Αριθμός 61/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ. του Θ. και 2) Σ. Π. του Ι., συζύγου Γ. Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα-Νικολάου Χριστοφοράκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Κ. του Π., Θ. Β., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Α. Β., 2) Α. Β. του Θ., 3) Α. συζύγου Α. Β., το γένος Π. Τ., και 4) Γ. Β. του Α., κατοίκων ...,που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θαλή Πολυχρονάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2010 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης και την από 5-1-2013 αγωγή οι:2ος, 3η και 4ος ήδη αναιρεσίβλητοι, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν η 11/2014 και 12/2014 μη οριστικές αποφάσεις και αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές, η 356/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 191/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την από 3.2.2021 και αριθ. κατάθ. 9/12.4.2021 αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 191/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο απέρριψε την από 2.11.2018 και αριθ. κατάθ. 85/2018 έφεση των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και την από 17.11.2018 και την αριθ. κατάθ. 90/2018 έφεση του τρίτου εναγομένου και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη και δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 14.11.2018 και αριθ. κατάθ. 88/2018 έφεση της ενάγουσας της από 9.2.2010 και αριθ. κατάθ. 111/ΕΡΓ. 19/2010 αγωγής και την από 19.11.2018 και αριθ. κατάθ. 91/2018 έφεση των εναγόντων της από 5.1.2013 και αριθ. κατάθ. 4/2013 αγωγής κατά της υπ' αριθ. 356/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας τις ως άνω αγωγές, τις δέχτηκε κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους εναγόμενους εις ολόκληρον τον καθένα να καταβάλουν ως προς την πρώτη αγωγή στην ενάγουσα ατομικά το ποσό των 50.000 ευρώ και με την ιδιότητά της ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της το ποσό των 50.000 ευρώ, και ως προς την δεύτερη αγωγή στον πρώτο ενάγοντα και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 50.000 ευρώ σε καθένα απ' αυτούς και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, που προκλήθηκε σ' αυτούς από τον οφειλόμενο σε εργατικό ατύχημα θάνατο του συγγενούς τους Θ. Β. του Α.. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564& 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 837/2019, 862/2015, 291/2015, 1864/2011, 329/2007). Η κρίση του δικαστηρίου ότι η αγωγή δεν είναι ορισμένη παρά την επαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων αυτής ή αντίθετα ότι είναι ορισμένη παρά την ανεπαρκή έκθεση των εν λόγω στοιχείων ελέγχεται αναιρετικά μέσω του λόγου του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την προαναφερόμενη αοριστία (ποσοτική - ποιοτική) αντιδιαστέλλεται η νομική αοριστία, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη, κρίση, η οποία ελέγχεται αναιρετικά μέσω του λόγου του αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση συγχωρείται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου (σχετ. ΟλΑΠ 18/1998, 1573/1981, ΑΠ 515/2016, 991/2014, 57/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου, οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 και 922 του ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει. Η υποχρέωση σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε. Η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή του προσώπου που με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχο του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε ειδικές δεσμευτικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπουν μια γενική εποπτεία. Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται κατά το άρθρο 922 ΑΚ η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 1361/2013). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η κατάφαση ή η άρνηση αυτής σύμφωνα με όσα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γίνονται δεκτά, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 559 αρ. 1 και αρ. 19). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εργολάβος, γενικώς και στο μέτρο που ενεργεί χωρίς να εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του. Συνεπώς, ο εργοδότης είναι ανεύθυνος για τις υπαίτιες και παράνομες πράξεις του εργολάβου ή των υπ' εκείνου προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση, όμως, που ο εργοδότης έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος έχει υποχρέωση να υπακούει στις οδηγίες του και θεωρείται ως προστηθείς του εργοδότη (ΑΠ 623/2016, 910/2015, 876/2014). Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, για να δικαιούται ο παθών ή, σε περίπτωση θανάτου αυτού, τα μέλη της οικογένειάς του χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 517/2017, 133/2016, 910/2015). Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 68 και 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για τη θεμελίωση αγωγής προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, στρεφόμενης κατά του υπαιτίου εργατικού ατυχήματος, ως και κατ' εκείνου που με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διευθύνσεως και επιβλέψεως του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (ΑΠ 876/2014, ΑΠ 52/2010). Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης προβάλλουν την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένες τις ένδικες αγωγές και απέρριψε σχετικό ισχυρισμό τους περί νομικής και ποσοτικής αοριστίας. Ωστόσο, από την επισκόπηση των δικογράφων των αγωγών προκύπτει, ότι είναι νομικά πλήρεις και επαρκείς ως προς την αναφορά των περιστατικών, που αποτελούν προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου στους οποίους θεμελιώνονται τα αιτήματα των εναγόντων σε κάθε μία απ' αυτές και δικαιολογούν την άσκησή τους εκ μέρους αυτών κατά των εναγόμενων και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932, 681- 691 ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1914 στοιχεία. Συγκεκριμένα οι ενάγοντες αναφέρουν σ' αυτές ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς τους οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων εργολάβου και πολιτικού μηχανικού, αλλά και των κυρίων του έργου και ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους την εποπτεία και τον έλεγχο του εκτελούμενου έργου της εσωτερικής και εξωτερικής τοιχοποιίας της οικίας τους, ήτοι ότι από την παράνομη συμπεριφορά τους και ειδικότερα από αμέλειά τους δεν έλαβαν τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα και εξ αυτού προήλθε ο τραυματισμός του, με τις εντεύθεν συνέπειες, κατά τα ειδικότερα στις αγωγές αναφερόμενα. Συνεπώς, το Εφετείο που τις έκρινε ορισμένες και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτών ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες. 3. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 5 του ν. 1396/1983, που αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων ή τρίτων κατά την εκτέλεση οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, πλην των δημοσίων, ο εργολάβος ολοκλήρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνος και υποχρεούται: α) να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, β) να τηρεί, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του εν λόγω νόμου και γ) εφαρμόζει, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 6 του εν λόγω νόμου. Περαιτέρω, ο κύριος του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο, είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν να εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι (άρθρο 4 παρ. 1). Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του Ν. 1396/1983, ο εργολάβος τμήματος του έργου δεν έχει μεν υποχρέωση να λαμβάνει και να τηρεί μέτρα ασφαλείας για προηγούμενα τμήματα του έργου, για τα οποία αντίστοιχη υποχρέωση έχουν οι εργολάβοι ή οι υπεργολάβοι των τμημάτων αυτών ή αναλόγως ο κύριος του έργου, όμως αν τα μέτρα αυτά δεν έχουν ληφθεί, οφείλει να μην αρχίσει την εκτέλεση του δικού του τμήματος του έργου, διότι διαφορετικά εκθέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του προσωπικού του και υποχρεούται συνεπώς σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας να αποζημιώσει τους παθόντες, αφού με την παράλειψή του και την ανοχή του στην έλλειψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας δημιούργησε και ο ίδιος κατάσταση επικινδυνότητας για το προσωπικό του (ΑΠ 231/2021,1858/2011). Κατά δε το άρθρο 111 του ΠΔ/τος 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού", "δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του ΠΔ/τος 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερήσιας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων, ενώ οι εργολάβοι και οι υπεργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας. Ακόμη κατά το άρθρο 7 παρ. 1, 4 και 5 του Ν. 1396/1983, ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει την υποχρέωση να δίνει οδηγίες κατασκευής σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, μεταξύ άλλων, σταθερών ικριωμάτων, να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικινδύνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται και να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του ΠΔ 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", "τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών δέον όπως εξασφαλίζονται δι' ανθεκτικών προσωρινών κιγκλιδωμάτων, και θωρακίων ή δια δικτύων. Επίσης, οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος, που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίκτυα προστασίας και σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας" (ΑΠ 1367/2013). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 103 του π.δ. 1073/1981 περί "εργασιών αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού και μέτρων ασφαλείας", οι εργαζόμενοι σε εργοτάξια, ασχέτως, απασχόλησης, πρέπει να φέρουν κράνη προστασίας της κεφαλής, χορηγούμενα από τον εκτελούντα το έργο, η δε χρήση κρανών είναι υποχρεωτική. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 107 του ίδιου π.δ., ο εκτελών το έργο πρέπει να εξασφαλίζει τη δυνατότητα χρήσης των ζωνών ασφαλείας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χρήση αυτή είναι αναγκαία, οι δε ζώνες δεν πρέπει να επιτρέπουν την ελεύθερη πτώση πλέον του ενός (1,00) μέτρου, ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 111 του ίδιου π.δ/τος, για τη διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της εφαρμογής των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, παρίσταται ανελλιπώς καθ' όλη τη διάρκεια της ημερήσιας εργασίας ο υπόχρεος εργοδότης ή εκπρόσωπος αυτού, το προσωπικό εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρείται τουλάχιστον μία φορά την ημέρα από τον επικεφαλής του υπεργολάβου και μία φορά την εβδομάδα από τον εργολάβο, εφόσον έχει ειδικές γνώσεις ή από κατάλληλο εκπρόσωπο του, ενώ οι υπεργολάβοι και οι εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζόμενους περί των, κατά τη φάση της εργασίας, απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 5 του ίδιου ως άνω π.δ/τος 1073/1981, κάθε εργαζόμενος πρέπει να εφαρμόζει μεθόδους εργασίας ασφαλείας, να λαμβάνει τις απαραίτητες προφυλάξεις για την προσωπική του ασφάλεια και για την ασφάλεια οιουδήποτε άλλου ατόμου και να απέχει από οιανδήποτε πράξη η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τον ίδιο ή οποιοδήποτε άλλο άτομο. Κατά τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006). Περαιτέρω, κατά διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 914/2017, 1206/2008, 361/2008, 610/2007). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 255/2020, 914/2017, 260/2011, 502/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, αναφορικά με το ένδικο εργατικό ατύχημα, που συνέβη στις 18.1.2008 και περί ώρα 14.00 κατά την ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο σε οικόπεδο, που βρίσκεται στην ..., συνιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά ποσοστό 50% καθένας από αυτούς και είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του Θ. Β. του Α., συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ο οποίος εργαζόταν ως οικοδόμος απασχολούμενος σε βοηθητικές εργασίες, προσληφθείς από τον τέταρτο εναγόμενο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη, εργολάβο τοιχοποιίας του επίδικου έργου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην προαναφερομένη διώροφη οικοδομή, ότι ενώ, κατόπιν σχετικών οδηγιών του εργολάβου, ο παθών βρισκόταν στον εξώστη της νοτιοανατολικής πλευράς του Α' ορόφου της οικοδομής και πλησίαζε στο πέρας της ανατολικής πλευράς της πλάκας, όπου δεν είχαν τοποθετηθεί προστατευτικά κιγκλιδώματα ή θωράκια, κρατώντας στα χέρια του δύο ξύλινες τάβλες (σανίδες) μήκους 3 μέτρων εκάστη, έχασε την ισορροπία του και έπεσε από ύψος 4,5 μέτρων στο έδαφος και μάλιστα, στον διαμορφωμένο από οπλισμένο σκυρόδεμα περιβάλλοντα χώρο της οικοδομής με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις εξ αιτίας των οποίων ως μόνη ενεργός αιτία στις 26-1-2008 επήλθε ο θάνατος του. Ότι, το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, εάν είχαν ληφθεί τα προβλεπόμενα στο άρθρο 17 του ΠΔ 778/1980 συλλογικά μέτρα ασφαλείας, και ότι το παραπάνω εργατικό ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται σε αμέλεια των δυο πρώτων εναγομένων, κυρίων του έργου και ήδη αναιρεσειόντων, του τετάρτου εναγόμενου, εργολάβου της τοιχοποιίας, προστηθέντος από τους δύο πρώτους και του τρίτου εναγόμενου, ομοίως μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, μελετητή και επιβλέποντος μηχανικού του έργου και προστηθέντος επίσης από τους δύο πρώτους εναγόμενους. Ότι, συγκεκριμένα, υπαίτιοι του ανωτέρω εργατικού ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος θανάτου του Θ. Β. του Α., είναι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, οι οποίοι κατ' αρχήν ευθύνονται αντικειμενικώς, διότι ως συγκύριοι του έργου είχαν προστήσει στην εκτέλεσή του τον επιβλέποντα μηχανικό και εργολάβο, οι οποίοι ευθύνονται υποκειμενικώς για την επέλευση του εργατικού ατυχήματος και ειδικότερα, ι)τον τρίτο εναγόμενο, ως επιβλέποντα μηχανικό, ο οποίος δεν υπέδειξε, ως όφειλε και μπορούσε, στον εργολάβο τοιχοποιίας, τα αναγκαία συλλογικά μέτρα ασφαλείας στην οικοδομή, που θα απέτρεπαν το ατύχημα, ούτε επενέβη ώστε να ληφθούν αυτά, όταν διαπίστωσε την έλλειψη τους και ιι/ τον τέταρτο εναγόμενο, ως εργολάβο για την πλήρωση των εσωτερικών και των εξωτερικών τοίχων της οικοδομής, ο οποίος αν και διαπίστωσε την έλλειψη προστατευτικών κιγκλιδωμάτων στους εξώστες του έργου, εγκαταστάθηκε, ως μη όφειλε, στο έργο πριν την τοποθέτησή τους και σε κάθε περίπτωση δεν έλαβε ο ίδιος, ως όφειλε και μπορούσε, ούτε τα προαναφερόμενα συλλογικά μέτρα ασφαλείας, αλλά ούτε έδωσε στον παθόντα ατομικά μέτρα προστασίας (κράνος, ζώνη ασφαλείας, κλπ), που πιθανόν θα απέτρεπαν το θάνατο του. Ότι, οι δυο πρώτοι εναγόμενοι, ως συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου στο οποίο εκτελείτο με εντολή και για λογαριασμό τους το παραπάνω τεχνικό έργο, έχοντας την αυτεπιστασία, ευθύνονται και υποκειμενικά για την επέλευση του ενδίκου εργατικού ατυχήματος, καθόσον ήταν υποχρεωμένοι καθ' υπόδειξη του επιβλέποντος μηχανικού, να λάβουν οι ίδιοι μέτρα προστασίας για την ασφάλεια των εργαζομένων στην οικοδομή και ότι το γεγονός ότι ο επιβλέπων μηχανικός στην κρινόμενη περίπτωση δεν ανέφερε στο ΣΑΥ που υποβλήθηκε για την έκδοση της οικοδομικής άδειας της οικοδομής, ούτε υπέδειξε στους δύο πρώτους εναγόμενους τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας (προστατευτικά κιγκλιδώματα ή θωράκια στα πέρατα των εξωστών), δεν αναιρεί την υποκειμενική ευθύνη των κυρίων του έργου στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, καθόσον αυτοί είχαν την αυτεπιστασία του έργου και τα επίμαχα μέτρα ασφαλείας δεν ήταν εξειδικευμένα και άγνωστα στον μέσο συνετό άνθρωπο που ανεγείρει οικοδομή με αυτεπιστασία, ο οποίος οφείλει να μεριμνά για την ασφάλεια