Αριθμός 307/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. Ι. Π. συζ. Φ. - Κ. , το γένος Π. Ι. , 2)Γ. Π. του Φ.-Κ. , 3)Λ. Μ. Π.- του Φ. - Κ. , και 4)Φ. - Κ. Π. του Γ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον Σωτήριο Μπρέγιαννο, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. συζ. Ι. , το γένος Δ. Δ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Νικολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και την ασκηθείσα δια των προτάσεων στο ακροατήριο ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6744/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 6461/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/12/2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η ανέγερση οικοδομής σε ξένο ακίνητο ή η κατάληψη τμήματος ξένου οικοπέδου από την επέκταση οικοδομής που κατασκευάστηκε σε γειτονικό ακίνητο, προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 1010, 1094 του Α.Κ., οι οποίες δεν καθιερώνουν αδυναμία παροχής και μάλιστα ανυπαίτια σε περίπτωση διεκδίκησης του ακινήτου που καταλήφθηκε, ούτε οδηγούν στη θεμελίωση ανατρεπτικής ένστασης με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής, λόγω της κατάληψης του επιδίκου από την οικοδομή. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Έτσι, μόλις επέλθει προσβολή κατά της κυριότητας, η εμπράγματη εξουσία λαμβάνει προσωπική κατεύθυνση κατά του προσβολέως και γεννιέται κατ' αυτού η αξίωση από την κυριότητα και η προστατεύουσα την κυριότητα διεκδικητική αγωγή. Με τον τρόπο αυτό αποκαθίσταται η κυριότητα στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την προσβολή της, πριν δηλαδή την αφαίρεση ή κατακράτηση του υλικού της υποβάθρου (πράγματος) ενάντια στη θέληση του κυρίου. Έτσι, γίνεται φανερό, ότι πρωταρχικός στόχος της διεκδικητικής αγωγής είναι η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας της κυριότητας στην αντικειμενική της υπόσταση. Εκείνο, δηλαδή, που περιέχει είναι να εξασφαλιστεί η πλήρης οικονομική λειτουργία της, ενώ ο παραπέρα σκοπός να προστατευθεί ο κύριος ως φορέας του δικαιώματος έχει δευτερεύοντα (αντανακλαστικό) χαρακτήρα. Ο περιγραφείς πρωτεύων στόχος επιτυγχάνεται με την μείωση των προϋποθέσεων άσκησης της διεκδικητικής αγωγής στο ελάχιστον δυνατόν, έτσι ώστε να ξεκαθαρίζονται όσο γίνεται πιο γρήγορα αμφισβητήσεις γύρω από τον φορέα του δικαιώματος. Αφετέρου η (γρήγορη) επιστροφή του πράγματος στον αληθινό δικαιούχο αποτελεί κατά κανόνα εγγύηση για την πλήρη και σωστή ανάπτυξη των οικονομικών λειτουργιών της κυριότητας. Ειδικότερα δε, κατά το άρθρο 1010 ΑΚ, αν ο κύριος ακινήτου, ανεγείροντας πάνω σ' αυτό οικοδομή, την επεκτείνει καλόπιστα στο γειτονικό γήπεδο και ο κύριος του γηπέδου δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου πριν από την ανέγερση της οικοδομής κατά μεγάλο μέρος, το δικαστήριο μπορεί κατά εύλογη κρίση, να επιδικάσει την κυριότητα του γηπέδου που καταλήφθηκε στον κύριο του ακινήτου που οικοδομήθηκε. Η επιδίκαση γίνεται έναντι καταβολής της αξίας του γηπέδου κατά το χρόνο της κατάληψής του και αποκατάστασης κάθε άλλης ζημίας, ιδίως από την τυχόν μείωση της αξίας του υπολοίπου. Από τη διάταξη αυτή, στην οποία ουδεμία γίνεται διάκριση μεταξύ αστικών ή αγροτικών ακινήτων και η οποία, ως εκ τούτου, έχει εφαρμογή και επί των δύο προκύπτει, ότι όροι για την επιδίκαση του γειτονικού γηπέδου που καταλήφθηκε με την επέκταση της οικοδομής είναι: 1) ανέγερση οικοδομής. Ως οικοδομή νοείται κτίσμα νέο ενιαίο, και αυτοτελές, όπως και το αυτοτελές οικοδόμημα που αποτελεί επέκταση ή προσθήκη σε υπάρχουσα οικοδομή, 2) κυριότητα αυτού που ανεγείρει την οικοδομή επί του γηπέδου επί του οποίου επιχειρεί να οικοδομήσει, 3) η οικοδομή αυτή, κατά την ανέγερσή της να εισέρχεται κατά ένα μέρος στο έδαφος του γειτονικού γηπέδου, 4) καλή πίστη αυτού που ανεγείρει την οικοδομή κατά το χρόνο της ανέγερσης και επέκτασης αυτής στο γειτονικό γήπεδο, η οποία υπάρχει, όταν αυτός όχι από αμέλεια, οποιαδήποτε και επομένως και ελαφρά, έχει την πεποίθηση ότι οικοδομεί μέσα στα όρια του δικού του κτήματος, χωρίς να αρκεί, ότι έχει την πεποίθηση αυτή όχι από βαρειά αμέλεια και 5) έλλειψη έγκαιρης διαμαρτυρίας, δηλαδή πριν ή κατά μέγα μέρος συντελεστεί η οικοδομή από τον κύριο του γειτονικού γηπέδου, στο οποίο επεκτάθηκε η οικοδομή. Αφού συντρέχουν οι όροι αυτοί, γίνεται, μετά από αίτηση αυτού που ανεγείρει την οικοδομή, επιδίκαση σ' αυτόν του τμήματος που καταλήφθηκε από το γειτονικό γήπεδο, αντί καταβολής πλήρους αποζημίωσης στον κύριο του γηπέδου, η οποία καθορίζεται κατ' εύλογο του δικαστηρίου κρίση, μη υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η αποζημίωση περιλαμβάνει την αξία του γηπέδου που καταλήφθηκε κατά το χρόνο της κατάληψης καθώς και κάθε άλλη ζημία, όπως η ενδεικτικώς αναφερόμενη στο ανωτέρω άρθρο 1010 ΑΚ, η προερχόμενη από την μείωση της αξίας του υπόλοιπου τμήματος του γειτονικού γηπέδου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με τελεσίδικη απόφαση του 2002 είχε αναγνωριστεί κυρία ενός ακινήτου (ήδη επιδίκου), το οποίο βρίσκεται στη θέση … της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... στο …Ο.