Αριθμός 228/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λεβέντη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 984/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Χρόνη. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ηρακλείου Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1143/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 20 παρ.6 και 7 του ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 27 παρ.1 του ν. 3604/2007, οι συζητήσεις και αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της ανωνύμου εταιρείας καταχωρούνται περιληπτικά σε ειδικό βιβλίο που μπορεί να τηρείται και μηχανογραφικά και αντίγραφα των πρακτικών συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, για τα οποία υπάρχει υποχρέωση καταχωρίσεως των στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών, σύμφωνα με το άρθρο 7α του νόμου 2190/1920 υποβάλλονται σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου. Η τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τις παραπάνω διατάξεις και τις αντίστοιχες διατάξεις του καταχωρημένου στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών που τηρείται στην αρμόδια υπηρεσία όπου έχει την έδρα της η εταιρεία και στην μερίδα συγκεκριμένης ανώνυμης εταιρείας κατ' άρθρο 7β του ως άνω νόμου καταστατικού αυτής δεν αποτελεί προϋπόθεση της εγκυρότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου ανωνύμου εταιρείας αλλά έχουν βεβαιωτικό μόνο χαρακτήρα οι παραπάνω διατυπώσεις. Έτσι, δεν απαγορευόταν από τις ως άνω διατάξεις ούτε από άλλη διάταξη νόμου η σύνταξη περισσοτέρων πρωτοτύπων πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου ανωνύμου εταιρείας στο οποίο περιέχεται η απόφαση των μελών του που συμμετείχαν στη λήψη αυτής και το υπογράφουν σχετικά με την ανάθεση από αυτό ως όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας να ενεργήσει κατόπιν πληρεξουσιότητας ή εντολής συγκεκριμένες πράξεις ή να δηλώσει υποβολή εγκλήσεως από την ανώνυμη εταιρεία κατά του καταγγελομένου ως δράστη αξιοποίνου πράξεως σε βάρος της εταιρείας. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.5 του ν. 5960/1933, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1320/1972, το άρθρο 4 παρ.1 ν. 2408/1996, το άρθρο 22 ν. 2721/1999 και το άρθρο 15 παρ.3 του ν. 3742/2006 συνάγεται ότι η ποινική δίωξη για το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής και η ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ.ΑΠ 23/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με την 984/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε κατ' έφεση κατά της 6647/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου ο αναιρεσείων κατεδικάσθη σε φυλάκιση τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή 500 ευρώ για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του ανωτέρω Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου υπερασπίσεως του πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας υπέβαλε μεταξύ άλλων τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μη νομίμου ασκήσεως της εναντίον του ποινικής διώξεως κατόπιν μηνύσεως της παράστασης ως πολιτικώς ενάγουσας ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." επικαλούμενος ότι αυτή ασκήθηκε κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 42 ΚΠοινΔ διότι ενώ κατά το άρθρο 9 παρ.5 του ισχύοντος καταστατικού της μηνύτριας "οι συζητήσεις και αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου πιστοποιούνται δια πρακτικών ότι να εγγράφονται εις το επί τούτου τηρούμενα βιβλίον και υπογράφονται υπό του προεδρεύοντος, των παραστάντων κατά την συνεδρίασιν συμβούλων και του Γραμματέως, χρέη Γραμματέως δύναται να εκτελέση εις των συμβούλων ή οιοσδήποτε τρίτος οριζόμενος υπό τους διοικητικού συμβουλίου, και ενώ στο άρθρο 9 παρ.7 ορίζεται ότι "τα αντίγραφα ή αποσπάσματα των πρακτικών όσα πρόκειται να προσαχθούσιν ενώπιον Δικαστηρίου ή άλλης Αρχής επικυρούνται υπό του Προέδρου ή του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας" διότι με τα ανωτέρω νομίμως εκδιδόμενα αντίγραφα των πρακτικών των συνεδριάσεων του Δ.Σ. πιστοποιείται το ακριβές περιεχόμενο της ληφθείσης αποφάσεως και η ταύτιση του περιεχομένου αυτού με τις ενέργειες του οριζομένου αντιπροσώπου, στην μήνυση που υποβλήθηκε εναντίον του επισυνάφθηκε το υπ' αριθμ. 448/20.12.2006 πρακτικό του Δ.Σ. της μηνύτριας χωρίς να προκύπτει ότι παρέστη κατά εκείνη τη συνεδρίαση του ο Γραμματέας ούτε ανατέθηκαν εις ουδένα των παρισταμένων ή τρίτο χρέη Γραμματέα, ούτε υπογράφεται αυτό το πρακτικό από κάποιο άτομο με την ιδιότητα του Γραμματέως και επί πλέον το παραπάνω αντίγραφο του πρακτικού δεν επικυρώνεται από ουδένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 9 παρ.7 του καταστατικού πρόσωπα (Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο ή Διευθύνοντα Σύμβουλο) ούτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της μηνύτριας ενώ ακόμη ούτε υπό την υπάρχουσα στο έγγραφο αυτό ένδειξη ακριβές αντίγραφο αυθημερόν έχει τεθεί κάποια υπογραφή αλλά υπάρχει μόνο η υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου κατ' άρθρο 42 παρ.2 ΚΠοινΔ βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του Δ.Σ. της μηνύτριας που δεν αναπληρώνει τη βεβαίωση της γνησιότητας του αντιγράφου του πρακτικού και τίθεται επί εγγράφου μη νομίμως εξαχθέντος από τα βιβλία της εταιρείας. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η μηνύτρια εταιρεία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α. υπέβαλε την κατά του αναιρεσείοντος έγκληση για το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής δια του πληρεξουσίου της Κωνσταντίνου Ψωμιάδη, δικηγόρου Αθηνών δυνάμει του συνημμένου 448/20.12.2006 πρακτικού του Δ.Σ. αυτής από το οποίο προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας κατά τη συνεδρίαση της 20/12/2006 στην οποία συμμετείχαν ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, ο Διευθύνων Σύμβουλος και δύο μέλη αποφάσισε και έδωσε την εντολή στον ειρημένο δικηγόρο να εμφανισθεί στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και να καταθέσεις για λογαριασμό της εταιρείας έγκληση κατά του κατηγορουμένου για το έγκλημα εκδόσεως των αναφερομένων στην έγκληση ακάλυπτων επιταγών. Περαιτέρω από την επισκόπηση του καταστατικού της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, ανακοίνωση για τη δημοσίευση της αδείας ίδρυσης της οποίας και εγκρίσεως του καταστατικού της έχει γίνει στο 3232/1-11-1977 φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), προκύπτει ότι στο άρθρο 11 αυτού ορίζεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση αναφερόμενη στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας αυτής με εξαίρεση τις αποφάσεις που κατά Νόμο και το καταστατικό της υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως των μετόχων και ειδικότερα εκπροσωπεί την εταιρεία ενώπιον Δημοσίων Δημοτικών και λοιπών Αρχών ή Διεθνών Οργανώσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εγείρει αγωγές, υποβάλλει μηνύσεις, ασκεί ένδικα μέσα τακτικά ή έκτακτα...