των εργαζομένων σε αυτή. Ότι, επιπλέον, και οι κύριοι του έργου αυτού - δύο πρώτοι εναγόμενοι και ο επιβλέπων μηχανικός ήταν υπόχρεοι από το νόμο να παρευρίσκονται στο χώρο εκτέλεσης του καθ' όλο το χρονικό διάστημα που αυτό εκτελείτο, κατά κανόνα όμως, οι κύριοι αυτού επισκέπτονταν την οικοδομή άπαξ της εβδομάδας, ο δε επιβλέπων μηχανικός όποτε παρίστατο ανάγκη, μετά από αίτηση των κυρίων του έργου. Ότι, ο ισχυρισμός των τελευταίων, ότι δεν ευθύνονται για το επίδικο εργατικό ατύχημα, διότι δεν επιφύλαξαν για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και εποπτεία του έργου, δηλαδή δεν είχαν την αυτεπιστασία του και ότι την ευθύνη αυτού είχε αναλάβει ο επιβλέπων μηχανικός- τρίτος εναγόμενος, ο οποίος επέλεγε τα συνεργεία για την εκτέλεση των εργασιών στο έργο, χωρίς οι ίδιοι να αναμειγνύονται καθόλου στην εκτέλεση του έργου ελέγχεται αβάσιμος, όχι μόνο από το γεγονός ότι δεν ανέθεσαν την εκτέλεση όλου του έργου σε έναν εργολάβο, αλλά σε πλείονες, που επέλεγαν οι ίδιοι, αλλά και από το γεγονός ότι επιθεωρούσαν οι ίδιοι την πρόοδο των εργασιών στο έργο, εγκαθιστούσαν τα συνεργεία και αποφάσιζαν αλλαγές και προσθήκες σε αυτό. Υπό τα δεδομένα αυτά δεχόμενο το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες ως κύριοι του οικοπέδου της υπό ανέγερση οικοδομής, οι οποίοι, αφενός είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης της εκτελέσεως των εργασιών αυτής, ιδίως δια της επιλογής διαφόρων εργολάβων με χωριστές συμφωνίες για την εκτέλεση των μερικοτέρων τμημάτων της οικοδομής, δια της παροχής δεσμευτικών εντολών και οδηγιών περί του τρόπου εκτέλεσης και αποπεράτωσης του έργου (αλλαγές και προσαρμογές, καθώς και προσθήκες στην οικοδομή) προς τον επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό και εργολάβο, ο οποίος είχε αναλάβει την εκτέλεση τμήματος του έργου και δη τις εργασίες τοιχοποιίας της οικοδομής και συνεπώς μεταξύ αυτών υπήρχε σχέση πρόστησης με προστήσαντες τους κυρίους του έργου- αναιρεσείοντες και προστηθέντες τον επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό και εργολάβο και αφετέρου ότι, έχοντας την αυτεπιστασία του έργου, παρότι ο επιβλέπων μηχανικός δεν τους υπέδειξε τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας (προστατευτικά κιγκλιδώματα ή θωράκια στα πέρατα των εξωστών) και τα επίμαχα αυτά μέτρα ασφαλείας δεν ήταν εξειδικευμένα και άγνωστα στο μέσο συνετό άνθρωπο, που ανεγείρει οικοδομή με αυτεπιστασία, όφειλαν να μεριμνήσουν την ασφάλεια των εργαζομένων σ' αυτή, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 επ., 914, 922, 932 ΑΚ, 1 και 16 του ν. 551/1914, 1, 3, 4 και 5 του ν. 1396/1983 και 17 ν. 778/1980, τις οποίες ορθά εφάρμοσε ως προς τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων για τον θανάσιμο τραυματισμό του εργαζομένου Θ. Β. του Α., οι οποίες (αιτιολογίες) στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων εφαρμοσθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Κατά συνέπεια οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων : α) περί αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης με την παραδοχή υποκειμενικής και αντικειμενικής ευθύνης είναι αβάσιμες, καθότι η ύπαρξη της μιας δεν αποκλείει την άλλη, ενώ προς θεμελίωση της υποκειμενικής τους ευθύνης επαρκώς αιτιολογείται ότι παρά τη μη υπόδειξη από τον επιβλέποντα μηχανικό των συλλογικών μέτρων ασφαλείας, η ευθύνη τους αυτή δεν αναιρείται καθότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τα επίμαχα μέτρα ασφαλείας δεν ήταν εξειδικευμένα και άγνωστα στο μέσο συνετό άνθρωπο που ανεγείρει οικοδομή με αυτεπιστασία" και ότι συνεπώς όφειλαν να μεριμνήσουν για την ασφάλεια των εργαζομένων σ' αυτή, β) περί ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως επί του ζητήματος της μη ύπαρξης σχέσης πρόστησης, αφού οι αναιρεσείοντες γεννήθηκαν το έτος 1957 και ο πρώτος απ' αυτούς ήταν τραπεζικός υπάλληλος και η δεύτερη φαρμακοποιός και ως εκ τούτου δεν είχαν τις γνώσεις, που θα δικαιολογούσαν την άσκηση διεύθυνσης και εποπτείας τεχνικού