Αριθμός 655/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Παπαϊωάννου. Της αναιρεσίβλητης: Ε. θυγ. Β. Ε., πρώην συζ. Π. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Νικολόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4912/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1413/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-10-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 17-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1413/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 4912/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006 και 4/2005). Εξάλλου, αν ο λόγος αναίρεσης φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1400 παρ.1 εδ. β' ΑΚ, η οποία, συντελέστηκε με την εσφαλμένη (κατ' αυτόν) κρίση, ότι η συνεισφορά της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης υπερέβαινε το μέτρο της αναγκαίας συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες, ενώ αποδείχθηκε κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι η αναιρεσίβλητη, ως υπάλληλος στην Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία (Ε.Π.Ο), είχε βεβαρημένο ωράριο και ως εκ τούτου δεν είχε το περιθώριο του χρόνου για την παροχή υπηρεσιών για τη συντήρηση και τη λειτουργία του κοινού οίκου και την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων κατά το μέτρο που αυτές υπερβαίνουν την υποχρέωση για συνεισφορά της προς αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Ο λόγος όμως αυτός είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. 3.- Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 178 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, "σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός". Ακόμη, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ο δικαστής μπορεί να επιβάλει το σύνολο των εξόδων σε βάρος του ενός μόνο διαδίκου, αν το μέρος που απορρίφθηκε από την αίτηση του άλλου διαδίκου είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή για να αυξηθούν τα έξοδα ή αν ο καθορισμός του μεγέθους της απαίτησης είχε εξαρτηθεί από την κρίση του δικαστή ή από την εκτίμηση πραγματογνωμόνων". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, "τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε οι διατάξεις των άρθρων 176 και 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό τους με εκείνες των άρθρων 99 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 3026/1954, με τις οποίες ορίζονται τα ελάχιστα όρια αμοιβών των δικηγόρων για εργασία σε πολιτικές κ.λπ. υποθέσεις, σαφώς προκύπτει ότι σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με τον καθορισμό της αναλογίας του ύψους της επιδικαστέας δικαστικής δαπάνης, ακόμη και όταν αυτή υπερβαίνει τα εν λόγω ελάχιστα όρια, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 285/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατανέμοντας, κατ' άρθρο 178 παρ.1 ΚΠολΔ, τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας εκάστου διαδίκου, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη μέρος αυτών, το οποίο όρισε στο ποσό των 600 ευρώ. Ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 178 παρ.1 ΚΠολΔ, τον καταδίκασε σε μέρος των δικαστικών εξόδων του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, ενώ "έπρεπε να προβεί σε συμψηφισμό αυτών, δεδομένου ότι και οι δύο (αντίθετες) εφέσεις απερρίφθησαν". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η κρίση του Εφετείου αναφορικά με τον καθορισμό της αναλογίας του ύψους της επιδικαστέας δικαστικής δαπάνης, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.- Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει η κρινόμενη αίτηση η οποία δεν περιέχει άλλο λόγο, να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-10-2011 αίτηση του Π. Β. για αναίρεση της 1413/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