Τ., εμβαδού 1.123,18 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο από Οκτωβρίου 2000 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Α. , που επισυνάπτεται στην …/2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης υπό στοιχεία Ε'-Β-Γ-Δ-Ε''-Ε' και συνορεύει βορειοδυτικά επί πλευράς Ε'- Ε'' , μήκους 58,33 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, νότια επί πλευράς Γ-Δ, μήκους 76,10 μέτρων και νοτιοανατολικά, επί πλευράς Β-Γ , μήκους 1,87 μέτρων με ιδιοκτησία ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, βόρεια επί πλευράς Ε'- Β, μήκους 20,71 μέτρων με την οδό … και δυτικά επί πλευράς Ε''-Δ, μήκους 17,18 μέτρων με την οδό …. Το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην αναιρεσείουσα, σε μεγαλύτερη έκταση 8.190,08 τετρ. μέτρων, από κληρονομιά του θείου της Κ. Δ. , που πέθανε στις 22-8-1986 και δυνάμει της από 20-3-1970 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύτηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Χαλκίδας με το 221/1987 πρακτικό του, σε συνδυασμό με το θάνατο του αδελφού του διαθέτη Δ. Γ. Δ. (πατέρα της αναιρεσίβλητης) που πέθανε πριν από αυτόν στις 5-5-1977, στον οποίο είχε αφήσει την επικαρπία για όλη του τη ζωή. Η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε και μετέγραψε την κληρονομιά αυτή. Στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου της Κ. Δ. είχε περιέλθει, σε μεγαλύτερη έκταση 20 στρεμμάτων περίπου, ύστερα από αναγκαστικό πλειστηριασμό κατά του Γ. Σ. με την …/1963 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Κωνσταντίνου Κουνέλη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ήδη, το ακίνητο που περιήλθε κατά κυριότητα στην αναιρεσίβλητη αποτυπώνεται στο από Οκτωβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Α. που επισυνάπτεται στην από Οκτωβρίου 2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του (που διατάχθηκε κατά τη διάρκεια προηγούμενης δίκης με την 4691/1998 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επί της οποίας, τελικά, εκδόθηκε η 1345/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου), με τα γράμματα Ε'-Β-Ζ-H-Θ-K-Λ-Δ-Ε''-Ε'. Βορειοδυτικά από το ακίνητο αυτό της ενάγουσας βρίσκεται το ακίνητο των εναγομένων, όπως αποτυπώνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα γράμματα Α-Ε'-Ε"-Ε-Α, εμβαδού 1.239,31 τετρ. μέτρων. Ειδικότερα, το ακίνητο αυτό ανήκε κατά κυριότητα στον Ι. Α. Μ. , ο οποίος το πώλησε και μεταβίβασε, κατά κυριότητα, στη Μ. συζ. Δ. Σ. με το …/1-9-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Χαρλαύτη που μεταγράφηκε νόμιμα, με αναγραφόμενο εμβαδόν 1.178,86 τετρ. μέτρα. Στη συνέχεια, η Μ. Σ. πώλησε και μεταβίβασε, κατά κυριότητα, το ακίνητο στο σύζυγό της Δ. Γ. Σ. με το …/18-4-1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Αναγνωστίδη που μεταγράφηκε νόμιμα, αλλά με αναγραφόμενο εμβαδόν 1.928,24 τετρ. μέτρων, δηλαδή μεγαλύτερο κατά 749,38 τετρ. μέτρα, αφού στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό από Ιανουαρίου 1966 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Π. η νότια πλευρά του ακινήτου (που συνορεύει με το ακίνητο τότε του Κ. Δ. , ήδη της αναιρεσίβλητης) φέρεται να έχει μήκος 73,45 μ., ενώ η ίδια πλευρά στο από Ιουλίου 1964 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Δ. , που είναι προσαρτημένο στο προηγούμενο …/1964 πιο πάνω συμβόλαιο, φέρεται να έχει μήκος 55,40 μ. Κατόπιν αυτών προκλήθηκε δικαστική διένεξη μεταξύ των όμορων ιδιοκτητών Κ. Δ. (δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης) και Δ. Σ. (απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων-αναιρεσειόντων). Ο τελευταίος με την από 16-10-1969 διεκδικητική της κυριότητας αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του τότε επίδικου ακινήτου των 749,38 τετρ. μέτρων, αλλιώς 700 περίπου τετρ. μέτρων, και να υποχρεωθεί ο αντίδικός του Κ. Δ. να του το αποδώσει. Εκδόθηκε, τελικά, επί της αγωγής αυτής η 103/1973 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού λήφθηκε υπόψη και η από 11-3-1971 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού Κ. Π. (που είχε διοριστεί πραγματογνώμονας με απόφαση του Εισηγητή Δικαστή), η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι, κρίθηκε, τελεσίδικα, ότι το ακίνητο του Δ. Σ. είχε εμβαδόν 1.178,86 τετρ. μέτρα, όσο δηλαδή αναγραφόταν στο παραπάνω …/1964 συμβόλαιο της δικαιοπαρόχου - πωλήτριας Μ. Σ. (συζύγου του), σύμφωνα και με το προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Δ. . Μετά απ' αυτά, ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Κ. Δ. ς τοποθέτησε διαχωριστικό συρματόπλεγμα στα όρια των δύο όμορων ακινήτων, σύμφωνα και με την πιο πάνω εφετειακή απόφαση που τον δικαίωσε. Το κοινό αυτό όριο, στο οποίο τοποθετήθηκε η διαχωριστική συρμάτινη περίφραξη, ταυτίζεται με την αναγραφόμενη με τα στοιχεία Ε-Ε" πλευρά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Δ. Α. υ και στο τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει, με τη διαφοροποίηση ότι η πλευρά αυτή έχει 58,33 μ. (και όχι 55,40 μ.) και ότι το εμβαδόν του ακινήτου του Δ. Σ. , ήδη των αναιρεσειόντων, όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Ε'-Ε"-Ε-Α, έχει εμβαδόν 1.239,31 τετρ. μέτρων (και όχι 1.178,86 τετρ. μέτρων). Ακολούθως, ο Δ. Γ. Σ. , με το …/26-9-1979 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Περρωτή-Παπαπαναγιώτου που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε, κατά κυριότητα, το ακίνητο του στο Ν. Θ. Λ. , με αναγραφόμενο εμβαδόν 1.249,81 τετρ. μέτρων, "πλέον ή έλαττον", σύμφωνα και με το προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό από Ιουλίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Η. Ν. . Κατά το εν λόγω συμβόλαιο, το ακίνητο συνορεύει νότια με ιδιοκτησία Κ. Δ. επί πλευράς μήκους 58,20 μέτρων. Όπως αναφέρει ο παραπάνω πραγματογνώμονας στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα του μηχανικού Η. Ν. αποτυπώνεται "συρματόπλεγμα" στο κοινό όριο των δύο όμορων ακινήτων που ενδιαφέρουν εδώ (του Ν. Λ. και του Κ. Δ. ), χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες. Ο Ν. Λ. , περαιτέρω, πώλησε και μεταβίβασε, κατά κυριότητα, το ακίνητο του στους Γ. Δ. Β. και Φ. συζ. Γ. Β. , κατ' ισομοιρίαν, με το …/6-12-1985 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Σουσώνη - Κυριακού που μεταγράφηκε νόμιμα, με αναγραφόμενο εμβαδόν 1.249,81 τετρ. μέτρων, "πλέον ή έλαττον". Κατά το συμβόλαιο αυτό και το προσαρτημένο από 5-12-1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Χ. , το ακίνητο συνορεύει νότια με ιδιοκτησία Κ. Δ. επί πλευράς μήκους 58,20 μέτρων. Στη συνέχεια, οι Γ. Β. και Φ. συζ. Γ. Β. , με το …/16-2-1987 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Βαμπούλη - Βέλλη που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν και μεταβίβασαν, κατά κυριότητα, το ακίνητο τους στην πρώτη εναγομένη - αντενάγουσα, με αναγραφόμενο εμβαδόν 1.249,81 τετρ. μέτρων, "πλέον ή έλαττον". Στο σχετικό, όμως, από 14-2-1987 τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο αυτό, το οποίο (διάγραμμα) συνέταξε ο τέταρτος των εναγομένων - αναιρεσειόντων, πολιτικός μηχανικός, Κ. - Φ. Π. (σύζυγος της πρώτης και πατέρας των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσειόντων), αναφέρεται, όπως και στο συμβόλαιο, ότι το ακίνητο αυτό συνορεύει νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Κ. Δ. επί πλευράς μήκους 68,20 μέτρων (αντί των 58,20 μ. που αναγραφόταν μέχρι τότε, μετά την έκδοση της παραπάνω 103/1973 εφετειακής απόφασης). Τέλος, η πρώτη των αναιρεσειόντων μεταβίβασε, κατά ψιλή κυριότητα, στα δύο τέκνα της (δεύτερο και τρίτη των εξ αυτών), κατ' ισομοιρίαν, λόγω γονικής παροχής, το ακίνητο αυτό με το …/5-4-1988 συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου Αικατερίνης Βαμπούλη-Βέλλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με αναγραφόμενο, όμως, εμβαδόν 1.895,07 τετρ. μέτρων, ήτοι: α) 1.249,81 τετρ. μέτρα από αγορά από τους Γ. Β. και Φ. συζ. Γ. Β. και β) 645,26 τετρ. μέτρα από χρησικτησία, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο, ενώ παρακράτησε την επικαρπία για όλη τη ζωή αυτής και του συζύγου της. Εξάλλου, κατά το ίδιο συμβόλαιο και το από 24-3-1988 τοπογραφικό διάγραμμα (που προσαρτάται σ' αυτό), το οποίο συνέταξε ο ίδιος πολιτικός μηχανικός Κ. - Φ. Π. (τέταρτος αναιρεσειόντων), το παραπάνω ακίνητο συνορεύει νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Κ. Δ. επί πλευράς μήκους 70,41 μέτρων. Δηλαδή οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες επιχείρησαν να αυξήσουν το εμβαδόν του ακινήτου τους από 1.249,81 τετρ. μέτρα (1.239,91 τετρ. μέτρα, κατά τον πραγματογνώμονα Δ. Α. ) σε 1.895,07 τετρ. μέτρα σε βάρος του όμορου, προς τα νοτιοανατολικά, ακινήτου της αναιρεσίβλητης. Για την υλοποίηση της απόφασης αυτής κατά το μήνα Σεπτέμβριο 1988, καθαίρεσαν το συρματόπλεγμα που διαχώριζε το ακίνητό τους από το ακίνητο της αναιρεσίβλητης και, ακολούθως, κατά το μήνα Μάρτιο 1989, κατασκεύασαν διαχωριστικό των ακινήτων αυτών μανδρότοιχο. Όμως, αντί να ανεγείρουν το μανδρότοιχο στο κοινό όριο, όπως αυτό είχε καθοριστεί με την παραπάνω 103/1973 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και στο οποίο υπήρχε η διαχωριστική συρμάτινη περίφραξη (που είχαν καθαιρέσει προηγουμένως), τον κατασκεύασαν μέσα στο ακίνητο της αναιρεσίβλητης, δηλαδή αντί να τον ανεγείρουν στη γραμμή Ε'-Ε'', μήκους 58,33 μ., τον ανήγειραν στην (τεθλασμένη) πλευρά Β-Γ-Δ, μήκους (76,10 μ. + 1,87 μ.) 77,97 μ. Με τον τρόπο αυτόν κατέλαβαν το βορειοδυτικό τμήμα του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, με τα στοιχεία Ε'-Β-Γ-Δ-Ε"-Ε', εμβαδού 1.123,18 τετρ. μέτρων, στο επίδικο αυτό ακίνητο. Παράλληλα, με βάση την …/18-5-1988 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας … της Νομαρχίας Ανατ. Αττικής που χορηγήθηκε στους συγκυρίους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων άρχισαν, κατά μήνα Ιούνιο 1988, να ανεγείρουν "διώροφη κατοικία με υπόγειο", συνολικής επιφάνειας (των ορόφων) 378,88 τετρ. μέτρων, στο ακίνητο τους, η οποία όμως, επεκτάθηκε, κατά 54 τετρ. μέτρα, μέσα στο προαναφερόμενο βορειοδυτικό τμήμα του ακινήτου της αναιρεσίβλητης. Στο ίδιο τμήμα, μεταξύ της οικίας τους αυτής και του προαναφερόμενου μανδρότοιχου, κατασκεύασαν κολυμβητική δεξαμενή (πισίνα) και ράμπα πρόσβασης στο υπόγειο της οικίας. Μάλιστα, προσκομίζοντας στην ίδια πιο πάνω Πολεοδομία νέο τοπογραφικό σκαρίφημα, όπου το ακίνητό τους φέρεται να έχει εμβαδόν 2.195,60 τετρ. μέτρων, πέτυχαν, στις 6-12-1989, να αναθεωρηθεί η …/1988 άδεια οικοδομής "λόγω αλλαγής σχεδίων, κατασκευής πισίνας και αλλαγής διαστάσεων οικοπέδου". Επισημαίνεται, ότι υπεύθυνος μηχανικός των εκκαλούντων, τόσο για την έκδοση και την αναθεώρηση της άδειας οικοδομής, όσο και για την επίβλεψη της εκτέλεσής της, ήταν ο τέταρτος των εναγομένων - αναιρεσειόντων Φ. - Κ. Π. , ο οποίος είχε συντάξει προηγουμένως και τα προαναφερόμενα από 14-2-1987 και 24-3-1988 τοπογραφικά διαγράμματα, στα οποία, για πρώτη φορά, μετά την έκδοση της 103/1973 εφετειακής απόφασης, επανεμφανίζεται η νότια (κατ' ακρίβεια η νοτιοανατολική) πλευρά του ακινήτου των αναιρεσειόντων να έχει μήκος 68,20 μ. και 70,41 μ., αντίστοιχα, αντί των 58,20 μ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δικαιολογημένα - καλόπιστα σχημάτισαν την πεποίθηση ότι ήταν κύριοι (κατ' ακρίβεια, οι 2ος και 3η ψιλοί συγκύριοι, ενώ οι 1η και 4ος είναι επικαρπωτές) του καταληφθέντος πιο πάνω εδαφικού τμήματος ως περιλαμβανόμενου στα όρια του δικού τους ακινήτου. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος αυτών, στον οποίο ανατέθηκε από τους συγκυρίους, τότε ανηλίκους, 2ο και 3η τούτων, όπως εκπροσωπούνταν νόμιμα από τους γονείς τους 1η και 4ο, η ανέγερση της οικοδομής, γνώριζε, ενόψει και της ιδιότητάς του ως πολιτικού μηχανικού, με βάση τα προπαρατιθέμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια και τα προσαρτημένα σ' αυτά τοπογραφικά διαγράμματα των ετών 1964 - 1985, το πραγματικό εμβαδόν και την οριοθέτηση του ακινήτου, που περιήλθε, αρχικά, στη σύζυγό του - πρώτη αναιρεσείουσα κατά το έτος 1987, και ειδικά το κοινό όριο αυτού με το όμορο ακίνητο της αναιρεσίβλητης (πλευρά μήκους 58,20 μ.), όπως αυτό είχε καθοριστεί με την 103/1973 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και όπου υπήρχε η διαχωριστική συρμάτινη περίφραξη που τοποθετήθηκε μετά την έκδοση της παραπάνω εφετειακής απόφασης κατά το έτος 1973 και που παρέμεινε συνεχώς, μέχρι το έτος 1988. Εντούτοις, ανήγειρε την οικοδομή, επεκτείνοντάς την στο ακίνητο της αναιρεσίβλητης, χωρίς ν' αποδεικνύεται δικαιολογημένη πεποίθηση αυτού (και, συνακόλουθα, των συγκυρίων, δεύτερου και τρίτης των αναιρεσειόντων, όπως εκπροσωπούνταν από τους γονείς τους πρώτη και τέταρτο τούτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο της ανέγερσης της οικοδομής, ότι κτίζει μέσα στα όρια του ακινήτου τους. Ισχυρίζονται, οι αναιρεσείοντες ότι η επίμαχη 103/1973 εφετειακή απόφαση δεν υλοποιήθηκε ποτέ και ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Δ. Σ. και, στη συνέχεια, οι διάδοχοί του παρέμειναν συνεχώς στη νομή του επίδικου εδαφικού τμήματος των 1.123,18 τετρ. μέτρων, με συνέπεια το ακίνητό τους να έχει πάντοτε πραγματική έκταση 2.000 τετρ. μέτρων περίπου, ανεξάρτητα από την έκταση που από το έτος 1979 και μετά αναγραφόταν στα συμβόλαια, όση δηλαδή έκταση πώλησε και μεταβίβασε, κατά κυριότητα, η Μ. Σ. στο σύζυγό της Δ. Σ. με το παραπάνω …/18-4-1966 συμβόλαιο, η οποία, συνεπώς, καταπάτησε την επίδικη εδαφική έκταση κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-1964 (όταν αγόρασε το ακίνητό της από τον Ι. Μ. με το …/1-9-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντ. Χαρλαύτη) έως τις 18-4-1966 (που το μεταβίβασε στο σύζυγό της Δ. Σ. ). Για την ενίσχυση του ισχυρισμού τους αυτού επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των άλλων, και την 166/1981 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης, λόγω ρυμοτομίας, ιδιοκτησίας Κ. Δ. , στα Ο.