Αριθμός 337/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Β. Α. του Κ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ι. Μ. και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Λ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κυριαζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8110/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1072/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/5/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 12-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1072/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 8110/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα ερήμην του, μετά δε την εξαφάνιση αυτής, δικάζοντας επί της από 25-2-2013 αγωγής της εφεσίβλητης ενάγουσας, απέρριψε την αγωγή και επέβαλλε σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου - εκκαλούντος εναγόμενου ποσού τριών χιλιάδων τριακοσίων (3.300) ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3). Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018) ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ. δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 531/2018, 1188/2018, 696/2019). ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία, ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε ν' αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα Με την υπ' αρ. 1072/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ο σύζυγός της, Ι. Μ., διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, επί πολλά έτη, με τον εναγόμενο και τη σύζυγό του. Στις 20/01/2013, στις 14. 05 μετά μεσημβρίας, ο Μ. Α. (μη διάδικος στην παρούσα) δίκη, ο οποίος ήταν κοινός φίλος του συζύγου της ενάγουσας και του εναγομένου, κατέθεσε μήνυση ενώπιον του αστυνομικού τμήματος Αιγάλεω, κατά του συζύγου της ενάγουσας, Ι. Μ., για δύο περιστατικά, που έλαβαν χώρα, στις 16.1.2013 και περί ώρα 21.30 το πρώτο εξ αυτών και, στις 20.1.2013 και περί ώρα 12.30 το δεύτερο εξ αυτών, για τις πράξεις της εξυβρίσεως και σωματικής βλάβης, σε βάρος του ιδίου (του Μ. Α.) και της συζύγου του, Μ. Α., μεταξύ, δε, των μαρτύρων, που πρότεινε ο ανωτέρω εγκαλών, προς απόδειξη του περιεχομένου της μηνύσεώς του, ήταν και ο νυν εναγόμενος. Την αμέσως επόμενη ημέρα (21.1.2013), ο σύζυγος της ενάγουσας, Ι. Μ., υπέβαλε, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, τη με ΑΒΜ ... μήνυσή του, σε βάρος των: 1. Μ. Α., 2. Μ. Α. και 3. του νυν εναγομένου, καταμηνύοντας, ειδικότερα, τον τελευταίο για διατάραξη οικιακής ειρήνης και συκοφαντική δυσφήμηση για το περιστατικό της 20.1.2013. Στις 28.1.2013, η ενάγουσα υπέβαλε τη με ΑΒΜ ... μήνυσή της, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία κατεμήνυε τους ίδιους ως άνω μηνυθέντες (Μ. Α., Μ. Α. και τον νυν εναγόμενο) και, επιπλέον, τους Σ. και Ε. Α., για τα ίδια ως άνω περιστατικά (της 16.1. 2013 και 20.1.2013), κατέθεσε, δε, στις 4.3.2013 και την ένδικη αγωγή, με ταυτόσημο με την εν λόγω μήνυση περιεχόμενο. Λίγους μήνες αργότερα και, συγκεκριμένα, στις 6.8.2013, ο σύζυγος της ενάγουσας, Ι. Μ., υπέβαλε, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών και τη με ΑΒΜ ... μήνυσή του, κατά των ίδιων ως άνω προσώπων, καταμηνύοντας, ειδικώς, τον νυν εναγόμενο για ψευδορκία μάρτυρα, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αυτός (ο εναγόμενος) είχε τελέσει, στις 20.1.2013, επιβεβαιώνοντας τη με την αυτή ημερομηνία προφορική μήνυση του Μ. Α., στο Α.Τ. Αιγάλεω. Στις 29.9.2017, κατά την εκδίκαση της με ΑΒΜ ... εγκλήσεως της ενάγουσας, η οποία (έγκληση), όπως εκτέθηκε παραπάνω, είχε ταυτόσημο με την ένδικη αγωγή περιεχόμενο, η τελευταία ανεκάλεσε την έγκληση αυτή για όλους τους κατηγορούμενους, μεταξύ των οποίων και ο νυν εναγόμενος, για όλες τις πράξεις, για τις οποίες αυτοί κατηγορούνταν (συκοφαντική δυσφήμηση, διατάραξη οικιακής ειρήνης από κοινού και απλή σωματική βλάβη από κοινού) και, κατόπιν της σχετικής αποδοχής των κατηγορουμένων, έπαυσε οριστικώς η ασκηθείσα σε βάρος τους ποινική δίωξη (όπως προκύπτει από το ακριβές απόσπασμα της υπ' αριθμ. 86711/29.9.2017 αποφάσεως του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Ένα (1) έτος αργότερα και, συγκεκριμένα, στις 15.6.2018, κατά την εκδίκαση της με ΑΒΜ ... μηνύσεως του Ι. Μ. κατά: 1) του Μ. Α. και 2) κατά του νυν εναγομένου, ο, μεν, πρώτος κηρύχθηκε αθώος για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως, που αφορούσαν τα περιστατικά της 16.1.2013 και 20.1.2013, ο, δε, δεύτερος κηρύχθηκε αθώος, για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, την οποία, κατά το κατηγορητήριο, αυτός φερόταν ότι είχε τελέσει, στις 20.1. 2013, επιβεβαιώνοντας την με την αυτή ημερομηνία προφορική μήνυση του Μ. Α. στο Α.Τ. Αιγάλεω. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας: Λεν αποδείχθηκε ότι, ο εναγόμενος διέδιδε, μέχρι και το χρόνο συντάξεως της αγωγής, ενώπιον τρίτων, γεγονότα και, δη, αναληθή, εις βάρος της ενάγουσας, τα οποία προσέβαλαν την τιμή και υπόληψή της. Ουδέν αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας συνηγορεί προς τούτο, ενώ ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με επιμέλεια της ενάγουσας, κατέθεσε τέτοια περιστατικά. Όσον αφορά το περιστατικό της 20ns Ιανουαρίου 2013: Δεν αποδείχθηκε ότι, ο εναγόμενος μετέβη, στις 12.30 μ.μ., συνοδεία δύο ακόμη ατόμων, στην οικία της ενάγουσας, επί της οδού ..., προκειμένου να παραβιάσει το οικιακό άσυλο αυτής και, με σκοπό να βλάψει την προσωπικότητά της. Τούτο δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί, άλλωστε και, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς, αποδείχθηκε ότι, την ώρα εκείνη (12.30 μμ.), ο εναγόμενος βρισκόταν σε άλλο σημείο, ήτοι, στην οδό ..., όπου διεμείφθη βίαιο περιστατικό, μεταξύ, αφ' ενός, μεν, του συζύγου της ενάγουσας, Ι. Μ., αφ' ετέρου, δε, του Μ. Α., από το οποίο, ο τελευταίος υπέστη ελαφρά σωματική βλάβη, ήτοι, κινητικότητα των οδόντων της κάτω γνάθου με συνοδές εκχυμώσεις, άλγος οδόντων κάτω γνάθου, εκδορές-μώλωπες στην περιοχή της παρειάς και κροταφικού, καθώς και εσωτερικά ήπιο οίδημα (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 58/22.1.2013 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστού Σ. Μ., σε συνδυασμό με τα υπ' αριθμ. 3634/25 και 29.1.2013 πιστοποιητικά του Διευθυντού του Νοσοκομείου "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ" και την από 21.1.2013 γνωμάτευση του Οδοντιάτρου Δ. Λ.). Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι, στις 13.30 μ.μ. της ίδιας ημέρας, στη οδό ..., μπροστά στο πνευματικό Κέντρο "...", ο εναγόμενος προέτρεψε, με οποιονδήποτε τρόπο, τον Μ. Α. να επιτεθεί, μαζί με τη σύζυγο του, κατά της ενάγουσας ούτε αποδείχθηκε ότι, ο εναγόμενος εξύβρισε την ενάγουσα με τις εκτιθέμενες στην αγωγή φράσεις. Περί τέτοιας συμμετοχής του εναγομένου στο περιστατικό αυτό και περί εκ μέρους του εξυβρίσεων σε βάρος της ενάγουσας, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, δεν κατέθεσε ούτε ο ίδιος ο σύζυγος της ενάγουσας, Ι. Μ., κατά την από 9.5.2013 προανακριτική του κατάθεση στο Α.