Αριθμός 1255/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη- Εισηγητή, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αγγελική Λαλούση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1401/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Φεβρουαρίου 2007 και 7 Φεβρουαρίου 2007, δύο, αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 281/2007. Αφού άκουσε την πληρεξουσία του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς συζήτηση οι από 5-2-2007 και 7-2-2007 δύο αιτήσεις του αναιρεσείοντος Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1401/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού δεν έχει αποφανθεί ο Άρειος Πάγος σε καμμία από αυτές. Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως ή βουλεύματος ασκείται με δήλωση, την οποία κάνει ο ίδιος ή αντιπρόσωπός του στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα, ο οποίος συντάσσει με τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 148 έως 153 έκθεση, η οποία υπογράφεται από τον δηλούντα και τον γραμματέα. Η έκθεση δε αυτή αποτελεί συστατικό τύπο, η παράβαση του οποίου συνεπάγεται το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του. Έτσι, η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως από εκείνον που δικαιούται σ' αυτήν, με δικόγραφο που κατέθεσε στον γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, έστω και αν για την κατάθεση του δικογράφου αυτού ο γραμματέας συνέταξε κάτω από αυτό σχετική έκθεση εγχειρίσεως δεν καλύπτει την τήρηση των ως άνω διατυπώσεων, για την άσκησή του και η με τον τρόπον αυτό άσκησή του το καθιστά απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 5-2-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1401/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, ασκήθηκε όχι με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου και σύνταξη εκθέσεως για την τοιαύτη δήλωση, αλλά με αυτοτελές δικόγραφο αναιρέσεως που υπογράφεται από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, το οποίο εγχειρίστηκε απ' αυτόν στην γραμματέα του ποινικού τμήματος του Πρωτοδικείου Καρδίτσας.......και κάτω από το δικόγραφο αυτό συνετάγη η υπ' αριθμ. 2/5-2-2007 έκθεση για τη σχετική κατάθεση. Με τον τρόπο, όμως, αυτό η άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως εφόσον δεν έγινε με δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα και με σύνταξη εκθέσεως για την δήλωση αυτή, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορριπτέα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ), σημειουμένου εδώ ότι ούτε η αρίθμηση (2/5-2-2007) του ανωτέρω δικογράφου ούτε η παρά πόδας αυτού υπό την ένδειξη "Η Γραμματέας" απλή μονογραφή μπορούν να προσδώσουν στο έγγραφο αυτό τη μορφή εκθέσεως (ΑΠ 1196/2001). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ακόμη να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, εφόσον προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε, ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1401/2006 απόφασή του εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρ. 19 παρ. 1 και 21 παρ. 2 Ν. 2523/1997) και επέβαλε εις αυτόν ποινή φυλακίσεως ενός έτους, ανασταλείσαν επί 3ετίαν. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στο 3ο χλμ. Της Ν.Ε.Ο. Λαμίας-Αθηνών, την 30-12-2002 και 31-12-2002 ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Α.Ε. με την επωνυμία "ΜΑΞ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" με αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση Εστιατορίων ταχείας εξυπηρέτησης έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία του Γενικού Ημερολογίου και των Αναλυτικών Καθολικών πέντε (5) εικονικά τιμολόγια συνολικής αξίας 114.724,82 Ευρώ πλέον Φ.Π.Α. συνολικής αξίας 20.650,48 Ευρώ, για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές με πρόσωπα άσχετα με αυτές και δεν κατέβαλε τον οφειλόμενο Φ.Π.Α. ο οποίος εξέπεσε από τις εκροές του ιδιοποιούμενος τα αντίστοιχα δημόσια έσοδα. Αναλυτικά αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα τα εξής τιμολόγια: Α/Α Αριθμός & Ημερομ. έκδοσης ΤιμολογίωνΑξία σε ΕυρώΦ.Π.Α. σε Ευρώ....... 58.69410.564,.......... 15.0002......... ,15.0002.........15.0002.,..........,11.030,821.985,55 ΣΥΝΟΛΟ ΣΕ ΕΥΡΩ114.724,8220.650,48 Ειδικότερα τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με αρ. 39,40,41 και 42/31-12-2002 δεν προσδιορίζουν το είδος των εργασιών και τη μονάδα μέτρησης αυτών, δεν εκδόθηκαν για τις εργασίες αυτές λογιστικές αποδείξεις είσπραξης ούτε έχουν εκδοθεί τιμολόγια. Ο όγκος των εργασιών δηλαδή οι κατασκευές που έγιναν σε κτήριο που έφερε μόνο τειχοποιϊα και μετατράπηκε σε σύγχρονο κατάστημα καφέ-εστιατόριο δεν είναι δυνατό να έλαβαν χώρα εντός μιάς ημέρας όπως εμφαίνεται από τα παραπάνω εικονικά φορολογικά στοιχεία, δεν υπήρχαν φορολογικά στοιχεία για προηγηθείσες αγορές υλικών με τα οποία έγιναν οι εργασίες για τις οποίες εκδόθηκαν τα εν λόγω τιμολόγια, ούτε ακολουθήθηκε κάποια νόμιμη διαδικασία με έκδοση οικοδομικής αδείας, με επιμετρήσεις, με εργατικές εισφορές στο ΙΚΑ. Το οίκημα στο οποίο φέρονται ότι έλαβαν χώρα οι παραπάνω εργασίες μισθώθηκε στις 1-11-2002 και στο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης δεν αναγράφεται κάτωθι περί της καταστάσεως του κτηρίου και της συμφωνίας μισθωτή-εκμισθωτή περί των κατασκευών σ' αυτό προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για επαγγελματική στέγη. Ο φερόμενος ως εκδότης των παραπάνω τιμολογίων. Ψ1 ήταν άγνωστος στην ..... Λαμίας όπου φέρεται ότι ασκούσε επιχείρηση ανάληψης κατασκευής οικοδομικών έργων και στην Αθήνα όπου είχε δηλώσει ότι διέμενε, αυτός προέβη σε έναρξη εργασιών χωρίς να απασχολεί εργάτες και χωρίς να διαθέτει τον απαραίτητο εξοπλισμό για την πραγματοποίηση τέτοιων εργασιών ούτε προέβαινε σε φορολογική δήλωση που να αποδεικνύει το μέγεθος των εργασιών. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αξιουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, αφού αναφέρει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμού με τους οποίους τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η ενοχή του κατηγορουμένου ούτε να γίνει αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου, αρκεί το τελευταίο να βεβαιώνει στην απόφασή του ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν (μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα που αναγνώσθηκαν) χωρίς εξαίρεση. Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, εγκειμένης εις το ότι δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας τους μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως καθώς και τα "προσαχθέντα έγγραφα", πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη του τους μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο καθώς και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ελήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο για την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη τα έγγραφα, τα οποία μπορεί να προσκομίστηκαν στο δικαστήριο αλλά δεν αναγνώστηκαν. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση της, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Απορριπτομένων αμφοτέρων των αιτήσεων, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει τις από 5 Φεβρουαρίου 2007 και 7 Φεβρουαρίου 2007 δύο αιτήσεις του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1401/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 31 Μαϊου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 5 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ`