Αριθμός 912/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) ……., και 7) Α. Σ. του Λ., κατοίκου .... Οι αναιρεσίβλητοι 1ος, 3ος, 4ος, και 5ος, εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Βασίλειο Χειρδάρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και Ιωάννη Καραγκούνη και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι 2ος, 6ος, και 7ος, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ... του Αγίου Όρους, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διογένη Καραγιαννακίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1268/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 23-06-2020 αίτηση και τους από 8-4-2021 προσθέτους λόγους αυτής, τα οποία αρχικά προσδιορίστηκαν για συζήτηση στη δικάσιμο 12-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 89/2022 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκε στο ακροατήριο, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού από 23-6-2020 αίτηση αναίρεσης και οι από 8-4-2021 πρόσθετοι λόγοι της, κατά της υπ'αριθμ. 1268/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 30/9/2015 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 39/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 20-3-2013 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσιβλήτου. Αρχική δικάσιμος είχε ορισθεί η 12/5/21 κατά την οποία και συζητήθηκε η υπόθεση, πλην όμως λόγω επιγενόμενης αδυναμίας προς έκδοση απόφασης, συνεπεία παραιτήσεως της προεδρεύουσας αρεοπαγίτη, με την υπ'αριθμ. 89/2022 του προέδρου του Γ πολιτικού τμήματος ορίσθηκε η προκείμενη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις δίκες αυτές. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο, ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ. ΑΠ 13/2008). Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράψαντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ. 233/2014, 240/2014, 1852/2007). Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (μετά των προσθέτων λόγων της), ως προς τούς δεύτερο, έκτο και έβδομο των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν αν και νομίμως και εμπροθέσμως είχαν κληθεί (βλ. τις από 27-4-22 και 25-5-22 εκθέσεις επίδοσης των Αρχ/κων Κ. Υ. και Α. Τ., αντίστοιχα), αφού δεν αποδεικνύεται παροχή πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους προς τους υπογράφοντες δικηγόρους. Καθόσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), και των προσθέτων, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 551/2018, 1753/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018,1/1999). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί στην κρίση του αυτή, το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2006) Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 649/2020, 563/2020, 1420/2013). Από τη δε ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται επί παραβάσεως κανόνων μόνο του ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών, αποκλειομένης, συνακολούθως, της εφαρμογής αυτού για τον έλεγχο παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τα όργανα, τον τρόπο και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 609/08, 1140/05, 405/04). Τέτοιοι δε κανόνες δικονομικού δικαίου είναι και εκείνοι των άρθρων 62 και 64 ΚΠολΔ με το οποίους προβλέπεται (δυνητικά) η ικανότητα διαδίκου για ενώσεις προσώπων άνευ νομικής προσωπικότητος προς επιδίωξη σκοπού και ο τρόπος δικαστικής τους εκπροσώπησης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων του ΑΚ 1094 (διεκδικητική αγωγή) και 986 (περί προσβολή της νομής) επειδή, παρά τις, περί του αντιθέτου, παραδοχές της, η κατάληψη των επιδίκων εκ μέρους τους και η συνέχιση της παραμονής τους σ'αυτά δεν γίνεται για λογαριασμό τους, αλλά επ'ονόματι της αδελφότητος της οποίας αποτελούν μέλη, οπότε δεν νομιμοποιούνται παθητικώς. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ'αμφότερα τα σκέλη του, διότι με αυτόν, υπό την επίκληση της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ανεπιτρέπτως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 62 εδ.β και 64 παρ.3 του ΚΠολΔ (συνδυαστικά με τα άρθρα 6 ΕΣΔΑ, 13 Συν/τος, 107 ΑΚ) περί της ικανότητος διαδίκου και της δικαστικής εκπροσώπησης ενώσεων προσώπων άνευ νομικής προσωπικότητος, προς επιδίωξη σκοπού. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, (ΑΠ 177/2010, ΑΠ 692/2009), καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύεται επί παραβάσεως κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι επικαλούμενες ως άνω διατάξεις, τις οποίες εσφαλμένως οι αναιρεσείοντες υπολαμβάνουν ως διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, λόγω ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων. 25 παρ. του Συντ/τος, 1 του προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί της αρχής της αναλογικότητος, καθώς και εκείνων των άρθρων 13 παρ. 1 του Συν/τος, 9 της ΕΣΔΑ και 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αναφορικά με την θρησκευτική ελευθερία. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 49.980,77 τ.μ., είναι αγρόκτημα με πρόσοψη στην εθνική οδό ... και κείται σε απόσταση περίπου οκτώ (8) χιλιομέτρων από την ... προς το .... Συνορεύει προς ανατολάς επί πλευράς ΑΒ, μήκους 163,06 μ. με την εθνική οδό ..., προς δυσμάς επί πλευράς ΖΘ, μήκους 121,55 μ. με ιδιοκτησία αγνώστων, προς βορρά σε τεθλασμένη γραμμή ΒΓΔΕΖ, μήκους 273,90 μέτρων με ιδιοκτησία ... και προς νότο σε τεθλασμένη γραμμή ΘΙΚΛΑ συνολικού, μήκους 334,12 τ.μ. με ιδιοκτησία αγνώστων, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από 17.10.2012 τοπογραφικό διάγραμμα του ... (μάρτυρα της ενάγουσας). Στο ακίνητο λειτουργεί κτηνοτροφική μονάδα εκτροφής βοοειδών και αιγοπροβάτων, και πλησίον του δυτικού ορίου αυτού είναι κτισμένος οικίσκος, εμβαδού 71,50 τ.