Αριθμός 240/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Γ. Ρ., το γένος Ι. Τ., 2) Δ. Ρ. - Τ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Φέλλιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." (όπως μετονομάστηκε η αρχικά εναγομένη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..."), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πυρομάλλη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2208/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3332/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/6/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 9-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθ.3332/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 22-4-2019 με αριθ.καταθ.37701/2019 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και της από 3-5-2019 αντίθετης έφεσης με αριθ.καταθ.40690/2019 της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αριθ.2208/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων και δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε επί της από 1-2-2013 αγωγής, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 1-2-2013 αγωγή των αναιρεσειόντων για την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, συνεπεία αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης κατά την παροχή νοσοκομειακών υπηρεσιών της στο θανόντα συγγενή τους, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του και συνεπεία αυτής. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 4 του ίδιου νόμου, "'Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2. Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, "ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, εάν δε παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσης δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, η δοθείσα βεβαίωση ανεξαρτήτως βλάβης του καθού, δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 673/2018). Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους, έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 673/2018). Ως εκ τούτου, αν το δικαστήριο συνεκτιμήσει ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε χωρίς την τήρηση των άνω διατυπώσεων, λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ (Α.Π.704/2022, Α.Π.977/2020, Α.Π. 1208/2019, Α.Π.1034/2019, Α.Π. 204/2017, Α.Π. 1450/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ'άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 3332/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και μετά από την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την ένδικη από 1-2-2013 αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού έλαβε υπόψη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεκτίμησε όσον αφορά την αλήθεια ή αναλήθεια κατά περίπτωση, των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να καταλήξει στην άνω κρίση του, και την με αριθμό 4.095/20-11-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ.-Κ. Λ. του Κ., ιατρού λοιμωξιολόγου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Δημητρίου, που είχε δοθεί με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης (εναγομένης - εκκαλούσας), ενόψει της συζήτησης της υπόθεσης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατά την έρευνα δε του παραδεκτού της άνω ένορκης βεβαίωσης σχετικά με την κλήτευση των αναιρεσειόντων και τα αναγκαία στοιχεία λήψης αυτής, το Εφετείο διέλαβε ότι "αυτή, δόθηκε, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 422 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.". Όπως όμως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, στην επ'ακροατηρίω του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επισυμβείσα κλήση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης για να παραστούν κατά την εξέταση του μάρτυρα αυτού, δεν μνημονεύθηκε η διεύθυνση κατοικίας του μάρτυρα, ως απαιτείτο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 422 Κ.Πολ.Δ. Η έλλειψη αυτή της κλήσης προς λήψη της είχε ως συνέπεια η ένορκη αυτή βεβαίωση να είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και για το λόγο αυτό, ανεξαρτήτως βλάβης των καθών, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως, τόσο του πρωτοβαθμίου, όσο και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ενόσω διαρκούσε η εκκρεμοδικία, κατά τα προεκτεθέντα. Σημειώνεται ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση με την προαναφερόμενη έλλειψη της κλήσης προς λήψη της, και μετά την αντικατάσταση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 424 Κ.Πολ.Δ με τα άρθρ. 23 και 120 του ν.4842/2021, από την 1-1-2022, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις κατά το άρθρο 116 παρ.1β του ιδίου νόμου όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 του ν.4871/2021- υπό την ρύθμιση της οποίας η έλλειψη αυτή δεν την καθιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο - δεν θα είναι υποχρεωτικό να ληφθεί οπωσδήποτε υπόψη από το Εφετείο ως αποδεικτικό μέσο, καθ' όσον στην προσκόμισή της προς τούτο από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη δύνανται να εναντιωθούν οι εφεσίβλητοι ήδη αναιρεσείοντες με την επίκληση δικονομικής τους βλάβης, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση. Επομένως, το Εφετείο εφόσον έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, η οποία, τότε, αποτελούσε ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο- όπως βάσιμα ισχυρίζονταν και οι εφεσίβλητοι-αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους, υπέπεσε στην από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Κατόπιν τούτων, και λαμβανομένου υπόψη ότι και υπό την νέα ρύθμιση του άρθρου 424 Κ.Πολ.Δ. η λήψη της άνω ένορκης βεβαίωσης υπόψη από το Εφετείο ως αποδεικτικό μέσο δύναται να αντικρουσθεί από τους αντιδίκους εφεσίβλητους ήδη αναιρεσείοντες, ο συναφής δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την άνω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου της αναίρεσης γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στη συνέχεια, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτούς για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περιλαμβανόμενο στην αίτηση αναίρεσης αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθμ. 3332/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