Αριθμός 1297/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1,που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τόσκα, περί αναιρέσεως της 1257/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 545/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 565 εδ. α΄ του ΚΠΔ, κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από το δικαστήριο των Πλημμελειοδικών του τόπου, όπου εκτίεται η ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι αντιρρήσεις που ασκούνται από τον καταδικασθέντα μπορούν να έχουν ως αντικείμενο μόνον αμφιβολίες ή αντιρρήσεις σε σχέση με την εκτελεστότητα της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, το είδος της εκτιόμενης ποινής και τη διάρκεια αυτής, που προέκυψαν κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και μετά το αμετάκλητο αυτής και δεν αποτελούν ένδικο μέσο, διότι αυτές δεν στοχεύουν στην ακύρωση ή τη μεταρρύθμιση της εκτελεστής αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης. Επομένως, δεν μπορεί να προβληθεί παραδεκτώς με τις αντιρρήσεις κατά της εκτελεστότητας της απόφασης, ισχυρισμός του καταδικασθέντος, ότι τελούσε σε πραγματική πλάνη, ως προς την εκτελεστότητα της απόφασης, διότι ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με το άρθρο 30 του ΠΚ, μπορεί να αφορά μόνο τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή τα περιστατικά που επαυξάνουν το αξιόποινο της πράξεως και αποκλείει το δόλο. Τέλος, κατά το άρθρο 75 παρ.1 του ΠΚ, αν από τότε που έγινε αμετάκλητη η απόφαση, με την οποία επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας των άρθρων 69, 71, 72 και 74, περάσει τριετία χωρίς να αρχίσει η εκτέλεση του μέτρου, αυτό δεν μπορεί πια να εκτελεστεί, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ανεκκλήτως (άρθρο 565 εδ. γ΄ ΚΠΔ), με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1257/2006 απόφασή του, απέρριψε τις από 30.1.2006 αντιρρήσεις του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2883/1992 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος για χρήση πλαστών πιστοποιητικών και παράνομη είσοδο στο Ελληνικό έδαφος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών χωρίς μετατροπή, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη επ' αόριστο και διατάχθηκε η άμεση απέλασή του από τη χώρα, με τις οποίες ζητούσε να παύσει η εκτέλεση της άμεσης απέλασης που του επιβλήθηκε με την ανωτέρω υπ' αριθ. 2883/1992 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι: α) τελούσε σε πραγματική πλάνη, λόγω της εσφαλμένης αντιλήψεώς του ότι το έτος 1992 (όταν του επιβλήθηκε η προαναφερόμενη ποινή φυλακίσεως) οδηγήθηκε απλώς στα σύνορα προς Αλβανία, ενώ, ένεκα της άγνοιας εκ μέρους του της Ελληνικής γλώσσας, δεν γνώριζε ότι είχε διαταχθεί σε βάρος του δικαστική απέλαση, ως μέτρο ασφαλείας και ότι το μέτρο αυτό εκτελέστηκε αμέσως, περαιτέρω δε, ότι αυτό είχε ως συνέπεια την απαγόρευση εισόδου του στην Ελλάδα και β) η δικαστική απέλαση παραγράφηκε, επειδή παρήλθε τριετία από την επιβολή και εκτέλεση αυτής. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για να στηρίξει την ανωτέρω απορριπτική των αντιρρήσεων κρίση του διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την εξής αιτιολογία: "..... Με αυτό το περιεχόμενο η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και τούτο διότι, ο πρώτος λόγος της αναιρείται από τον ισχυρισμό του αιτούντος με το δεύτερο λόγο του περί εκτελέσεως αμέσως της απελάσεώς του και ο δεύτερος λόγος (περί παραγραφής), διότι το άρθρο 75 ΠΚ προϋποθέτει να μην έχει αρχίσει η εκτέλεση του ασφαλιστικού μέτρου (προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω)....". Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών του αντιλέγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, α) περί παραγραφής της δικαστικής άμεσης απέλασής του, με την αναφορά στο σκεπτικό ότι εκτελέστηκε αμέσως αυτή (απέλαση) και β) περί πραγματικής πλάνης, εξ αιτίας της οποίας, λόγω άγνοιας εκ μέρους του της Ελληνικής γλώσσας, δεν γνώριζε ότι είχε διαταχθεί σε βάρος του δικαστική απέλαση ως μέτρο ασφαλείας, με την αναφορά στο σκεπτικό, ότι ο πρώτος λόγος της αιτήσεως (αντιρρήσεων) αναιρείται από τον ισχυρισμό του αιτούντος με τον δεύτερο λόγο, κατά τον οποίο εκτελέστηκε αμέσως η απέλαση, αν και αυτό δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, εν όψει του ότι η επικαλούμενη άγνοια του αντιλέγοντος ως προς την εκτελεστότητα της απόφασης για την άμεση απέλασή του, δεν μπορεί να προβληθεί παραδεκτώς, όπως προαναφέρθηκε, ως λόγος αντιρρήσεων κατά της εκτελεστότητας της αμετάκλητης απόφασης, αφού ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 ΠΚ) αποκλείει τον καταλογισμό της πράξεως στον κατηγορούμενο από δόλο και ορθώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως του άρθρου 75 παρ. 1 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν και συνακολούθως και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Μαρτίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1257/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