έργου και συντονισμού για την λήψη μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων, είναι απαράδεκτες, καθότι τα γεγονότα αυτά αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού περί υπάρξεως σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτών και του εργολάβου και του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού και δεν αποτελούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Οι λοιπές αιτιάσεις περί παραλείψεως της προσβαλλομένης αποφάσεως να διαλάβει, πότε και σε ποιο στάδιο των οικοδομικών εργασιών έγιναν οι προσθήκες, αλλαγές και προσαρμογές εκ μέρους των εργολάβων μετά από υποδείξεις των αναιρεσειόντων και αν τελικά οι εργολάβοι συμμορφώθηκαν με αυτές, προβάλλονται απαράδεκτα, καθόσον δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, και περαιτέρω η αιτίαση ότι οι παραδοχές ότι υπάρχει σχέση πρόστησης εξ αιτίας των σποραδικών τους επισκέψεων στο έργο που συνέπιπταν με πληρωμές δεν δικαιολογούν τη σχέση πρόστησης, γιατί είχαν σκοπό και την επιθεώρηση του εκτελούμενου έργου προκειμένου να διαπιστωθεί ότι ο εργολάβος και ο επιβλέπων πολιτικός μηχανικός εκπληρώνουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις είναι επίσης απαράδεκτες, καθότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αίτησης με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέστη, χωρίς αιτιολογίες, από την κρίση της υπ' αριθ. 1293/2016 αμετάκλητης απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποίαν κηρύχθηκαν αθώοι οι αναιρεσείοντες για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του ως άνω θανόντος και οδηγήθηκε σε εκ διαμέτρου αντίθετη κρίση, δεχόμενο ότι αυτοί ως κύριοι του έργου ήταν υποχρεωμένοι να λάβουν μέτρα ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και εξ αιτίας της παραλείψεώς τους αυτής ευθύνονται για τον θάνατο του Θ. Β. του Α., δεν στοιχειοθετεί τον ως άνω αναιρετικό λόγο, καθότι δεν αφορά παραβίαση εκ πλαγίου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά. Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 576/2018, 360/2016, 237/2016, 1935/2014). Ο πέμπτος από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς αποδείξεις ότι υπήρχε σχέση πρόστησης και ότι οι αναιρεσείοντες παρείχαν εντολές και οδηγίες και δη δεσμευτικές στον επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό και εργολάβο για το πως θα εκτελεστεί το έργο, ενώ αυτό εκτελείτο με βάση μόνο τις σχετικές τεχνικές μελέτες και με την καθοδήγηση του πολιτικού μηχανικού Α. Σ., είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμά της διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα) μη δυναμένη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε) η μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων), είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, (ΑΠ 199/2018, 941/1992), ο δε λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολο τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας. 5. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Δεν συνάγεται δε ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναιρέσεως (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008, ΑΠ 170/2020, 1221/2018, 845/2018). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο της αίτησης προβάλλουν την από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ'ΚΠολΔ αιτίαση και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς την οικονομική και κοινωνική τους και την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης: 1. Τα εκκαθαριστικά σημειώματα των φορολογικών δηλώσεων των ετών 2015 και 2016 της δεύτερης απ' αυτούς, 2. Το από 20.2.2015 εγχειρητικό σημείωμα του ΓΕΝΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΘΩΡΑΚΟΣ ΑΘΗΝΩΝ Η ΣΩΤΗΡΙΑ, 3. Το από 19.3.2015 εξιτήριο του ΓΕΝΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΘΩΡΑΚΟΣ ΑΘΗΝΩΝ Η ΣΩΤΗΡΙΑ, 4. Το από 10.10.2016 ιατρικό σημείωμα της κλινικής με την επωνυμία ΙΑΤΡΟΠΟΛΙΣ ΑΕ ΤΜΗΜΑ ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ, 5. Το από 11.10.2016 ενημερωτικό ιατρικό