διορίζει δικηγόρους ή άλλους πληρεξουσίους προς εκπροσώπηση της εταιρείας ενώπιον των Δικαστικών και λοιπών Αρχών και προς ενέργεια οποιασδήποτε των άνω πράξεων, ενώ στο άρθρο 12 του καταστατικού ορίζεται ότι η εταιρεία εκπροσωπείται επι δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού Συμβουλίου ενεργώντας συλλογικώς και ότι έχει δικαίωμα το Διοικητικό Συμβούλιο να αναθέτει σε ένα ή πλείονα μέλη του, τα όποια δύναται να διορίζει ως διευθύνοντες συμβούλους, ή σε άλλα πρόσωπα την εκπροσώπηση της εταιρείας γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Επίσης καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Ασφαλιστικών Εταιρειών και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. φύλλου 9410/8-9-2003 του τεύχους ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως σχετική απόφαση της από 17.7.2003 γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εγκαλούσας εταιρείας για εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου αυτής και στον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας αυτής το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβασε τις αρμοδιότητές του άρθρου 11 του καταστατικού πλην των αρμοδιοτήτων της περιπτώσεως 2α τις οποίες μεταβίβασε στον Πρόεδρο του Δ.Σ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Ψωμιάδης ως προς την υποβολή στις εναντίον του ήδη αναιρεσείοντος ως άνω εγκλήσεως της ανωνύμου εταιρείας ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α. ενήργησε μετά από εντολή και πληρεξουσιότητα που του δόθηκε με το υπ' αριθμό 448/20.12.2006 πρακτικό του διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρείας, στο τέλος του οποίου υπάρχουν οι πρωτότυπες υπογραφές των παρευρεθέντων μελών του που έλαβαν τη σχετική απόφαση. Δηλαδή, ενήργησε ο ως άνω δικηγόρος κατ' άρθρο 22 παρ.3 ν. 2190/1920 όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως υποκατάστατος της ανώνυμης εταιρείας στον οποίο το αρμόδιο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής έδωσε την εντολή να καταθέσει την έγκληση και δεν είχε ανάγκη άλλης ειδικής εγγράφου πληρεξουσιότητας ή δηλώσεως εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως της γνησιότητας της υπογραφής των υπογραφόντων το ως άνω πρακτικό μελών του Δ.Σ. της εντολέα του ανώνυμης εταιρείας προκειμένου να υποβάλει την έγκληση αυτή. Ακόμη από τον βεβαιωτικό χαρακτήρα των διατυπώσεων που ορίζονται στο άρθρο 20 παρ.6 και 7 του ν. 2190/1920 και των σχετικών διατυπώσεων στο άρθρο 9 του καταστατικού της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, για την έκδοση αντιγράφων των πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου αυτής δεν δημιουργείται αμφιβολία ότι το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρείας που προσαρτήθηκε στην υποβληθείσα κατά του αναιρεσείοντος έγκληση για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933 εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας για ανάθεση από το αρμόδιο προς υποβολή μηνύσεων κατά τρίτων όργανο αυτής της εντολής στον αναφερόμενο δικηγόρο να καταθέσει την σχετική έγκληση κατά του αναιρεσείοντος αφού έχουν θέσει σ' αυτό τις πρωτότυπες υπογραφές τους τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας που συμμετείχαν στη λήψη της περιεχομένης στο πρακτικό αυτό αποφάσεως. Δεν καθιστούσε άκυρο το πρακτικό αυτό, που προσαρτήθηκε στην υποβληθείσα έγκληση, η μη επικύρωση του ως ακριβούς αντιγράφου από τον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο του Δ.Σ. ή τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ανώνυμης αυτής εταιρείας, αφού αυτοί περιλαμβάνονται στα μέλη που υπογράφουν το πρακτικό τούτο ούτε η μη υπογραφή του από γραμματέα, δοθέντος ότι από μέλη του Δ.