Τ. Αιγάλεω, αλλά ούτε και ο μάρτυρας της ενάγουσας, Β. Ρ., στην από 4.10.2013 προανακριτική του κατάθεση, ενώπιον του ίδιου ως άνω Αστυνομικού Τμήματος. Η, δε, ένορκη κατάθεση του τελευταίου αυτού μάρτυρος, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεν κρίνεται πειστική, λόγω των αντιφάσεων, τόσο, σε σχέση με τα όσα κατέθεσε στην προανακριτική του κατάθεση, όσο και των αντιφάσεων σε σχέση με τον χρονικό και τοπικό εντοπισμό των περιστατικών, για τα οποία αυτός κατέθεσε". Μετά από τα ανωτέρω αποδειχθέντα το εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη καθόσον σύμφωνα με αυτό δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας και επομένως δεν υφίσταται και βάσιμη αξίωση αυτής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. διέταξε δε επίσης να διαταχθεί η επιστροφή στον εκκαλούντα εναγόμενο του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου εφέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, ως προς την συμπεριφορά του αντιδίκου της σχετικά με την κατάθεση του μάρτυρα Β. Ρ., διότι η απόφαση δεν αναφέρει ποιες είναι οι αντιφάσεις που διαγνώστηκαν στην κατάθεση του, σε τι συνίστανται αυτές οι αντιφάσεις και σε ποια πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους καθώς επίσης δεν αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη οι λόγοι της αθώωσης του εναγομένου για τη μήνυση που υπέβαλλε εναντίον του ο σύζυγος της ενάγουσας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο επικαλείται η αναιρεσείουσα παραβίαση κατ' αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ των διατάξεων περί επιβολής δικαστικής δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών υπέρ του εκκαλούντος, ο οποίος δεν είχε παρασταθεί στον Α' βαθμό και δεν είχε υποβληθεί σε δαπάνη καθώς και περί υπέρμετρου υπολογισμού αυτής . Κατά τα άρθρα 176, 183 και 184 ΚΠολΔ συνάγονται τα εξής: Επί προσβολής ερήμην αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αν αυτή εξαφανισθεί, λόγω της παραδεκτής άσκησης εφέσεως από τον ερήμην δικασθέντα διάδικο, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικής δαπάνης, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν εξέλθει νικητής ο κατ' αντιμωλία δικασθείς πρωτοδίκως εφεσίβλητος, καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών, ενώ αν εξέλθει νικητής ο εκκαλών καταδικάζει τον εφεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα μόνο της ενώπιον του δίκης, αφού ο τελευταίος δεν είχε υποβληθεί σε δαπάνη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 985/2015 1567/2010). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 189, 190, 191 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αποδίδονται στον νικήσαντα διάδικο μόνον τα έξοδα τα οποία ήσαν απαραίτητα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (τέλη χαρτοσήμου, τέλος δικαστικού ενσήμου, αμοιβή του δικηγόρου κ.λπ), ότι ο αιτών τα έξοδα πρέπει να υποβάλει κατάλογο των εξόδων και ότι αν δεν υποβληθεί τέτοιος κατάλογος, αρκεί και μόνη η υποβολή του σχετικού αιτήματος, για να προβεί το δικαστήριο στην εκκαθάριση των εξόδων. Εξ άλλου, όπως προκύπτει, από τα άρθρα 58 και 84 Ν.4194 της 25/27-9-2013 (Κώδικας Δικηγόρων), η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον πελάτη του και αν δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα του Κώδικα Δικηγόρων. Δύναται όμως η αμοιβή του δικηγόρου να καθορισθεί μεγαλύτερη από τα οριζόμενα με τον Κώδικα Δικηγόρων ποσοστά, και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία του δικηγόρου, την αξία και το είδος της υποθέσεως, τον χρόνο που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις του δικηγόρου, την σπουδαιότητα της διαφοράς, τις ειδικότερες περιστάσεις και κάθε είδος δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών (άρθρο 58 παρ. 5 Κώδικα Δικηγόρων). Η κρίση του δικαστηρίου για την επιδίκαση αυξημένης αμοιβής και της βασιμότητας των προϋποθέσεων που ορίζονται στην άνω διάταξη για την αύξηση αυτής δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι απορρέει από την συνδρομή και εκτίμηση περιστατικών, τα οποία προσδιορίζουν τον βαθμό σπουδαιότητας της παρασχεθείσης επιστημονικής εργασίας και των λοιπών κατά τα ανωτέρω όρων και προϋποθέσεων. Κατά την ανέλεγκτη δε εκτίμηση των εν λόγω όρων και προϋποθέσεων μπορεί το δικαστήριο να επιδικάσει και τα για κάθε περίπτωση καθοριζόμενα κατώτατα όρια δικηγορικής αμοιβής ή να υπερβεί αυτά, εφόσον ήθελε κρίνει αντιστοίχως, ότι δεν δικαιολογείται ή δικαιολογείται ο προσδιορισμός τέτοιας αυξημένης αμοιβής (ΑΠ 16/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 68, 69 του Κώδικα Δικηγόρων, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, η αμοιβή του πρώτου για την σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, το οποίο (ποσοστό), εάν η αξία αυτή ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ, ορίζεται σε 2%. Η αμοιβή για την σύνταξη προτάσεων στον πρώτο βαθμό για τον δικηγόρο του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή για την σύνταξη της αγωγής και για τον δικηγόρο του ενάγοντος ανέρχεται στο 1% αυτής, ενώ για την σύνταξη προτάσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αμοιβή όλων των δικηγόρων είναι διπλάσια από την προηγούμενη. Όσον αφορά δε την αμοιβή του δικηγόρου για την παράστασή του στο Εφετείο, σύμφωνα με το παράρτημα Ι του Κώδικα Δικηγόρων, αυτή ορίζεται στο ποσό των 149 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο ζητεί η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της να υποχρεωθεί να της καταβάλει ο αναιρεσείων. Εφόσον δε, δεν υφίσταται έγγραφη συμφωνία μεταξύ του νικήσαντα στο Εφετείο εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και του πληρεξουσίου δικηγόρου του για την αμοιβή του, ούτε υπεβλήθη στο Εφετείο κατάλογος εξόδων, τα δικαστικά έξοδα, τα οποία δικαιούται ο πρώτος, ανέρχονται σύμφωνα με τις αναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων 1)για την σύνταξη εφέσεως 139 ευρώ, 2) για την σύνταξη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, σε 1.000,00 ευρώ (50.000,00 € Χ 2%) και 3) για την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ίδιο δικαστήριο, σε 149 ευρώ, ήτοι συνολικώς σε (1.000,00+139,00+ 149.00 =) 1.288,00 ευρώ ενώ δεν έπρεπε να επιβληθεί δικαστική δαπάνη για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας κατά τον οποίο ο εκκαλών δεν παραστάθηκε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση που παραβίασε τις ως άνω διατάξεις όσον αφορά τη δικαστική δαπάνη να αναιρεθεί κατ' αυτό και μόνο το μέρος της, δηλαδή κατά τη διάταξη της περί επιβολής δικαστικών εξόδων. Όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 του ΚΠολΔ, επειδή δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, και δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί (ΑΠ 1162/2013, Ολ.ΑΠ 42/2005). Πρέπει επομένως να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της εφεσίβλητης του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, η οποία θα καθοριστεί σύμφωνα με τον Ν.4194/2013 (ΦΕΚ 208/27-9-2013), όπως στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσίβλητου κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 1072/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της με το οποίο μετά την εξαφάνιση της υπ' αρ. 8110/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο απορρίπτοντας την αγωγή, επέβαλε τη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών στην εφεσίβλητη. Επιβάλλει σε βάρος της εφεσίβλητης τη δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων ογδόντα οκτώ (1.288,00) ευρώ. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας της αναιρετικής δίκης, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