σημείωμα του ΟΜΙΛΟΥ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, 6. Το από 3.11.2016 έγγραφο της κλινικής με την επωνυμία ΙΑΤΡΟΠΟΛΗΣ ΑΕ ΤΜΗΜΑ ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ και 7. Το από 22.3.2018 ενημερωτικό σημείωμα συντάξεως της ..., που αφορά τον πρώτο εξ αυτών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην πληττόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη ".... και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ... " σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα. 6. Η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Επιπλέον, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 εδ. α' ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν σε μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή), η οποία επήλθε σ' αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο η αδικοπραξία προκάλεσε σ' αυτόν. Παράλληλα, όμως, οι ίδιες διατάξεις οριοθετούν την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του δικαστηρίου "εύλογο" μέτρο, αποβλέποντας στο να μην "εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία" και να μη συρρικνώνεται, αλλά και να μην "επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος" της χρηματικής ικανοποίησης, με αφορμή το γεγονός ότι πρόκειται για "βλάβη ηθική", ήτοι τοιαύτης φύσεως που, ενώ "δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα", είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση. Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναζήτηση του ποσού, το οποίο σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί "εύλογο" ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συγκεκριμένου δικαιούχου, γίνεται με τη συνεκτίμηση μιας σειράς από περιστάσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μία προς μία από τους διαδίκους, προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν. Τέτοιες περιστάσεις είναι, κυρίως και ενδεικτικώς, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο μέτρο που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (που λειτουργεί διαφορετικά στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης, από ότι στην αξίωση αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, πρβλ. ΟλΑΠ 1115/1986), οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης αδικοπραξίας κλπ. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριο στο σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίσης ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει προς αυτό ο νόμος. Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κινηθεί ανεξέλεγκτα, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόσει το μέτρο που αντικειμενικά θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, η ως προς το "εύλογο" κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, σύμφωνα με τις κατ' ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνο, οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ολΑΠ 9/2015). Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ή και αρ. 19 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όσον αφορά την αξίωση των εναγόντων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, δέχθηκε ότι ο Θ. Β. κατά το χρόνο θανάτου του ήταν ηλικίας 35 ετών, νέος και υγιής και με την πρώτη ενάγουσα της πρώτης αγωγής Α. Κ., ήταν παντρεμένοι και είχαν αποκτήσει ένα κοριτσάκι, την Α. Β., που γεννήθηκε στις 5.4.2006 και είναι ακόμη ανήλικη. Ότι, άφησε εν ζωή τους γονείς του και τον αδελφό του, δηλαδή τον πατέρα του Α. Β. και τη μητέρα του Α. σύζυγο Α.