Σ. της άνω εταιρείας υπογράφεται το εν λόγω πρακτικό και οποιοδήποτε από αυτά τα μέλη μπορούσε να ασκήσει χρέη γραμματέα. Επομένως νομίμως υποβλήθηκε η έγκληση αυτή ως ανωτέρω κατά του ήδη αναιρεσείοντος για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933 και δεν χρειαζόταν να βεβαιωθεί η ακρίβεια του ως άνω πρακτικού, της ληφθείσης την 20.11.2006 αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας ούτε από πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 9 του καταστατικού της ως αρμόδια για την έκδοση αντιγράφων των πρακτικών του Δ.Σ. αυτής της εταιρείας ούτε να βεβαιωθεί από άλλα αρμόδια για την έκδοση αντιγράφων κατά του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για την αποδεικτική ισχύ των ιδιωτικών εγγράφων η ακρίβεια του προσαρτηθέντος στην πιο πάνω έγκληση υπ'αριθμ. 448/20.12.2006 πρακτικού συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας ότι δηλαδή πρόκειται για ακριβές αντίγραφο από τη τηρούμενο βιβλίο πρακτικών διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας αυτής αφού κατά τα ανωτέρω δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του πρακτικού αυτού και την εκφρασθείσα βούληση της εταιρείας από την θέση επί αυτού των πρωτοτύπων υπογραφών των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρείας που έλαβαν την αναφερόμενη σ'αυτό απόφαση. Το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε μεταξύ άλλων ότι αρκούσε το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την απόφαση που λήφθηκε στις 20/12/2006 με τις υπογραφές του Προέδρου του Αντιπροέδρου, του Διευθύνοντος Συμβούλου και δύο ακόμη μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας και επισυνάφθηκε στην έγκληση και με το οποίο δόθηκε εντολή στον δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Ψωμιάδη να εμφανισθεί στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και να καταθέσει για λογαριασμό της εταιρείας έγκληση κατά του κατηγορουμένου για έκδοση ακάλυπτων επιταγών για τη νόμιμη υποβολή της εγκλήσεως αυτής της ανωνύμου εταιρείας και απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε δεν παρέλειψε να απαντήσει επί του υποβληθέντος ως άνω ισχυρισμού περί μη νομίμου υποβολής της εγκλήσεως ούτε χρειαζόταν να διαλάβει στην αιτιολογία για την απόρριψη του άνω ισχυρισμού περαιτέρω στοιχεία, αφού οι επισημαινόμενες από τον αναιρεσείοντα ελλείψεις του επισυναφθέντος στην έγκληση της ανώνυμης εταιρείας πρακτικού δεν συνεπάγοταν ακυρότητα αυτού ως προς την παροχή από το Δ.Σ. αυτής εταιρείας της εξουσιοδοτήσεως να καταθέσει και υπογράψει την έγκληση εναντίον του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και κατ' ακολουθίαν, δεν κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών χωρίς την υποβολή νομίμως της απαιτούμενης εγκλήσεως. Συνεπώς, δεν υπέπεσε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις αποδιδόμενες πλημμέλειες της ελλείψεως ακροάσεως, της ελλείψεως της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη υποβληθέντος από τον κατηγορούμενο αυτοτελούς ισχυρισμού και της υπερβάσεως της εξουσίας του με το να ασκήσει δικαιοδοσία χωρίς να συντρέχουν οι όροι που του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β, στοιχ. Δ' και Η' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως ως προς όλα τα επί μέρους σκέλη αυτού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1935 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του αντικειμενικώς, αφ' ενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής που συντελείται με τη συμπλήρωση των απαιτουμένων από το νόμο στοιχείων και τη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του εντύπου και αφ' ετέρου έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο εκδόσεως ή της πληρωμής, υποκειμενικώς δε γνώση του εκδότη, έστω και με την έννοια του ενδεχομένου δόλου (της αμφιβολίας), της ελλείψεως αυτής (ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων) και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από την παραπάνω διάταξη του ν.5960/1933 τυπικού εγκλήματος δεν εξετάζεται το έγκυρο ή το άκυρο ή υπόστατο της υποκείμενης σχέσεως. Το αξιόποινο του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάλογης προστασίας των συναλλαγών πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία της εκδόσεως ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανυπάρκτου ή παρανόμου της αιτίας. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ως άνω νόμου περί επιταγής σαφώς προκύπτει ότι η επιταγή είναι έγκυρη όταν περιέχει 1)την ονομασία "επιταγή" μέσα στο κείμενο, 2)την εντολή περί πληρωμής ορισμένου ποσού, 3)το όνομα εκείνου που πρέπει να πληρώσει πληρωτής 4)τη σημείωση του τόπου πληρωμής, 5)τη σημείωση της χρονολογίας και του ποσού εκδόσεως της επιταγής, 6)την υπογραφή αυτού που εκδίδει την επιταγή (εκδότης). Η επιταγή είναι αυστηρά τυπικό έγγραφο και γι' αυτό, αν λείπει ένα από τα ως άνω τυπικά στοιχεία, τα οποία δεν είναι από αυτά που ο νόμος (αρθρ.2 ν. 5960/1939) καθορίζει ότι μπορούν να λείπουν (τόπος πληρωμής, περισσότεροι τόποι πληρωμής, τόπος εκδόσεως) δεν ισχύει ως επιταγή, δηλαδή η επιταγή είναι άκυρη. Περαιτέρω ο νόμος 5960/1933 δεν αναγνωρίζει ρητώς την λευκή επιταγή, πλην όμως από το άρθρο 13 αυτού κατά το οποίο "εάν η επιταγή, ατελής κατά την έκδοσιν, συνεπληρώθη εναντίον των γενομένων συμφωνίων, η μη τήρησις των συμφωνιών τούτων δύναται να αντιταχθεί κατά του κομιστού, μόνον, εάν αυτός απέκτησε την επιταγήν κακή τη πίστει, η εάν "κατά την κτήσιν αυτής διέπραξε βαρύ πταίσμα" συνάγεται, ότι δύναται να υπάρξει ηθελημένη έλλειψη ενός ή περισσοτέρων στοιχείων της επιταγής, όπως συνήθως της χρονολογίας εκδόσεως της και του ποσού αυτής προκειμένου αυτά να συμπληρωθούν μεταγενεστέρως από τον λήπτη δυνάμει συμφωνίας μεταξύ αυτού και του εκδότη, με την οποία παρέχεται εξουσιοδότηση στον πρώτο να συμπληρωθούν τα ελλιπόντα στοιχεία κατά τα συμφωνημένα. Η μη τήρηση της συμφωνίας που μπορεί να είναι και σιωπηρή σε περίπτωση που αφέθηκε σε επιταγή συγκεκριμένο κενό για να συμπληρωθεί αργότερα ή η αντίθετα με το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής συμπλήρωση της ατελούς κατά την έκδοση της ως προς κάποιο τυπικό στοιχείο της επιταγής από τον λήπτη είναι δυνατό να συνιστά πλαστογραφία με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο περιλαμβάνοντας τα στοιχεία που κατά την οικεία διάταξη νόμου τους απαρτίζουν. Αυτοτελής ισχυρισμός κατά την ανωτέρω έννοια τυγχάνει και ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής ότι αυτή έχει πλαστογραφηθεί από τον λήπτη της και πολιτικώς ενάγοντα ως προς ορισμένα απαραίτητα για το κύρος της τυπικά στοιχεία. Περαιτέρω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ ιδρύεται σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και σε περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής τέτοιας διατάξεως που υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε όπως και στην περίπτωση κατά την οποία στο πόρισμά της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά την κατ'έφεση δίκη ο ήδη αναιρεσείων δια του συνηγόρου υπερασπίσεως του προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ουδεμία συμφωνία για τη συμπλήρωση των ενδίκων επιταγών υπήρξε πότε ούτε δόθηκε σχετική εξουσιοτότηση από αυτόν και στο σχετικό από 