Τ… στην …, της Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής, με το από 10/11/1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Γ. που τη συνοδεύει, που συντάχθηκε ύστερα από αίτηση του Κ. Δ. , δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης. Στην πράξη αυτή (και στο τοπογραφικό διάγραμμα) το κοινό όριο των δύο όμορων ακινήτων των διαδίκων φέρεται να έχει μήκος 76,11 μέτρων. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός των αναιρεσειόντων, τον οποίο, να σημειωθεί, προβάλλουν, για πρώτη φορά, στην παρούσα, κατ' έφεση, δίκη, δεν αποδεικνύεται ότι είναι βάσιμος, ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί, κυρίως αναφορικά με την ύπαρξη, συνεχώς από το έτος 1973 έως το 1988, διαχωριστικής συρμάτινης περίφραξης στο κοινό όριο των δύο όμορων ακινήτων των διαδίκων στη γραμμή , Ε'-Ε'' μήκους 58,33 μ. και όχι στην πλευρά Β-Γ-Δ, μήκους 77,97 μ., όπου ανεγέρθηκε ο διαχωριστικός μανδρότοιχος κατά το έτος 1989, και όπου θα έπρεπε να είχε "μετατοπιστεί" η αρχική συρμάτινη, διαχωριστική, περίφραξη, κατά την κοινή πείρα και λογική, αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, από τα παραπάνω τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης δεν δημιουργείται καμία δέσμευση για τους ενδιαφερομένους, σε σχέση με τις ακριβείς επιφάνειες των ακινήτων (α) ρυμοτομούμενων και β) παρόδιων ωφελουμένων, τα όρια τους κλπ. Επισημαίνεται, ότι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει τον ισχυρισμό ότι η αυξομείωση του εμβαδού του ακινήτου τους δικαιολογείται από τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής, εξαιτίας των οποίων επήλθαν σημαντικές μεταβολές στις ιδιοκτησίες, ποτέ, όμως, μετακίνηση του επίμαχου οριακού σημείου, μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων, και συγκεκριμένα η αύξηση του εμβαδού της ιδιοκτησίας τους οφείλεται στη μείωση του πλάτους της οδού … από 20 μέτρα σε 12 και της οδού … από τα 12 στα 10 μέτρα. Όμως, όπως αναφέρει και ο πραγματογνώμονας Δ. Α. στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του και μνημονεύεται στην εκκαλουμένη, δεν έγινε στην περιοχή καμία τροποποίηση ρυμοτομικού διατάγματος, αφού ισχύει το αρχικό εγκεκριμένο σχέδιο πόλης (το από 16-8-1959 διάταγμα) και το πλάτος των οδών Π. και Σ. ήταν πάντα 12μ. και 10 μ., αντίστοιχα. Ο προβαλλόμενος στην κατ' έφεση δίκη ισχυρισμός τους, ότι τούτο οφείλεται σε διαβεβαιώσεις των δικαιοπαρόχων τους Γ. και Φ. Β. , οι οποίοι επέμεναν να αναγραφεί στο σχετικό …/1987 συμβόλαιο η επιφάνεια που είχε αναγραφεί και στο προηγούμενο …/1985 συμβόλαιο (τίτλο κτήσης της κυριότητάς τους από το Ν. Λ. ), αν και γνώριζαν ότι η πραγματική επιφάνεια του ακινήτου που μεταβίβαζαν ήταν 2.000 τετρ. μέτρα περίπου μετά τις διαφοροποιήσεις ως προς το πλάτος των οδών Σ. και Π. , δεν κρίνεται πειστικός, ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί. Άλλωστε, και σε μία τέτοια περίπτωση, δε θα ήταν δικαιολογημένη η πεποίθηση του τέταρτου των αναιρεσειόντων, ότι κτίζει στα όρια του δικού τους ακινήτου, αφού αυτή θα ήταν προϊόν αμέλειάς του και μάλιστα βαριάς, καθόσον θα έπρεπε, λαμβάνοντας τα στοιχειώδη μέτρα επιμέλειας που τηρούνται στις συναλλαγές, να ελέγξει προηγουμένως τα όρια του δικού τους ακινήτου και, συνεπώς, δεν ωφελεί τους αναιρεσείοντες ο ισχυρισμός αυτός, αφού η αμέλεια, οποιασδήποτε μορφής (έστω και η ελαφρά), αποκλείει την καλή πίστη. Κατόπιν αυτών, αποδείχθηκε ότι δε συντρέχει στην επίδικη περίπτωση ο αναγκαίος, για την επιδίκαση κατ' αρθρ. 1010 Α.