μ. (διαστάσεων 11 μ. X 6,5 μ.), στον οποίο και διαμένει ο εκάστοτε υπεύθυνος για τη συντήρηση του κτήματος και την λειτουργία της μονάδας, που είναι στην προκειμένη περίπτωση ο έβδομος των εναγομένων, που ενεργεί και για λογαριασμό των λοιπών εναγομένων. Επί οθωμανικής κατοχής, και ειδικότερα κατά το έτος 1872, ο μοναχός της ..., ...", κατά κόσμον ..., ενεργώντας για λογαριασμό της, ως περιουσιακής ολότητας (ενόψει της έλλειψης νομικής προσωπικότητας των χριστιανικών καθιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων και οι μονές, κατά το οθωμανικό δίκαιο), αγόρασε από τρίτους και έτσι απέκτησε, για λογαριασμό της ενάγουσας, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), επί ενός αγρού, εκτάσεως 27,5 παλαιών (τουρκικών) στρεμμάτων, που βρισκόταν στον ... της Θεσσαλονίκης, στον ... της Κασσάνδρας, στην περιφέρεια του χωριού ..., στην τοποθεσία ..., με σύνορα: "... και πλατάνι και Μ. Γ. Α. και Α. Μ. και Θ. Μ. και Γ. Α.... (λέξη δυσανάγνωστη) και Γ. και Π. και δρόμος", αντί τιμήματος 4.125 τουρκικών γροσίων ή 948,75 δραχμών. Κατά το έτος 1878 εκδόθηκε από τοτοπικό Κτηματολογικό Γραφείο Χαλκιδικής (Κ. Κ.), επ' ονόματι του Αυτοκρατορικού Οθωμανικού Κτηματολογίου, πιστοποιητικό αποκαλούμενο "ιλμιχαμπέριο" (κατά κυριολεξία σημαίνει "πρώτη είδηση"),το οποίο βεβαίωνε περί της κτήσεως επί του ως άνω αγρού, που ταυτίζεται με το προπεριγραφέν επίδικο ακίνητο, δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), στο όνομα του άνω ... μοναχού. Ειδικότερα, στο εν λόγω αποδεικτικό/ενδεικτικό (ιλμιχαμπέριο), αφού περιγράφεται ως ανωτέρω το άνω ακίνητο (επίδικο), αναγράφονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: " Αριθμός σειράς τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου): 18", "Αιτία εκδόσεως τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου): Αντικατάσταση παλαιότερων τίτλων ιδιοκτησίας (ταπίων)", "Ιδιοκτήτης: Ο μοναχός της Μονής Ε. Α. υιός Νικόλα, ετών 35". Τέλος αναφέρεται ότι: "Το παρόν πιστοποιητικό εκδόθηκε εν ονόματι του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου σε απόδειξη ότι ο αναφερθείς έχει τη διηνεκή εξουσίαση (τεσσαρούφ) ενός αγρού εμβαδού είκοσι επτά και μισού στρεμμάτων παλαιών, μέχρι την έκδοση και άφιξη του τίτλου ιδιοκτησίας από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο" (δηλαδή την Κεντρική Υπηρεσία της Κωνσταντινούπολης). Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από το Κτηματολογικό Βιβλίο Ελέγχου (Yoklama - Γιοκλαμά) μηνός Απριλίου του τουρκικού έτους 1296 (χριστιανικού 1880), με ταξινομικό αριθμό ..., το οποίο λήφθηκε εκ μέρους της ενάγουσας (με αριθμ. πρωτ. 13659/22.09.2011) από την Υπηρεσία του ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας, που περιλαμβάνει κτηματολογικές εγγραφές των κτηματικών περιφερειών διαφόρων χωριών της Χαλκιδικής. Από το κτηματολογικό αυτό βιβλίο προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο, που αναφέρεται και στο άνω "ιλμιχαμπέριο", είναι εγγεγραμμένο σ' αυτό (κτηματολογικό βιβλίο) με ταξινομικό αριθμό ... Γιοκλαμά Μηνός Απριλίου του τουρκικού έτους 1296 (χριστιανικό 1880). φέρει δε αριθμό τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου) … και εγγράφεται επ' ονόματι του μοναχού της ..., Α.. Ειδικότερα, στο εν λόγω κτηματολογικό βιβλίο, αφού αναφέρονται τα όρια του ακινήτου, ως εξής: "Δρόμος και πλατάνι Π., Μ. Γ., Α. Α. Μ. και Θ. Μ. και Γ. Α. και Γ. Κ. Λ... (λέξη δυσανάγνωστη) και Θ. Γ. και πέτρα και δρόμος", καθώς και η θέση του: "...: Κασσάνδρας, χωριό: ..., τοποθεσία ...", καταγράφονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Αύξων αριθμός τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου): ….", "Έκταση: 27,5 στρέμματα παλαιό", "Είδος και κατηγορία γης: "Αγρός, υποκείμενος σε δεκάτη", "Αιτία εκδόσεως τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου): Αντικατάσταση προγενέστερου τίτλου ιδιοκτησίας", "Ιδιοκτήτης: Ο μοναχός της Μονής Ε. Α. υιός Νικόλα". Τέλος, στο ίδιο κτηματολογικό βιβλίο παρατηρείται, ότι τα ταπία αγοράς του εν λόγω ακινήτου είναι εγγεγραμμένα στο βιβλίο Ελέγχου (Γιοκλαμά) μηνός Ιουνίου του έτους '88 (εννοείται το τουρκικό έτος 1288, ήτοι το χριστιανικό 1872). Στα βιβλία αυτά, πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν σημειώνεται οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη (μεταβίβαση, υποθήκευση), γεγονός που βεβαιώνει ότι δεν υπήρξε τέτοια πράξη. Ακολούθησε η κατάρτιση της με αριθμό ..., συμβολαιογραφικής πράξεως, ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ιερισσού, Παν. Στ. Νικολόπουλου, στην οποία ο προαναφερθείς μοναχός Α. ...ς ή ... Μοναχός, δήλωσε, ότι το άνω ακίνητο το είχε αγοράσει με χρήματα της ... και για λογαριασμό αυτής και όχι εξ ιδίων, στο ίδιο δε αντέγγραφο κατεγράφη δήλωση του τότε Ηγούμενου της ενάγουσας, Α. Σ., με βάση την οποία αποδέχθηκε (για λογαριασμό της Μονής) την άνω δήλωση του μοναχού Α.. Η συμβολαιογραφική αυτή πράξη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιερισσού, στις 05.11.2012, είναι σαφές ότι συνιστά το αντέγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.147/1914, που αποδεικνύει ότι το επίδικο ακίνητο εικονικώς παρίσταται ως ανήκον, κατά δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, στον άνω μοναχό, ενώ στην πραγματικότητα το δικαίωμα αυτό ανήκει στην ίδια την Ιερά Μονή, στην οποία, άλλωστε, εγκαταβιούσε και ο προαναφερθείς μοναχός Α.. Από τα ανωτέρω αδιαμφισβήτητα αποδεικνύεται ότι ο επίδικος αγρός ήταν, υπό την ισχύ του οθωμανικού δικαίου, δημόσια γαία, και αποτελούσε "προσάρτημα" της ενάγουσας, κατά την έννοια του άρθρου 122 εδάφιο 2 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών. Η ενάγουσα αναγνωριζόταν μεν ως de facto περιουσιακή ολότητα, δεν μπορούσε όμως να καταγραφεί στο κτηματολόγιο ότι το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης περιήλθε δι' αγοράς στην ίδια, ούτε να εκδοθεί τίτλος στο όνομά της, και για τον λόγο αυτό, κατά συνήθη, άλλωστε, πρακτική της εποχής, το κτηθέν δικαίωμα εξουσίασης ενεγράφη στα κτηματολογικά βιβλία στο όνομα του μοναχού της Α., με ρητή πάντως μνεία της ιδιότητάς του, ως μοναχού της εν λόγω Μονής, προκειμένου να καταδειχθεί ότι επρόκειτο για ακίνητο προσαρτημένο στη Μονή, κατά την έννοια του άρθρου 122 εδάφιο 2 του ΟθΝπΓ. Το γεγονός τούτο δε σαφώς επιβεβαιώνεται από την προαναφερθείσα νομίμως μεταγραφείσα δήλωση του εν λόγω μοναχού ενώπιον συμβολαιογράφου, που έγινε στις 05.01.1916, κατ' εφαρμογή του προπαρατεθέντος (ανωτέρω υπό "II") άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 147/1914. Το γεγονός της κτήσεως