6/5/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται ότι οι αναφερόμενες σ' αυτό προκαταβολές εκ μέρους της εγκαλούσας εταιρείας θα πραγματοποιηθούν με απαραίτητη προσκόμιση προσωπικής επιταγής του αντισυμβαλλομένου της (κατηγορουμένου) σε διαταγή της εταιρείας αυτής με ανοικτή ημερομηνία λήξεως, η οποία θα κρατείται εκ μέρους της εταιρείας ως εγγύηση και θα επιστραφεί στον αντισυμβαλλόμενο της με την εκκαθάριση του δοσοληπτικού λογαριασμού και κατ' ακολουθίαν οι δύο επίδικες επιταγές έχουν πλαστογραφηθεί από άγνωστα άτομα του λογιστηρίου της μηνύτριας κατόπιν εντολής του γενικού διευθυντή της Σ. Β., ο οποίος στη δίκη στον πρώτο βαθμό ομολόγησε ότι το λογιστήριο συμπλήρωσε τις επιταγές με δική του εντολή. Ακόμη προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά ότι προβλήθηκαν από τον συνήγορο του κατηγορουμένου στην ίδια δίκη επικουρικώς ο ισχυρισμός ότι ανακάλεσε αυτός την εξουσιοδότηση για συμπλήρωση των επίδικων επιταγών και αν θεωρηθεί ανέκκλητη αυτή η εξουσιοδότηση με τις από 25.9.2006, 5.10.2006 και 18.10.2006 εξώδικες δηλώσεις του πριν από τη συμπλήρωση και σφράγιση των επιταγών στις 11.10.2006 και 26.10.2006 για σπουδαίους λόγους αναγόμενους στην από υπαιτιότητα της μηνύτριας αναίτια καταγγελία εκ μέρους της της συμβάσεως μεταξύ αυτής και του κατηγορουμένου καθώς και ο ισχυρισμός ότι η μηνύτρια συμπλήρωσε το ποσό των επιταγών παράνομα και αντισυμβατικά χωρίς να συντρέχουν οι συμφωνηθείσες προϋποθέσεις (μη συμπλήρωση των ορίων πωλήσεων που εκείνη του έταξε) παρ'ότι εκείνος κατά τους ισχυρισμούς του και τα όσα της δήλωνε με τις παραπάνω εξώδικες δηλώσεις του ότι τα είχε συμπληρώσει και δεν ήταν οριστικές και εκκαθαρισμένες οι πιστοχρεώσεις στις οποίες προήλθε η μηνύτρια αλλά του παρέδωσε τα σχετικά αντίγραφα περί αυτών στις 12.12.2006 αφού προηγουμένως είχε συμπληρώσει εκείνη και σφραγίσει τις δύο επιταγές και έτσι ούτε δικαίωμα για συμπλήρωση και σφράγιση αυτών των επιταγών είχε η αντίδικός του λόγω της ανακλήσεως της εξουσιοδοτήσεως ούτε συνέτρεχαν οι συμβατικοί όροι για τη συμπλήρωση των δύο επιταγών που επρόκειτο για εγγυητικές και όχι για τέτοιες που ενσωμάτωναν κάποια απαίτηση της εναντίον του. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της) μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: την 11.10.2006 και 26.10.2006 στο Ηράκλειο ο εκκαλών κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εν γνώσει εξέδωσε τις με αριθμούς ... και ... αντίστοιχα επιταγές σε διαταγή της εγκαλούσας ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α ποσού 24.000 ευρώ έκαστη πληρωτέες στο υποκατάστημα της ALPHA BANK, όταν όμως προσκομίσθηκαν εμπρόθεσμα οι πιο πάνω επιταγές την 9.10.2006 και 26.10.2006 στην Τράπεζα Πειραιώς και στην πληρώτρια αντίστοιχα δεν πληρώθηκαν από έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων και ο κατηγορούμενος γνώριζε την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Ακολούθως το ως άνω δικαστήριο απέρριψε όπως περαιτέρω αναφέρει στο σκεπτικό ως αβάσιμους τους σχετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου με την αιτιολογία ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του για πλαστότητα της υπογραφής του επί των επίδικων επιταγών ούτε αντισυμβατική συμπλήρωση αυτών έκρινε ότι έπρεπε να κηρυχθεί αυτός ένοχος με το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια και κατεδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή 500 ευρώ, που ανεστάλη, υποχρέωσε δε περαιτέρω αυτόν να πληρώσει στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία ως χρηματική ικανοποίηση για τη μείωση της φήμης και της πίστεως της που υπέστη από το