηκε, κατά την έρευνα του τρίτου λόγου αναιρέσεως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι εκτός από την απαίτηση από την άνω σύμβαση πίστωσης, η αναιρεσίβλητη είχε απαίτηση κατά της πρώτης αναιρεσείουσας και από τα δύο ομολογιακά δάνεια ανερχόμενη σε 171.712,52 ευρώ και 416.356,66 ευρώ, αντίστοιχα, ποσά που εν συνόλω υπερέβαιναν κατά πολύ την συνολική αξία των πωληθέντων αγροκτημάτων, που κατά την προσβαλλόμενη απόφαση ανέρχονταν σε 174.309,30 ευρώ, και συνεπώς και πάλι θα εδικαιολογείτο η διάρρηξη της πώλησης όλων αυτών των ακινήτων. Υπό τα δεδομένα, όμως, αυτά δεν μπορεί να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον για τις αναιρεσείουσες από την επιδιωκόμενη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τον συγκεκριμένο λόγο, διότι ακόμη και με την παραμόρφωση του περιεχομένου των άνω πέντε επιστολών, δεν υφίστανται οι αναιρεσείουσες βλάβη τέτοια που να δικαιολογεί την άσκηση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στις αναιρεσείουσες προς άσκηση του προκείμενου τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η ύπαρξη του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα κατά την έρευνα του τρίτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σε κάθε δε περίπτωση, και υπό την εκδοχή δηλαδή ότι το Εφετείο υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και παρέθεσε στην αγωγή της τα χρεωπιστωτικά κονδύλια και των πέντε λογαριασμών από την 2.1.2012 και εφεξής, καλύπτοντας έτσι και το προγενέστερο της αναγνωρίσεως επίμαχο χρονικό διάστημα, το δε άνω λάθος αφορά μόνο τον χρόνο της αναγνώρισης, ήτοι 2.4.2012 αντί 2.1.2012, και όχι το χρεωστικό υπόλοιπο κάθε λογαριασμού που είναι το ίδιο και με το επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητη, με συνέπεια να μην επηρεάζει την τελική οφειλή της πιστούχου και από την άνω σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που είναι αυτή που δέχθηκε και το Εφετείο. Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, ενώ το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών. Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρα 5 του ν. 2195/2001 και 12 του ν. 2915/2001), οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος (ΑΠ 611/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1693/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ισχυριζόμενες ότι, αφού είχε παρέλθει το έτος από την επίμαχη μεταβίβαση, επιστρέφει το "κανονικό" βάρος αποδείξεως και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα δανείστρια έπρεπε να επικαλεστεί και αποδείξει τη γνώση του τρίτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, γιατί δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους αποδείχθηκε πλήρως ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα γνώριζε κατά τη σύναψη της άνω αγοραπωλησίας την καταδολιευτική πρόθεση της πρώτης αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή αποδείχθηκαν τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά από την προς τούτο βαρυνόμενη αναιρεσίβλητη, ενώ με την αναφορά, ότι "Από τα τελευταία αυτά πραγματικά γεγονότα, ήτοι της συνεργασίας των εναγόμενων εταιρειών, της στενής συγγενικής σχέσης των νομίμων εκπροσώπων αυτών σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, αποδεικνύεται πλήρως ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης που συμβλήθηκε για λογαριασμό της στην επίδικη αγοραπωλησία, γνώριζε κατά τη σύναψη αυτής την καταδολιευτική πρόθεση της πρώτης εναγόμενης, ότι δηλαδή προέβη στη μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων για να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας", δεν αντέστρεψε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης και δη δεν στήριξε την απαιτούμενη για τη διάρρηξη γνώση της δεύτερης αναιρεσίβλητης στο συναγόμενο από τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ μαχητό τεκμήριο, του οποίου και δεν έκανε εφαρμογή, αλλά έκρινε, θετικά ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα γνώριζε κατά τη σύναψη αυτής την καταδολιευτική πρόθεση της πρώτης εναγόμενης. Κατά συνέπεια, ουδόλως έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων αμφιβάλλει ως προς το στοιχείο της γνώσης της δεύτερης αναιρεσείουσας, οπότε και μόνο θα ελεγχόταν αναιρετικά στο πλαίσιο του άρθρου 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή ότι ο ως άνω αμφίβολος αγωγικός ισχυρισμός κρίθηκε εσφαλμένα ως βάσιμος κατ` ουσίαν. Κατ` ακολουθίαν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείουσες, που χάνουν τη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Ιουνίου 2020 αίτηση και τους από 3 Φεβρουαρίου 2022 πρόσθετους αυτής λόγους των: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", και 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της με αριθ. 44/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