του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως σαφώς αποδεικνύεται από τα άνω προσκομιζόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαία η προσκόμιση του εκδοθέντος οριστικού τίτλου από το Κεντρικό Κτηματολόγιο Κωνσταντινούπολης, το οποίο, έχει, άλλωστε, όπως προελέχθη (ανωτέρω υπό "II" νομική σκέψη της παρούσας) απλώς αποδεικτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα. Μάλιστα, συχνά παρατηρείτο κατά την άνω εποχή, ότι οι προσωρινοί τίτλοι (ενδεικτικά - ιλμιχαμπέρια) παρέμεναν εις χείρας των δικαιούχων (και των διαδόχων τους), διότι αυτοί δεν τα επέστρεφαν στο κτηματολογικά γραφείο, ούτε παρελάμβαναν τον οριστικό τίτλο (ταπί), αφού δεν είχαν κάποιον ιδιαίτερο λόγο να το πράξουν, από τη στιγμή που το εξουσιαζόμενο από αυτούς ακίνητο είχε εγγράφει στα κτηματολογικά γραφεία στο όνομά τους ως εξουσιαστών (βλ. Σ. Τ. - Τ., Οθωμανικό Κτηματολόγιο και τίτλοι ιδιοκτησίας, "Επιστημονική Επετηρίδα Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης" 1, 1982 και την προσκομιζόμενη από 22.06.2012 γνωμοδότηση της ιδίας). Κατά τον ανωτέρω τρόπο το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης του επίδικου ακινήτου περιήλθε στην ίδια την ενάγουσα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε (ανωτέρω υπό "II"), με την εισαγωγή από της 01.02.1914 και την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου απέκτησε πλέον και νομική προσωπικότητα. Το δικαίωμα δε αυτό, ενόψει του ότι ουδεμία εκποίησή του μεσολάβησε, διατήρησε μέχρι την 20.05.1917, όταν και ίσχυσε το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917, οπότε το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, ενώ στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11-12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και επομένως και στην ενάγουσα και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτή, που είχε αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, έγινε αποκλειστική κυρία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ανωτέρω υπό "II" νομική σκέψη). Σημειώνεται, ότι η φερόμενη ως απόκλιση μεταξύ της εκτάσεως που είχε το επίδικο με βάση τις καταγραφές στα οθωμανικά κτηματολογικά βιβλία (27,5 παλαιά στρέμματα) και της εκτάσεως που έχει σήμερα (49.980,77 τ.μ.), οφείλεται στο γεγονός ότι ένα παλαιό τουρκικό στρέμμα αντιστοιχεί, κατά τις απόψεις που έχουν υποστηριχθεί, σε 1.600 τ.μ. μέχρι 2.000 τ.μ. κατά το δεκαδικομετρικό σύστημα, ενώ δεν πρέπει να παροράται ότι κατ' άρθρο 47 του ΟθΝπΓ, για τον ακριβή καθορισμό του εμβαδού των ακινήτων λαμβάνονται υπόψη τα προσδιοριζόμενα όρια και όχι οι εκτάσεις, που ήταν δύσκολο να μετρηθούν με τα πενιχρά μέσα της εποχής εκείνης (βλ. την από 22.06.2012 γνωμοδότηση της Σ. Τ. - Τ.). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων, που προβάλλονται με αντίστοιχους λόγους έφεσης, ότι η ενάγουσα ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου και ότι αυτή περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι... Συνακόλουθα, η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου κατά τον προπεριγραφέντα τρόπο, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε με παρόμοιες, αν και πλέον συνεπτυγμένες αιτιολογίες, που συμπληρώνονται με εκείνες της παρούσας, στο ίδιο συμπέρασμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και δη τις αναφερόμενες στην υπό στοιχείο "II" νομική σκέψη της παρούσας διατάξεις και σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, απορριπτομένων των λόγων της εφέσεως, με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα. Οι έξι πρώτοι εναγόμενοι είναι επικεφαλής της παλαιός αδελφότητας, το σύνολο των μελών της οποίας κρίθηκαν κατά τα άνω ως σχισματικοί και ότι πρέπει να απελαθούν από το Άγιον Όρος, πλην όμως μέχρι και σήμερα δεν έχουν απελαθεί και τα μέλη της εξακολουθούν να παραμένουν στο κεντρικό κτιριακό συγκρότημα της ... και ειδικότερα ο πρώτος εμφανίζεται ως ηγούμενος της ομάδας αυτής και οι δεύτερος έως έκτος ως μέλη της Γερόντιας. Αυτοί, παρά την κοινοποίηση, στις 30.12.2002 της ως άνω με αριθμό ... απόφασης της Ιεράς Κοινότητας, με την οποία κλήθηκαν να παραδώσουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας, καθώς και της από 01.12.2006 σχετικής όμοιας πρόσκλησης, όπως και ο έβδομος αυτών, έχουν καταλάβει το επίδικο ακίνητο και αρνούνται να το αποδώσουν, ο δε έβδομος αυτών διαμένει μόνιμα, ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών εκκαλούντων, στον οικίσκο που βρίσκεται εντός του επιδίκου επιτηρώντας την εκτροφή των ζώων που βρίσκονται στην κτηνοτροφική μονάδα. Για τον λόγο αυτό η ενάγουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη, αναγκάστηκε να ασκήσει την ένδικη αγωγή. Επιπλέον, η ενάγουσα, την 04.10.2011 επέδωσε νέα ατομική πρόσκληση προς τους έξι πρώτους εναγόμενους, με την οποία τους κάλεσε να παραδώσουν όλα τα ακίνητα και κινητά που βρίσκονται στην κατοχή τους και της ανήκουν. Σε αρμονία με τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του με όμοιες αιτιολογίες (που συμπληρώνονται, κατά τα ανωτέρω με εκείνες της παρούσας), έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε τους εναγόμενους σε απόδοση αυτού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι αντίθετοι λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, και, επομένως, και η έφεση στο σύνολό της πρέπει ν'απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας αναγνωριζόμενης της κυριότητας της επί του επιδίκου και διατασσόμενης της απόδοσης του παρά των εναγομένων σ'αυτήν. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ενώ δεν παραβίασε και τις περί θρησκευτικής ελευθερίας διατάξεις του Συν/τος και της ΕΣΔΑ, αφού, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες εναγόμενους, δια της αποφάσεως αυτής, δεν εξαναγκάσθηκαν σε εγκατάλειψη του μοναστικού βίου, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί αγρόκτημα κείμενο εκτός του Αγίου Όρους. Επομένως, ο σχετικός έβδομος κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και κατά παράβαση των, περί θρησκευτικής ελευθερίας, προστατευτικών διατάξεων το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση διέταξε την αποβολή τους από το επίδικο επιβάλλοντας τους την εγκατάλειψη του μοναστικού βίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας είναι ο ίδιος επικαλούμενος από τους αναιρεσείοντες λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ για εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω διατάξεων, αφού δεν αναφέρουν το, κατά την εκδοχή τους, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, ή ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, και στις τελευταίες περιπτώσεις ποια αναγκαία στοιχεία για την επάρκεια της λείπουν ή σε τι συνίσταται η αντίφαση, όπως απαιτείται για το ορισμένο και εντεύθεν παραδεκτό του λόγου αυτού (ΟλΑΠ 20/05, ΑΠ 69/16, 1454/14, 115/12). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914 στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφ' εξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 01.02.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου ως άνω ν. 147/2014, η Ελληνική Νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφ' εξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σε αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του προαναφερθέντος ν. 147/2014, "δημόσιοι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμερινοί και θερινοί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ. και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζιί - εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σε αυτούς, όχι δικαίωμα κυριότητας αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), που ισοδυναμεί με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους και αποτελεί (το ταπί) απλό αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό (ΑΠ 385/2012, 77/2007, 900/2002). Εξάλλου, με την παρ. 5 του ν. 79/1913 "περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης της 1-14.11.1913" ορίσθηκε ότι: "Τα μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα δικαιώματα, καθώς και αι δικαστικοί πράξεις και οι επίσημοι τίτλοι οι εκδοθέντες παρά την Οθωμανικήν Αρχήν έσονται σεβαστά και απαραβίαστα μέχρις εννόμου περί το εναντίον αποδείξεως". Επίσης, με την παρ. 2 εδάφια τελευταία του ν. 147/2014 ορίζεται ότι: "Εν ταις χώρους ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα περί αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφ' εξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουσιν οι εν ταις προσαρτημέναις χώραις προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Βάσει των διατάξεων αυτών διατηρήθηκε στις προσαρτηθείσες στην Ελληνική Επικράτεια, μετά τους βαλκανικούς πολέμους, χώρες το προϋπάρχον ιδιοκτησιακό καθεστώς επί των ακινήτων, η κυριότητα όμως των δημοσίων γαιών δεν ανήκε πλέον στο τουρκικό δημόσιο, αλλά στο ελληνικό κράτος δικαιώματι πολέμου. Διατηρήθηκε επίσης και το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης στις εκτάσεις αυτές. Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20.5.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11 -12.11.1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1 /5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 77/2007, 155/2002, 315/2002). Όλα τα ανωτέρω βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι επί των εν λόγω ακινήτων ασκούνταν κατά την 20 Μαΐου 1917 δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, βάσει ταπίου που είχε προεκδοθεί της προσάρτησης των νέων χωρών (ή, προκειμένου περί αγρών, κατά την εξαιρετική διάταξη του άρθρου 78 του ΟΘΝπΓ, ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση). Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, δηλαδή άσκηση από ιδιώτη δικαιώματος διαρκούς εξουσίασης, βάσει ταπίου κατά την 20.05.1917 ή, προκειμένου περί αγρών, καλλιέργεια αυτών επί δέκα έτη τουλάχιστον πριν την ημερομηνία αυτή χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, η κυριότητα παρέμενε στο Ελληνικό Δημόσιο. Εξάλλου, εκτός από τις γαίες του άρθρου 1 του νόμου περί γαιών, υπάρχουν και άλλα δύο είδη, οι μοναστηριακές (άρθρο 122 ν. περί γαιών) και οι δημόσιες κρατικές. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122 του νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1858), στις μοναστηριακές γαίες ανήκαν, κατά μεν την παρ. 1 αυτού, οι ανέκαθεν προσαρτημένες στις Ιερές Μονές με πλήρη δικαιώματα κυριότητας, αρκεί η "προσάρτησή" τους αυτή να ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο (defterhane), που αποτελούσε συστατικό τύπο της επικαλούμενης κυριότητας, οπότε δεν εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) ούτε υπήρχε δυνατότητα αυτές να αγορασθούν ή να πωληθούν και γι' αυτές δεν ίσχυαν, ούτε εφαρμόζονταν, οι κοινές διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, κατά δε την παρ. 2, οι κοινές δημόσιες γαίες, οι οποίες αποτελούσαν και αυτές "προσαρτήματα" των Ιερών Μονών, εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί), όχι απ' ευθείας στο όνομα της Μονής, αλλά με το όνομα κάποιου Μοναχού, εξακολουθούσαν δε να υπάγονται στην ίδια κατηγορία των δημοσίων γαιών του άρθρου 3 του ΟΘΝπΓ (arazi- emiriye), εφαρμόζονταν δε σε αυτές οι διατάξεις οι σχετικές με την εξουσίασή τους με τίτλο (ταπί) του ΟΘΝπΓ. Οι ανωτέρω περί γαιών διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας ρητώς αναγνωρίσθηκαν, κατά τα ανωτέρω, από την ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις νέες χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό τη κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, με το άρθρο 2 του άνω Ν.147/2014, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914. Περαιτέρω, επί Τουρκοκρατίας, οπότε το Οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνώριζε την έννοια του νομικού προσώπου, τα θρησκευτικά καθιδρύματα, μεταξύ των οποίων και οι Ιερές Μονές, δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αναγνωρίζονταν όμως ως de facto περιουσιακές ολότητες προορισμένες για την εξυπηρέτηση του θρησκευτικού και του φιλανθρωπικού σκοπού τους. Λόγω της ιδιόρρυθμης αυτής νομικής κατάστασης τα θρησκευτικά ή ευαγή καθιδρύματα δεν μπορούσαν να αποκτήσουν περιουσία στο όνομά τους, και η απόκτηση περιουσίας γινόταν με εικονικές δικαιοπραξίες στο όνομα φυσικών προσώπων, τα οποία αποκτούσαν προσωπικά αυτή την περιουσία. Την πραγματική αυτή κατάσταση που υπήρχε στις Νέες Χώρες κατά τον