Κ., όρος του στοιχείου της καλής πίστης, παρά τα όσα για το αντίθετο υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι παραδεκτά προβάλλουν στο Εφετείο ισχυρισμό για την ύπαρξη της προϋπόθεσης της καλής πίστης, αφού για την προϋπόθεση αυτή δεν υφίσταται δεδικασμένο από την προηγούμενη, τελεσίδικη, 6417/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκτός, όμως, απ' αυτά, αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η αναιρεσείουσα άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, την από 13-7-1989 (με αύξ. αριθμ. κατάθ…/17-7-1989) αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της νομής της επί του βορειοδυτικού τμήματος του ακινήτου της, επικαλούμενη ότι οι αντίδικοί της την απέβαλαν παράνομα απ' αυτό με τις αναφερόμενες ενέργειές τους, ήτοι καθαίρεση διαχωριστικού συρμάτινου πλέγματος και έναρξη κατασκευής οικίας τους που κατέλαβε και μικρό τμήμα του δικού της ακινήτου κατά μήνα Σεπτέμβριο 1988, κατασκευή μανδροτοίχου μέσα στο δικό της ακίνητο και όχι στο κοινό όριο, που είχε καθοριστεί με την παραπάνω 103/1973 εφετειακή απόφαση, κατά μήνα Μάρτιο 1989. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 613/1989 απόφαση του παραπάνω Ειρηνοδικείου, κατά παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής ένστασης της ετήσιας παραγραφής του άρθρου 992 ΚΠολΔ, που πρόβαλαν οι καθ' ων η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντες. Οι τελευταίοι ισχυρίζονται, ότι κατά το χρόνο εκείνον που ασκήθηκε και συζητήθηκε η αίτηση (Ιούλιος 1989), η οικοδομή τους είχε ανεγερθεί, αλλιώς βρισκόταν στο στάδιο της αποπεράτωσης, και, συνεπώς, δεν υπήρξε έγκαιρη διαμαρτυρία της αντιδίκου τους κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1010 Α.Κ. που απαιτεί η εν λόγω διαμαρτυρία να γίνεται πριν από την ανέγερση της οικοδομής κατά μεγάλο μέρος. Στο πρωτοβάθμιο, όμως, δικαστήριο οι αναιρεσείοντες δεν είχαν ισχυριστεί τα περιστατικά αυτά, δηλαδή σε ποίο ακριβώς στάδιο βρισκόταν η ανέγερση της οικοδομής τους, όταν η αντίδικός τους άσκησε την παραπάνω αίτηση - διαμαρτυρία της, παρά το γεγονός ότι είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι η διαμαρτυρία αυτή δεν ήταν έγκαιρη, αλλά, αγνοώντας ότι η εν λόγω αίτηση υπέχει και θέση διαμαρτυρίας, ισχυρίστηκαν ότι δεν υπήρξε καθόλου διαμαρτυρία της αντιδίκου τους κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο. Μόνο με την από 25-9-2006 προσθήκη των προτάσεων τους, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, στα πλαίσια της αξιολόγησης της κατάθεσης της μάρτυράς τους Λ. - Ε. Ν. , υποστήριξαν ότι η επίμαχη αίτηση ασκήθηκε "όταν η οικοδομή ευρίσκετο σε προχωρημένο στάδιο" . Η οικοδομή των αναιρεσειόντων δεν είχε ανεγερθεί κατά μεγάλο, ή σημαντικό μέρος τον Ιούλιο του 1989. Οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στις πρωτόδικες προτάσεις - ανταγωγή τους ότι: "... το έτος 1989 αναθεωρήσαμε την εκδοθείσα ήδη το 1988 οικοδομική άδεια και ανεγείραμε διώροφη οικοδομή...", με την επισήμανση ότι η αναθεώρηση έγινε στις 6-12-1989, ενώ και η μάρτυρας Λ. - Ε. Ν. που εξετάστηκε, με την επιμέλειά τους, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέθεσε ότι: "... Το '88 άρχισε να χτίζεται, το '88 μέχρι το '90 τελείωσε ... κατοίκησαν δηλαδή το '90...". Ενόψει αυτών, δεν κρίνονται πειστικά όσα αναφέρουν οι Ν. Ν. και Ι. Τ. στις …/2008 και …/2008 ένορκες βεβαιώσεις τους, ότι δηλαδή τον Ιούνιο του έτους 1989 η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των ελαιοχρωματισμών. Επομένως, εκτός από την προϋπόθεση της "καλόπιστης επέκτασης" της οικοδομής στο γειτονικό γήπεδο, δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την επιδίκαση κατ' αρθρ. 1010 Α.Κ., ούτε και ο άλλος απαιτούμενος όρος, δηλαδή της έλλειψης διαμαρτυρίας από τον κύριο του γειτονικού γηπέδου. Τίποτε το διαφορετικό, αναφορικά με την έλλειψη των απαιτούμενων αυτών σωρευτικά προϋποθέσεων, δεν αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρος των αναιρεσειόντων, τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, τα 613/1989 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, την από 1-6-2008 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α. Τ. με τις επισυναπτόμενες φωτογραφίες της οικίας των τελευταίων και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (τοπογραφικά διαγράμματα, συμβόλαια, εξώδικα κλπ) που επικαλούνται και προσκομίζουν αυτοί. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι: 1) η αναιρεσίβλητη δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητεί την απόδοση του επίδικου ακινήτου, γιατί αυτό, ως μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, είναι υποχρεωτικά προσκυρωτέο στη δική τους ιδιοκτησία και 2) επικουρικά, η αναιρεσίβλητη είναι κυρία του επιδίκου κατά ποσοστό 312/1000 εξ αδιαιρέτου μόνο, γιατί το υπόλοιπο ποσοστό 688/1000 εξ αδιαιρέτου "μεταβιβάστηκε" στην "ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΑΤΕ" με τη …/1996 "πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών" της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Κούσουλα - Παναγάκη, στην οποία είχε ανατεθεί εργολαβικά, με το σύστημα της αντιπαροχής, η ανέγερση στο μη καταπατημένο ακίνητο αυτής, εμβαδού 7.045,63 τετρ. μέτρων, ανεξάρτητων κατοικιών - μεζονέτων με το …/1995 προσύμφωνο και εργολαβικό της ίδιας συμβολαιογράφου (ήδη το ποσοστό αυτό των 688/1000 εξ αδιαιρέτου έχει μεταβιβαστεί από την οικοπεδούχο εφεσίβλητη και την κατασκευάστρια εργολάβο εταιρεία στα αναφερόμενα στις προτάσεις των αναιρεσειόντων πρόσωπα) και, συνεπώς, κατά το ίδιο ποσοστό 312/1000 εξ αδιαιρέτου είναι συγκύρια και στο επίδικο στην περίπτωση που αυτό συνενωθεί με το υπόλοιπο, ήδη αξιοποιημένο,. ακίνητό της, χωρίς, όμως, η κρινόμενη αγωγή να έχει ασκηθεί από όλους τους συγκυρίους ή, έστω, από την πλειοψηφία τους για να αποδοθεί το επίκοινο ακίνητο. Οι ισχυρισμοί αυτοί των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων είναι απορριπτέοι: 1) ο μεν πρώτος, ως μη νόμιμος, διότι η διάταξη του άρθρου 1094 Α.Κ. επιτάσσει "τυφλή" την απόδοση του πράγματος στον κύριο, χωρίς να ενδιαφέρεται για την κατάσταση στην οποία αυτό βρίσκεται, ενόψει και του ότι πρωταρχικός στόχος της διεκδικητικής αγωγής είναι η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας της κυριότητας στην αντικειμενική της υπόσταση, που επιτυγχάνεται και με τη (γρήγορη) επιστροφή του πράγματος στον αληθινό δικαιούχο, ούτε το παρόν Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να επιλύσει, ως παρεμπιπτόντως αναφυόμενο ζήτημα, το αν το επίδικο ακίνητο είναι υποχρεωτικά προσκυρωτέο, μπορεί μόνο να διατάξει την αναστολή της εκκρεμούς δίκης, και 2) ο δεύτερος, επίσης ως μη νόμιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο, διότι μόνο το οικόπεδο των 7.045,63 τετρ. μέτρων, επί του οποίου ανεγέρθηκαν οι ανεξάρτητες κατοικίες - οριζόντιες ιδιοκτησίες από την παραπάνω κατασκευαστική εταιρεία, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, ανήκει σε πολλούς συνιδιοκτήτες, ενώ το επίδικο ακίνητο (προσκυρωτέο, κατά τους εκκαλούντες-αναιρεσείοντες, στην ιδιοκτησία τους) παρέμεινε στην αποκλειστική κυριότητα της αναιρεσίβλητης, όπως και οι ίδιοι αναφέρουν στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη απ' αυτούς από 2/10/2007 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκλησή τους προς τον Προϊστάμενο του Τμήματος Τοπογραφίας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου …, ενώ και στην παραπάνω …/1996 πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, καθώς και στην τροποποιητική αυτής …/1996 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου αναγράφεται, ότι το ακίνητο της εφεσίβλητης, εμβαδού 7.045,63 τετρ. μέτρων, που δόθηκε αντιπαροχή, συνορεύει "βορειοδυτικά, σε τεθλασμένη πλευρά 1-2-3, μήκους 78,22 μ., με καταπατηθείσα ιδιοκτησία της ιδίας και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Π. . Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος εμβαδού 1.123,18 τ.μ., το οποίο περιήλθε σ' αυτή, σε μεγαλύτερη έκταση 8.190,08 τ.μ., από κληρονομική διαδοχή, ότι οι εναγόμενοι-αντενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, από τους οποίους οι δεύτερος και τρίτη είναι ψιλοί συγκύριοι και οι πρώτη και τέταρτος είναι επικαρπωτές ενός ακινήτου, που βρίσκεται βορειοδυτικά από το άνω ακίνητο της αναιρεσίβλητης, κατέλαβαν το βορειοδυτικό τμήμα του ακινήτου της αναιρεσίβλητης εμβαδού 1.123,18 τ.μ., όπου κατασκεύασαν κολυμβητική δεξαμενή (πισίνα) και ράμπα πρόσβασης στο υπόγειο της οικίας τους, παρά τις έγκαιρες διαμαρτυρίες της αναιρεσίβλητης κυρίας του γειτονικού γηπέδου, ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δικαιολογημένα - καλόπιστα σχημάτισαν την πεποίθηση, ότι ήταν κύριοι του καταληφθέντος εδαφικού τμήματος ως περιλαμβανόμενου στα όρια του δικού τους ακινήτου και ότι η οικοδομή των αναιρεσειόντων δεν είχε ανεγερθεί κατά μεγάλο μέρος τον Ιούλιο του 1989. Κατόπιν τούτου, απέρριψε την ανταγωγή των αναιρεσειόντων και δέχτηκε την διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094 και 1010 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη, της επέκτασης της αναφερόμενης οικοδομής των αναιρεσειόντων στο επίδικο εδαφικό τμήμα του γειτονικού οικοπέδου της αναιρεσίβλητης παρά τις διαμαρτυρίες της, πριν ανεγερθεί η οικοδομή αυτή κατά μεγάλο μέρος και της μη απόδειξης, ότι οι αναιρεσείοντες με καλή πίστη σχημάτισαν την πεποίθηση, ότι ήταν κύριοι του καταληφθέντος εδαφικού τμήματος ως περιλαμβανόμενου στα όρια του δικού τους ακινήτου. Ειδικότερα, στην απόφαση σαφώς αναφέρεται, ότι με τελεσίδικη απόφαση του 2011 η αναιρεσίβλητη αναγνωρίστηκε κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος εμβαδού 1.123,18 τ.