αδίκημα ποσό 44 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί των υποβληθέντων από τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη ανωτέρω ισχυρισμών κατά το μέρος που αφορούν στο κύρος των ενδίκων επιταγών ανάλογα με το εάν η συμπλήρωση στοιχείων των που αφέθηκαν κατά την παράδοση των από τον ίδιο ως εκδότη στην εγκαλούσα εταιρεία ως λήπτρια κενά (ήτοι ως προς την ημεροχρονολογία και το πληρωτέο ποσό) έγινε στη συνέχεια χωρίς συμφωνία μεταξύ των με την οποία να παρέχεται εξουσιοδότηση στην λήπτρια ή σε άλλο πρόσωπο να προέλθει σε τέτοια ενέργεια όσον αφορά τη συμπλήρωση της ημεροχρονολογίας και αντίθετα προς την συμφωνία των ως προς τη συμπλήρωση του πληρωτέου ποσού και επομένως στην κατά τρόπο που συνιστά νόθευσή των ως εγγράφων, συμπλήρωση των εν λόγω ατελών επιταγών ως προς τα ως άνω τυπικά στοιχεία των. Η παραδοχή ότι οι επιταγές ... και ... εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο την 11.10.2006 και 26.10.2006 σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας ποσού 24000 ευρώ εκάστη που δεν πληρώθηκαν από έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων όταν εμφανίσθηκαν την 9-10-2006 και την 26-10-2006 δεν εμπεριέχει διευκρίνιση εάν οι επιταγές αυτές παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο στην εγκαλούσα εταιρεία συμπληρωμένες ως προς όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα για το κύρος αυτών στοιχεία των ή εάν παραδόθηκαν αυτές στην ως άνω εγκαλούσα με κενά ως προς την ημεροχρονολογία εκδόσεως και το πληρωτέο ποσό με δικαίωμα συμπληρώσεως αυτών των στοιχείων από τη λήπτρια εταιρεία, στηριζόμενο σε σχετική μεταξύ των συμφωνία ρητή ή σιωπηρή οπότε στην τελευταία περίπτωση, με βάση τις συνήθειες στις συναλλαγές, προσδιορίζεται και το περιεχόμενο του δικαιώματος συμπληρώσεως. Κατ' αρχάς η από την έκδοση λευκής επιταγής τεκμαιρόμενη εξουσία του λήπτη προς συμπλήρωση των είναι απεριόριστη και η πράξη συμπληρώσεως από τον λήπτη των επιταγών κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 5960/1933 θεωρείται ότι έγινε εντός της παρασχεθείσης εξουσίας και δεσμεύει τον εκδότη. Όμως η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για πλαστότητα της υπογραφής του επί των επίδικων επιταγών ούτε αντισυμβατική συμπλήρωση αυτών δεν είναι επαρκής προς δικαιολόγηση της απορρίψεως του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού ως προς την μη νόμιμη συμπλήρωση της ημεροχρονολογίας επί των ως άνω επιταγών εν όψει όσων ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων που δεν αφορούσαν στην πλαστογράφηση της υπογραφής του ως εκδότη επί των τίτλων και της μη διευκρινίσεως με παράθεση των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει συμφωνία μεταξύ του κατηγορουμένου και της εγκαλούσας περί της συμπληρώσεως των κενών στοιχείων σε κάθε μία από τις ως άνω επιταγές αλλά και του περιεχομένου τέτοιας συμφωνίας ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι, αν έγινε μετά την παράδοση των τίτλων η συμπλήρωση των στοιχείων αυτών σε κάθε επιταγή, έγινε με εντολή του ιδίου ως εκδότη οπότε δεν νοείται νόθευση των επιταγών ως προς τα στοιχεία που είχαν μείνει κενά κατά τη έκδοση και παράδοση των διότι εξομοιώνεται η κατά τέτοιο τρόπο συμπλήρωση των με αυτήν που γίνεται από τον εκδότη. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως για ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου από το δικαστήριο της ουσίας και παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές άλλους εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 984/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