χρόνο της απελευθέρωσής τους από την Ελλάδα αναγνώρισε και ο Έλληνας Νομοθέτης προνοώντας για την εξασφάλιση των περιουσιών αυτών των νομικών προσώπων. Έτσι με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 147/2014 "περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας" ορίστηκε ότι: "Εν ταις χώραις ταίς διατελούσαις τέως υπό την άμεσον Οθωμανικήν κυριαρχίαν εισί δεκτικά μεταγραφής, τα καθ' οιονδήποτε τύπον συντεταγμένα αντέγγραφα, δι' ων αποδεικνύεται ότι ακίνητα κτήματα εικονικώς παρίστανται ως ανήκοντα εις ωρισμένον ιδιώτην, ενώ πράγματι ανήκουσιν εις κοινότητας, ευαγή ή φιλανθρωπικά ιδρύματα ή εις το Ελληνικόν Δημόσιον. Μεταγράφονται δε ταύτα άνευ χρονικού τίνος περιορισμού, προσαγόμενα εν πρωτοτύπω ή όπου ταύτα είναι κατακεχωρημένα εις βιβλία Μητροπόλεων, εν αντιγράφω κεκυρωμένω υπό του αρμοδίου Μητροπολίτου. Προς βεβαίωσιν της ταυτότητας του κτήματος, εφ' όσον τούτο δεν καθορίζεται επαρκώς εν τω αντιγγράφω, δέον μετ' αυτού να μεταγραφή και ο σχετικός τίτλος του εικονικώς φαινομένου κτήτορας εν κεκυρωμένη μεταφράσει. Η τε πράξις της μεταγραφής ταύτης και τα προσαγόμενα ως άνω έγγραφα απαλλάσσονται παντός τέλους και δαπάνης. Δια της τοιαύτης δε μεταγραφής και. απ' αυτής αποκλείεται η ένστασις παντός τυχόν παρά του εικονικού κυρίου κτησαμένου περί καλής αυτού πίστεως". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι είναι δεκτικά μεταγραφής, χωρίς χρονικό περιορισμό, αντέγγραφα σε όποιον τύπο και αν έχουν συνταγεί, από τα οποία αποδεικνύεται ότι ακίνητα κτήματα φαίνονται εικονικά ότι ανήκουν σε ιδιώτη ενώ στην πραγματικότητα ανήκουν σε κοινότητα, ευαγή ή φιλανθρωπικά ιδρύματα ή στο Ελληνικό δημόσιο και ότι από τότε που θα γίνει αυτή η μεταγραφή αποκλείεται να προβάλλει κάθε ένας που τυχόν απέκτησε (μετά τη μεταγραφή) από τον εικονικό κύριο, ότι είναι καλής πίστεως. Εξάλλου, κατά την αληθινή έννοια αυτής της παραγράφου τα αντέγγραφα μπορούν να μεταγραφούν οποτεδήποτε και αν έχουν συνταγεί, δηλαδή ακόμη και αν η σύνταξή τους έγινε μετά από την ισχύ αυτού του νόμου, αφού δεν γίνεται σχετική διάκριση ως προς τη χρονολογία συντάξεως και άλλωστε ο σκοπός ο οποίος επιδιώχτηκε, της διαφυλάξεως δηλαδή της περιουσίας των νομικών προσώπων στα οποία αναφέρεται ο νόμος, επιτυγχάνεται χωρίς κίνδυνο για τους τρίτους, ανεξάρτητα αν τα αντίγραφα είναι προγενέστερα ή μεταγενέστερα της ισχύος του (ΑΠ 485/2013), Προσέτι, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977) "... Κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος,... οι Μοναί κ.λπ. είναι νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου...". Κατά το άρθρο 39 παρ. 3 του αυτού Ν. 590/1977, έκδοση προεδρικού διατάγματος απαιτείται μόνον για την ίδρυση νέων και τη διάλυση ή συγχώνευση υφισταμένων Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος και ως εκ τούτου η νόμιμη υπόσταση προϋφιστάμενων Μονών δεν εξαρτάται από την έκδοση διατάγματος που να τις αναγνωρίζει. Πριν από την Εισαγωγή του ΑΚ είχαν εφαρμογή τα οριζόμενα από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που τέθηκε σε ισχύ με το Β.Δ. της 23.02.1835 για τον Πολιτικό Νόμο των Ελλήνων. Το εν λόγω δίκαιο δεχόταν μόνο την ύπαρξη ενώσεως φυσικών προσώπων ή συνόλων περιουσίας (ιδρύματα) και την νομική αυτοτέλειά τους ως προς τα περιουσιακά δικαιώματα. Για δε την αναγνώρισή τους απαιτείτο πολιτειακή τυπική πράξη (άδεια της διοικήσεως). Στις Μονές ειδικά, το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο αναγνώριζε, ήδη με την Ιουστινιάνεια Νομοθεσία, μία ιδιαίτερη αυθύπαρκτη προσωπικότητα, η οποία δεν ήταν ούτε ένωση προσώπων, ούτε ακριβώς ίδρυμα. Για την ίδρυση και αναγνώριση, όμως, των Μονών δεν απαιτείτο η προηγούμενη (με τυπική πράξη) χορήγηση άδειας της πολιτείας. Τούτο διότι το όλο θέμα ρύθμιζαν οι ιεροί κανόνες, που με σχετικές Νεαρές του Ιουστινιανού, αλλά και μεταγενέστερους νόμους, αποτελούσαν κρατικό δίκαιο, οι οποίοι όριζαν ότι για την ίδρυση των Μονών απαιτούνταν άδεια του οικείου επισκόπου, αναπομπή από αυτόν ευχής πριν την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, στη δε συνέχεια "πήξιμο" από τον ίδιο σταυρού στα θεμέλια της Μονής. Συγχρόνως συντασσόταν γραπτώς το καλούμενο "μοναστηριακό τυπικό" που περιείχε τους κανόνες διαβίωσης των μοναχών και διοίκησης της Μονής. Μετά και τη σύνταξη της κτητορικής πράξης (τυπικού) η Μονή και όταν δεν αποκτούσε από την αρχή περιουσία, αποκτούσε, εν τούτοις, νομική προσωπικότητα, με τη σημερινή έννοια του όρου, δεδομένου ότι είχαν τηρηθεί όλες οι προβλεπόμενες από το τότε ισχύον δίκαιο προϋποθέσεις ίδρυσής της (ΑΠ 840/2010). Με τον (κατά τη σειρά του αναιρετηρίου) ένατο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 εδ. β' και 6, 11 παρ. 1, 14 παρ. 1, 15 παρ. 1, 16, 19 παρ.1 και 2 και 21 παρ. 1 ν. 2508/1920, άρθρου 122 του νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1858), αναφορικά με το τρόπο κτήσης κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου. Ωστόσο με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα και με δεδομένες τις παραπάνω πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι, όπως προαναφέρθηκε το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση ήταν "προσαρτημένη" μοναστηριακή γαία κατά την έννοια του άρθρου 122 εδάφιο 2 του ΟΘΝπΓ, ήτοι δημόσια γαία υπαγομένη στις διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου και εξουσιαζομένη κατά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) όχι απ' ευθείας στο όνομα της ενάγουσας αναιρεσίβλητης Μονής (λόγω ελλείψεως νομικής προσωπικότητας κατά το οθωμανικό δίκαιο), αλλά στο όνομα του προαναφερόμενου μοναχού αυτής, που είχε αποκτήσει για λογαριασμό της και με δικά της χρήματα το άνω δικαίωμα, δυνάμει τίτλου (ταπίου, το οποίο, είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος), όπως το γεγονός τούτο προκύπτει από το σχετικό ενδεικτικό "ιλμιχαμπέριο", που, ως προσωρινός τίτλος, είναι αποδεικτικό της εγγραφής του ακινήτου του τίτλου …. μηνός Απριλίου 1296 (1880) στα κτηματολογικά βιβλία ελέγχου Γιοκλαμά, και εξουσιαζόταν τυπικά και μόνον στο όνομα του άνω μοναχού της, αλλά ουσιαστικά από την ίδια, ως de facto περιουσιακής ολότητας, όπως προκύπτει όχι μόνον από την αναγραφή στο