μ., ότι οι εναγόμενοι-αντενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, από τους οποίους οι δεύτερος και τρίτη είναι ψιλοί συγκύριοι και οι πρώτη και τέταρτος είναι επικαρπωτές ενός ακινήτου, που βρίσκεται βορειοδυτικά από το άνω ακίνητο της αναιρεσίβλητης εμβαδού 1249,81 τ.μ., το μήνα Σεπτέμβριο του 1988 καθαίρεσαν το συρματόπλεγμα που διαχώριζε το ακίνητό τους από το ακίνητο της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια, αντί να ανεγείρουν διαχωριστικό των ακινήτων αυτών μανδρότοιχο στο κοινό όριο, τον κατασκεύασαν μέσα στο ακίνητο της αναιρεσίβλητης και με τον τρόπο αυτό κατέλαβαν το βορειοδυτικό τμήμα του ακινήτου της αναιρεσίβλητης εμβαδού 1.123,18 τ.μ. (επίδικο). Ότι ακολούθως, στο τμήμα αυτό μεταξύ της οικίας τους και του μανδρότοιχου κατασκεύασαν κολυμβητική δεξαμενή (πισίνα) και ράμπα πρόσβασης στο υπόγειο της οικίας τους, παρά τις έγκαιρες διαμαρτυρίες της αναιρεσίβλητης, ότι ανήγειραν την οικοδομή επεκτείνοντας αυτή στο ακίνητο της αναιρεσίβλητης, χωρίς να αποδεικνύεται δικαιολογημένη (καλόπιστη) πεποίθηση των αναιρεσειόντων, ότι κτίζουν μέσα στα όρια του ακινήτου τους. Ότι δεν έγινε στην περιοχή καμία τροποποίηση ρυμοτομικού διατάγματος, αφού ισχύει το αρχικό εγκεκριμένο σχέδιο πόλης από 16-8-1959, ότι το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να επιλύσει, ως παρεμπιπτόντως αναφυόμενο ζήτημα το αν το επίδικο ακίνητο είναι υποχρεωτικά προσκυρωτέο στο ακίνητο των αναιρεσειόντων, και ότι η οικοδομή των αναιρεσειόντων δεν είχε ανεγερθεί κατά μεγάλο (σημαντικό) μέρος τον Ιούλιο του 1989, οπότε ασκήθηκε και συζητήθηκε η σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της αναιρεσίβλητης κατ' αυτών. Επομένως, οι συναφείς πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερος, κατά το πρώτο και τέταρτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, και δεύτερος κατά το τρίτο και πέμπτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι της αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, ο από τη διάταξη 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι το επίδικο ακίνητο είναι μη άρτιο και οικοδομήσιμο και υποχρεωτικώς προσκυρωτέο στο δικό τους γειτονικό ακίνητο, και ότι κατέχουν το επίδικο ακίνητο δυνάμει του δημοσίου δικαιώματός τους προσκυρώσεως αυτού. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, ενώ περαιτέρω κατά το άρθρο 441 ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που συντάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 439 για τη σύσταση ή τη βεβαίωση δικαιοπραξίας αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές. Ο αμέσως, όμως, πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εγγράφου, κρίνει ότι αυτό δεν περιέχει στοιχεία που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο, λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο "δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στην με αριθμό …/1981 πράξη ταυτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Κ. Δ. στα οικοδομικά τετράγωνα …του Δήμου …, που εκδόθηκε από την Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής και αποτελεί δημόσιο έγγραφο, καθώς και από το συνοδεύον αυτήν από 10-11-1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Γ. , που επίσης αποτελεί δημόσιο έγγραφο, στα οποία το κοινό όριο των δύο οικοπέδων στις 10-11-1981 ήταν 76,11 μέτρων, με αποτέλεσμα να απορρίψει τον ισχυρισμό τους, ότι η αναφερόμενη 103/1973 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν υλοποιήθηκε ποτέ εν τοις πράγμασι και ότι οι δικαιοπάροχοί τους παρέμεναν συνεχώς στη νομή της επίδικης εδαφικής λωρίδας και ότι η λωρίδα αυτή παρέμενε συνεχώς συνενωμένη με το οικόπεδό τους". Όμως, κατά του ως άνω περιεχομένου της επικαλούμενης 166/1981 πράξης ταυτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας χωρεί ανταπόδειξη, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να προσβληθεί το ως άνω έγγραφο ως πλαστό. Συνεπώς, το Εφετείο, που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενο, "ότι με βάση τα συμβόλαια που έγιναν από το έτος 1964 μέχρι το έτος 1985 και τα τοπογραφικά διαγράμματα, που εκπονήθηκαν κατά το ίδιο διάστημα, υπήρχε συρμάτινη διαχωριστική περίφραξη στο κοινό όριο των δύο όμορων ακινήτων μήκους 58,33 μέτρων", δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια της παραβίασης των προεκτεθεισών διατάξεων σχετικά με την αποδεικτική δύναμη του προαναφερόμενου τοπογραφικού διαγράμματος, γι' αυτό και ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-12-2008 αίτηση των αναιρεσειόντων Μ.-Ι. συζ. Φ.-Κ. Π. κ.λ.π. για αναίρεση της 6461/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