Αριθμός 1311/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ..., οδός ..., ..., με ΑΦΜ: ..., και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σιαπέρα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Τελούσας υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του Ν. 1892/1990, δυνάμει της 2733/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δευτεροβάθμιας συνεταιριστικής οργάνωσης, με την επωνυμία "...", με διακριτικό τίτλο "..., που εδρεύει στη ... Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια αυτής ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "..." με ΑΦΜ ... η οποία εδρεύει στην Αθήνα (...) και τελεί σε ειδική εκκαθάριση, δυνάμει του άρθρου 68 του Ν. 3601/2007, δια των υπ' αυτής ορισθέντων εντολοδόχων εκκαθαριστών, και συγκεκριμένα εκπροσωπουμένου από τη δυνάμει της ΕΠΑΘ YυΕ 182/1/4.4-2016 (ΦΕΚ Β' 925) ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." με διακριτικό τίτλο "...." με ΑΦΜ ... που εδρεύει στο ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Παπαγεωργίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14976/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2153/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 05.05.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 2153/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την από 23.12.2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 14976/2015 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε απορρίψει την από 17.02.2010 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου του Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "..." στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ο αναιρεσείων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ., της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 80189/12.12.2020 - Φ.Ε.Κ. Β' 5486 της 12.12.2020 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Αναπτύξεως και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενεργείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μεταναστεύσεως και Ασύλου, Υποδομών και Μεταφορών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ.: 2/02.01.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 1 της 02.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ.: 1293/08.01.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 30 της 08.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 3060/15.01.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 89 της 16.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.: 4992/22.01.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 186 της 23.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία 6877/29.01.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 341 της 29.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π. οικ. 8378/05.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 454 της 05.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 9147/10.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 534 της 10.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 9769/12.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 586 της 13.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 10969/19.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 648 της 20.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 12639/26.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 793 της 27.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 13805/03.03.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 843 της 03.03.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 14453/ 05.03.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 895/06.03.2021 κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 16320/12.03.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 996 της 13.03.2021, κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 17698/19.03.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 1076 της 20.03.2021 κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/26.03.2021 κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών - Φ.Ε.Κ. Β' 1194/27.03.2021 και της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 20651/02.04.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 1308 της 03.04.2021 κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών, 83 του ν. 4790/2021, 25 του ν. 4792/2021). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διασρομής: Με την από 17.02.2010 αγωγή που απηύθηνε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και έστρεψε κατά του αναιρεσιβλήτου, ο ενάγων Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "...", τον οποίο διαδέχθηκε στη δικονομική του θέση ο αναιρεσείων, επικαλούμενος έκτακτη χρησικτησία επί του περιγραφομένου ακινήτου, αλλά και το γεγονός ότι το αναιρεσίβλητο αμφισβητεί το κτηθέν δικαίωμά του σ' αυτό (περιγραφόμενο ακίνητο), ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα κυριότητάς του στο ακίνητο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την αγωγή, αντιμωλία των διαδίκων, και, με την υπ' αριθμ. 14976/2015 απόφασή του, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων ήσκησε την από 23.12.2015 έφεσή του, την οποία απηύθηνε στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και έστρεψε κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, την αναδίκαση της αγωγής του και την παραδοχή αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δίκασε την έφεση, αντιμωλία των διαδίκων, και, με την υπ' αριθμ. 2153/2020, απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων ήσκησε την από 05.05.2021 ένδικη αίτησή του με την οποία ζητεί της αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006). Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 56/2022, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., λόγου αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005). Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559§1 του K.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτολεξεί (Α.Π. 1252/2021)και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (Α.Π. 1420/2013) και, κατά τούτο, συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναιρέσεως κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (Α.Π. 183/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017). Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 30/1997, Ολ.Α.Π. 28/1997, Α.Π. 1283/2013). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και, για τον λόγο αυτό, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αιτιολογία της αποφάσεως, ώστε στα πλαίσια της ερευνομένης διατάξεως (του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.) να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν ιδρύεται ο ίδιος λόγος ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1283/2013, Α.Π. 553/2012, Α.Π. 1334/2010, Α.Π. 559/2009, Α.Π. 1206/2008). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, μεταξύ των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτολεξεί (Α.Π. 1252/2021), το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 2096/2009, Α.Π. 1189/2009, Α.Π. 1108/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τον λόγο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1048, 1049 και 1050 του Α.Κ. (πρώτος λόγος αναιρέσεως) και 1046 του Α.Κ. (δεύτερος λόγος αναιρέσεως). Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας και αποβαίνουν απορριπτέοι. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων στο αναιρετήριο δεν παραθέτει πλήρως τις σχετικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, περιορίζεται στην παράθεση μικρών τμημάτων αυτών ενώ το λοιπό μέρος αυτών παραθέτει διηγηματικά κατά τη δική του αντίληψη και εκτίμηση. Η "παράθεση" αυτή των παραδοχών του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν είναι η επιβαλλόμενη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, εφόσον δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια οι παραδοχές του δικαστηρίου, με τις οποίες χώρησε η από τον αναιρεσείοντα παραβίαση των ως άνω διατάξεων. Ακολούθως, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. καθότι αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή τέτοια, δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, έχοντας στη νομή του για τον αναγκαίο χρόνο το επίδικο ακίνητο, κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος και απορριπτέος διότι στο αναιρετήριο παρατίθεται μικρό μόνο τμήμα των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που, υπό την επίκληση του από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικού λόγου, περιέχει αιτίαση για την απόρριψη κατ' ουσίαν των πραγματικών περιστατικών, των συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής του, είναι απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 281§2 του ν. 3463/2008 "Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων") σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.1 Ν.3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα (ΑΠ 1325/2022, ΑΠ 124/2021, ΑΠ 682/2020). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 05.05.2021 αίτηση του Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2153/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων ευρώ (600,00€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