πιο πάνω αποδεικτικό της ιδιότητας του άνω μοναχού ως "...", αλλά και από την αναφερόμενη ανωτέρω δήλωση αυτού ενώπιον συμβολαιογράφου, της 01.05.2016, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Σαφώς, επομένως, γίνεται δεκτό από το Εφετείο, ότι επειδή η ενάγουσα αναιρεσίβλητη Ι. Μονή δεν μπορούσε (λόγω ελλείψεως νομικής προσωπικότητας) να αποκτήσει το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως επί του άνω ακινήτου στο όνομά της, το απέκτησε με εικονική, ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, δικαιοπραξία στο όνομα του άνω μοναχού της και το γεγονός τούτο, ότι δηλαδή η κτήση του άνω δικαιώματος είχε γίνει για λογαριασμό της ενάγουσας, δέχθηκε και ο ίδιος ο ως άνω μοναχός με την προαναφερθείσα δήλωσή του, που μεταγράφηκε νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 147/2014, που θεσπίστηκε, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, για να επιλύσει τα ανακύπτοντα προβλήματα ως εκ της έλλειψης νομικής προσωπικότητας των θρησκευτικών καθιδρυμάτων κατά το οθωμανικό δίκαιο και προκειμένου να διαφυλαχθεί, υπό την ισχύ πλέον της ελληνικής νομοθεσίας, η περιουσία αυτών. Δεχόμενο λοιπόν το Εφετείο ότι επί του επίδικου ακινήτου εικονικώς φέρεται ως έχων δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ο μοναχός της ενάγουσας, Α., ενώ στην πραγματικότητα το δικαίωμα τούτο ανήκε στην ίδια την αναιρεσίβλητη ενάγουσα, η οποία, επομένως, απέκτησε στη συνέχεια, ως έχουσα πλέον νομική προσωπικότητα κατά το ισχύον, από 01.02.1914 (σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου ως άνω ν. 147/2014), βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, την κυριότητα επ' αυτού με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 2 του διατάγματος 2468/1917 της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 και των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11-12.11.1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929, κατά ποσοστά 4/5 και 1/5 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ήτοι εν τέλει κατ' αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς τα εν λόγω ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται, ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 612/2012, 1567/2008), αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 1/2017, 993/2014, 68/2012), Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ'αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς, αν και όχι κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς, για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1083/2017, 1099/2014, 1623/2012). Έτσι, η άσκηση κάθε δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου να μετριασθεί ο άκρατος ατομικισμός και η τάση για αντικοινωνική συμπεριφορά του δικαιούχου και φυσικά κρίνεται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος όταν η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε δεν δικαιολογούν επαρκώς την μεταγενέστερη άσκησή του. Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και εφαρμόζεται στην άσκηση όλων των ιδιωτικών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 7/2002). Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγόμενων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001 ΑΠ 836/2017, 38/2015). Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης, χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων, κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου (ΑΠ 641/2013), Μόνη πάντως η επίκληση ισχυρισμών με τους οποίους τίθεται σε αμφιβολία η ύπαρξη του επίδικου δικαιώματος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την θεμελίωση καταχρηστικής άσκησής του (ΟλΑΠ 17/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο και τον ταυτόσημο ενδέκατο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, διότι το Εφετείο εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες επαναφέρουν με σχετικό λόγο της εφέσεώς τους, την και πρωτοδίκως (επικουρικώς) προβληθείσα από τους ίδιους ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, παραπονούμενοι για την απόρριψή της με την εκκαλουμένη, ως μη νόμιμης, για τη θεμελίωση της οποίας ιστορούν τα ακόλουθα περιστατικά: Ότι με την ήδη αναφερθείσα ... απόφαση της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, που είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, διατάχθηκε η απόδοση των κινητών και ακινήτων που κατέχουν τα μέλη της παλαιός αδελφότητας στην Ιερά Κοινότητα και η απόφαση αυτή εκτελέστηκε αρμοδίως από τον πολιτικό Διοικητή του Αγίου Όρους, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. Δ/τος/10.16.09.1926, με την επίδοσή της σε έκαστο εξ αυτών. Ότι, ωστόσο, λόγω συνειδητής επιλογής της πολιτικής και εκτελεστικής εξουσίας του Ελληνικού Κράτους η εν λόγω απόφαση- διοικητική πράξη παρέμεινε από το έτος 2002 μέχρι και σήμερα ανεκτέλεστη και ότι με τον τρόπο αυτό το Ελληνικό Κράτος ουσιαστικά δεν συμφώνησε με την επιλογή του Οικουμενικού Πατριάρχη να υποκινήσει την εκδίωξή τους από το Άγιον Όρος και τη δήμευση "των περιουσιακών τους στοιχείων". Ότι ήδη έχει παρέλθει μακρό χρονικό διάστημα από την υπ' όψη απόφαση και έχει εκδηλωθεί η αντίθετη βούληση της διοίκησης του Αγίου Όρους, περί μη απόδοσης των κινητών και των ακινήτων από αυτούς. Ότι λόγω της εν λόγω εξωτερικής συνθήκης, αλλά και της συνεχιζόμενης αδράνειας της ενάγουσας για έντεκα έτη μέχρι την άσκηση της αγωγής, η μακρόχρονη αυτή αδράνεια και η βούληση των αντιδίκων, όπως αυτή συνέχεται και με την βούληση της διοίκησης και της εκτελεστικής εξουσίας περί μη απόδοσης του επίδικου ακινήτου, δημιούργησε σε αυτούς την εύλογη πεποίθηση περί μη άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας. Ότι από την άσκηση του δικαιώματος θα προκληθεί για τους ίδιους μία δυσβάστακτη κατάσταση, διότι το επίδικο κτήμα το χρησιμοποιούν για την άμεση διατροφή τους και συγκεκριμένα σε αυτό φυλάσσουν τα ζώα που αγοράζουν, το γάλα που αγοράζουν ή παράγουν, παρασκευάζουν τυρί κ.