Β. και τον αδελφό του, Γ. Β.. Ότι, όσο ζούσε, διέμενε σε διαμέρισμα στη Σπάρτη με τη σύζυγο και τη θυγατέρα του, με τις οποίες είχε άριστες σχέσεις, όπως και με τους γονείς και τον αδελφό του, που διέμεναν στην πατρική του οικία, επίσης στην Σπάρτη. Ότι, συνεπεία του αιφνίδιου και αδόκητου θανάτου του Θ. Β., όλοι οι ανωτέρω ενάγοντες συγγενείς του, που αποτελούσαν την οικογένειά του, δοκίμασαν βαθύτατο ψυχικό πόνο, η δε ανήλικη θυγατέρα του στερήθηκε από ηλικίας δύο ετών τον πατέρα της και σταδιακά αντιλήφθηκε ότι η απουσία του είναι οριστική, με τις αυτονόητες δυσμενείς επιπτώσεις στην ψυχοσυναισθηματική της ανάπτυξη. Ότι, προς άμβλυνση της ψυχικής δοκιμασίας που υπέστησαν οι ενάγοντες, δικαιούνται έναντι των εναγόμενων χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης και ότι λαμβανομένου υπόψη του είδους του ατυχήματος, των συνθηκών υπό τις οποίες αυτό έλαβε χώρα, του βαθμού πταίσματος των εναγόμενων και της συνυπαιτιότητας του παθόντος, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να επιδικασθεί στη σύζυγο, στη θυγατέρα του και στους γονείς του, το ποσό των 50.000 ευρώ στον καθένα και στον αδελφό του το ποσό των 30.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης της συζύγου και της θυγατέρας του θανόντος Θ. Β., δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας, ούτε περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, για τον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και τούτο διότι, το ποσό που επιδικάστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ευλόγως επιδικαζόμενο από τα δικαστήρια σε περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων ανάλογης βαρύτητας και συνεπειών με αυτό του θανόντος και με την κατά τις παραδοχές υπαιτιότητα των υπαιτίων αναιρεσειόντων κατά ποσοστό 80% και την ύπαρξη συνυπαιτιότητας του θανόντος κατά ποσοστό 20% και δεν κρίνεται καταφανώς διογκωμένο. Γι' αυτό δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ως προς τους ως άνω συγγενείς του θανόντος, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ως προς το ύψος του ποσού που επιδικάστηκε και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή του πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος των δικαιούχων και στο βάρος των υποχρέων. Αντίθετα, ως προς τους λοιπούς συγγενείς του ως άνω θανόντος το Εφετείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα ποσά, που τους επιδικάστηκαν, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις για την επιδίκαση χρηματικής παροχής, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, χωρίς να αιτιολογείται γιατί τα εν λόγω ποσά είναι εύλογα, ενόψει και των παραδοχών ότι ο θανών είχε ήδη δημιουργήσει δική του οικογένεια και κατά το χρόνο του θανάτου διέμενε με τη σύζυγο του και το τέκνο του εκτός της πατρικής κατοικίας, καθώς επίσης και χωρίς να αξιολογούνται και οι οικονομικές, κοινωνικές και λοιπές συνθήκες διαβίωσης των δικαιούχων και των αναιρεσειόντων. Ως εκ τούτου ο έβδομος λόγος της αίτησης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατ' εφαρμογή της διάταξης αυτής του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στους ενάγοντες τα προαναφερόμενα ποσά, καθότι είναι δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, είναι αβάσιμος ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Α. Κ. του Π., χήρα Θ. Β., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Α. Β., και βάσιμος ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους Α. Β. του Θ., Α. σύζ. Α. Β. και Γ. Β. του Α. και πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη με τις ιδιότητες που παρίσταται και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντες καθ' ο μέρος αφορά τους ως άνω 2°, 3η και 4° των αναιρεσιβλήτων, καθώς και ως προς αυτό που αφορά την επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των αναιρεσειόντων και των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, μετά την εκατέρωθεν κατανομή τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας του κάθε μέρους (άρθρα 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 191/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Α. Κ. του Π., χήρα Θ. Β., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Α. Β.. ΑΝΑΙΡΕΙ την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς τους αναιρεσείοντες και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους Α. Β. του Θ., Α.συζ. Α.Β. και Γ. Β. του Α.. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς νέα κρίση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