λπ., με συνέπεια να καθίσταται αναγκαία η ύπαρξή του για τη διατροφή τους, αφού δεν διαθέτουν άλλο παρόμοιο ακίνητο, η δε αγορά ή μίσθωση άλλου είναι γι' αυτούς αδύνατη, καθώς στερούνται παντελώς των οποιωνδήποτε πόρων ή εσόδων, αφού αυτά τα λαμβάνει παρανόμως στο όνομα της Ιεράς Μονής "η ομάδα των αντιδίκων". Με το προπαρατεθέν περιεχόμενο δεν θεμελιώνεται κατά νόμο η πιο πάνω ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, μόνη η επικαλούμενη αδράνεια της ενάγουσας σε συνδυασμό και με την απώλεια της κατά προορισμό χρήσης του ακινήτου (για την εκτροφή ζώων), δεν συνιστούν, με βάση και όσα εκτίθενται στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας (υπό "VI") προφανή υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τούτο διότι (πέραν της επικαλούμενης αδράνειας) δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών: α) τυχόν προηγούμενης συμπεριφοράς της ενάγουσας (όπως λ.χ. μη αναμενόμενης μεταβολής προηγηθείσας συμπεριφοράς της κ.λπ.) που να δημιούργησε στους εναγόμενους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της και β) τυχόν ενεργειών των εναγομένων που να τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την (μη περιγραφόμενη κατά τα ανωτέρω) προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας και αποκρούουν το δικαίωμα, οι οποίες οδήγησαν στην δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, η ανατροπή της οποίας να παρίσταται ως καταχρηστική, γιατί επιφέρει επαχθείς συνέπειες, πέραν της απώλειας της συνήθους χρήσεως του ακινήτου, και μάλιστα στους ίδιους τους υπόχρεους - εναγόμενους, προς αποτροπή των οποίων να επιβάλλεται η θυσία του δικαιώματος της ενάγουσας. Επιπλέον, η επικαλούμενη, συναγόμενη, ενδιάθετη στάση τρίτων, όπως της Διοίκησης του Αγίου Όρους ή του Ελληνικού κράτους για μη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων της Μονής και συνεπώς και του επιδίκου, στην τελευταία, και αληθής υποτιθεμένη, δεν δύναται να οδηγήσει σε κατάφαση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, αφού δεν αφορά δική της (ούτε των εναγομένων) συμπεριφορά. Τέλος, ομοίως, και οι όποιες αιτιάσεις των εκκαλούντων ενέχουν αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς (βλ. αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία των ιδίων κ.λπ.), δεν μπορούν να επιστηρίξουν την ίδια ένσταση, κατά τα όσα αναλυτικά αναπτύσσονται στην ίδια αμέσως ανωτέρω (υπό "VI") νομική σκέψη της παρούσας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με διάφορη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με τις αιτιολογίες της παρούσας, απέρριψε ως μη νόμιμο τον σχετικό ισχυρισμό των εναγόμενων, ορθά, κατ' αποτέλεσμα, ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορριπτομένου του ως άνω λόγου της εφέσεως.". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος ως μη νόμιμη, δεν προέβη σε εσφαλμένη μη εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, διότι υπό τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της πραγματικά περιστατικά δεν παρίσταται η άσκηση του δικαιώματος, ως υπερβαίνουσα προδήλως τα όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Επομένως, οι όγδοος και ο ταυτόσημος ενδέκατος πρόσθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αντίθετοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Περαιτέρω με τους πρώτο πρόσθετο και το ταυτόσημο δέκατο πρόσθετο λόγους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων του ΑΚ 1094 (διεκδικητική αγωγή) σε συνδυασμό με 974 (έννοια νομής και κατοχής), 976 (κτήση νομής), 981 (απώλεια νομής), 999 (αντικείμενο κυριότητας) και 1000 (περιεχόμενο κυριότητας), επειδή παρά τις, περί του αντιθέτου, παραδοχές της, δεν προέβησαν σε κατάληψη του επιδίκου και δεν είναι κάτοχοι ή νομείς αυτού. Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς, υπό την επίκληση της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ανεπιτρέπτως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Ομοίως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κρίνονται και οι δεύτερος και τρίτος των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι και με αυτούς, υπό την επίκληση της εκ πλαγίου παραβίασης των ίδιων ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με τον αυτό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων (περί της μη κατάληψης του επιδίκου υπ'αυτών) ανεπιτρέπτως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση και πάλι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. ΙΙΙ. Κατά το άρθρ. 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου, που ο νόμος υπήγαγε σ' αυτά. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα, κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές, που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων, που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία, κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 140/2008, ΑΠ 36/2005). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου κατ'αυτών αναγνωριζόμενης της κυριότητας της και διατασσόμενης της απόδοσης του σ'αυτήν εκ μέρους τους, που το είχαν καταλάβει. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι έχει δικαιοδοσία, ως προς την εν λόγω αγωγή, που συνιστά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1094 ΑΚ, δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως με τον τέταρτο λόγο, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. IV. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις. Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 354/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες περί του ότι αυτοί δεν είναι νομείς ή κάτοχοι του επιδίκου, αλλά απλώς διαμένουν και παραμένουν σ'αυτό ως μέλη της αδελφότητας Ι.Μ. .... Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν συνιστά "πράγμα", σημειούμενου πάντως και του ότι ως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, με αυτήν έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα τα αντίθετα. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο επίσης εκ του αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ έβδομος πρόσθετος λόγος περί του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι με την αγωγή επιδιώκεται η εκτέλεση των αποφάσεων της Πατριαρχικής Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου όρους περί απέλασης τους από το Άγιο όρος και την Ι. Μ. ..., διότι και ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί επιχείρημα στα πλαίσια της προβαλλόμενης αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν συνιστά "πράγμα". Τέλος απορριπτέος κρίνεται και ο έκτος πρόσθετος λόγος επίσης εκ του αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί μη λήψης υπόψη του περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης ισχυρισμού, ο οποίος ναι μεν είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά δεν επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης) και στο δεύτερο βαθμό, ενώ δεν αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, χωρίς να υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. V. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 350/2017, 1496/2017, 323/2007). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔικ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και. ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 327/1996). Εξαίρεση από τον ως άνω κανόνα εισάγεται από το αρθ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε τρεις περιπτώσεις, ήτοι α) όταν η παράβαση δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) όταν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η συνδρομή όμως των ως άνω εξαιρέσεων πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο. Εξάλλου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1998). Τέλος για το ορισμένο του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και σε τι συνίσταται η αοριστία (ΑΠ 947/2012, 1685/2009). Στη προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το αρθ. 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στη προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι το δικάσαν Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 62 εδ β και 64 παρ. 3, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, μολονότι στρέφεται ατομικώς κατά του καθενός τους και όχι κατά της αδελφότητας τους, που αποτελεί άνευ νομικής προσωπικότητος ένωση προσώπων που επιδιώκει κάποιο σκοπό. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η προβλεπόμενη από τις ως άνω διατάξεις δυνατότητα εναγωγής άνευ νομικής προσωπικότητος ένωσης προσώπων προς επιδίωξη σκοπού, δεν αποκλείει την απεύθυνση της αγωγής κατά των μελών της και δεν συνεπάγεται απαράδεκτο στη περίπτωση αυτή (ΑΠ 1180/1995). Με τον τρίτο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι κατά παράβαση των άρθρων 64 παρ.2 και 94, 96 του ΚΠολΔ δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω μη νόμιμης εκπροσώπησης και εντεύθεν παροχής πληρεξουσιότητας στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ήδη αναιρεσίβλητης (εφεσίβλητης ενάγουσας) Ι. Μονής. Και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων η ήδη αναιρεσείουσα Ι. Μονή νομότυπα εκπροσωπήθηκε από τον Ηγούμενο της ..., δυνάμει της εκδοθείσης, σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 2 του Συν/τος και τις διατάξεις των άρθρων 9 και 121 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους, υπ'αριθμ.1440/2005 απόφασης της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, που αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία δεν έχει ακυρωθεί ή ανακληθεί, ενώ η ύπαρξη των ουσιαστικών προϋποθέσεων προς έκδοση της δεν εμπίπτει στον παρεμπίπτοντα έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 734/2010, 171/2006).Αυτός δε περαιτέρω νομίμως παρέσχε πληρεξουσιότητα προς τον δικαστικό πληρεξούσιο. Με τον πέμπτο πρόσθετο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, για το λόγο όπως, επί λέξει, αναφέρεται ότι "η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται, ότι εμείς είμαστε νομείς ή κάτοχοι του επιδίκου". Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται επακριβώς το περιεχόμενο της αγωγής. Με τον όγδοο πρόσθετο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι κατά παράβαση των διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους, αλλά και της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ένδικη αγωγή λόγω μη ύπαρξης σχετικής απόφασης προς άσκηση της από το ηγουμενοσυμβούλιο. Και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τόσον πρωτοδίκως, όσον και ενώπιον του Εφετείου είχε προσκομισθεί μετ'επικλήσεως "απόσπασμα πρακτικού υπ'αρ. πρωτ. ... της συνεδρίας ... της Γεροντίας της ... περί εγκρίσεως του δικογράφου της αγωγής και αναθέσεως στο δικηγόρο Διογένη Καραγιαννακίδη της εντολής να την υποστηρίξει μέχρις αμετακλήτου αποφάσεως διορίζοντας και άλλους δικηγόρους" Με τον ένατο πρόσθετο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, κατά παράβαση του νόμου, δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ένδικη αγωγή επειδή στηριζόταν σε άκυρες αποφάσεις περί απέλασης των αναιρεσειόντων από το Άγιο Όρος. Και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποια δικονομική διάταξη παραβιάσθηκε και πώς συντελέσθηκε τούτο. VI. Κατά τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ. σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 840/2015, 2234/2013). Για την ευδοκίμηση του λόγου αυτού, απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα του φερομένου, κατά τους ισχυρισμούς του, ως παραμορφωθέντος εγγράφου, προκειμένου να διαπιστωθεί, σε σχέση με το περιεχόμενο του, το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, διαφορετικά ο λόγος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος (αναπόδεικτος, ΑΠ 840/2015). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ'αριθμ. 736/2005 και 2351-2356/2005 αποφάσεων του ΣτΕ, τις οποίες προσκόμισε σ' αυτό, αποδίδοντας σ' αυτές περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό απ' αυτό που πραγματικά είχαν. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν, αλλά και ούτε επικαλούνται, τα ως άνω, φερόμενα ως παραμορφωθέντα, έγγραφα. VII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου (δεδομένου και του ότι πέμπτος λόγος εκ παραδρομής περί την αρίθμηση δεν υφίσταται) πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ β) εδ. δ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23.6.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 131/2020 αίτηση για αναίρεση, μετά των από 8-4-2021 και με αρ. κατ. 40/2021 προσθέτων λόγων, της υπ' αριθμ. 1268/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