Αριθμός 1493 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α. Της αναιρεσείουσας: Εδρεύουσας στην Αθήνα, Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ" νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευθύμιο Καραΐσκο και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Γ. του Δ. και 2 Φ. συζ. Κ. Γ.,το γένος Ν. Γ., ως νομίμων εκπροσώπων και ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Ν. Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χρήστο Πουλακίδα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Β. Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικόλαο Φραγκάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ,2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Γ. του Δ. και 2 Φ. συζ. Κ. Γ., το γένος Ν. Γ., ως νομίμων εκπροσώπων και ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Ν. Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χρήστο Πουλακίδα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2006 κύρια αγωγή των υπό στοιχεία Α και Β ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 20-12-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 510/2007 μη οριστική και 580/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 393/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 23-11-2011 αίτησή της, και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 29-11-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε τις από 31-10-2012 εκθέσεις, του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση, Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλου, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των από 23-11-2011 και 29-11-2011 αιτήσεων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης α) από 23.11.2011 και με αριθμό κατάθεσης 97/2011 της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Ένωσις Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ασφάλειαι Μινέττα" και β) από 29.11.2011 και με αριθμό κατάθεσης 101/2011 της Μ. Μ., οι οποίες στρέφονται κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α Κ.Πολ.Δ. υπ' αριθμ. 393/2011 απόφασης του Εφετείου Πατρών, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246, 573 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα κατωτέρω για εκάστη τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.- ΙΙ.- Οι διατάξεις των άρθρων 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ. ορίζουν, πλην άλλων, ότι το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, παράγεται δε αυτό μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τις διατάξεις αυτές και εκείνες των άρθρων 914 και 929 του Α.Κ., προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής για αποζημίωση, λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία του, που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο, για τον οποίο και επιδικάσθηκε αποζημίωση, όχι όμως και για τον μεταγενέστερο, κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν κατέστησαν αντικείμενο έρευνας στην τελεσιδίκως κριθείσα προγενέστερη αγωγή (ΑΠ 715/2000, ΑΠ 1033/1998, ΑΠ 185/1994). Περαιτέρω, από τις ίδιες παραπάνω δικονομικές διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 932 του Α.Κ., προκύπτει ότι το δεδικασμένο το οποίο παράγεται από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του τραυματισθέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα, δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίωξη περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης. Προϋπόθεση, όμως, γι' αυτό είναι, ότι οι συνέπειες της αδικοπραξίας και της ηθικής βλάβης εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο που επιδίκασε την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση. Κατά συνέπεια, μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας, που δεν ήσαν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπόψη σε προηγούμενη δικαστική απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, έστω και αν στην προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον (ΑΠ 268/2008).- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσαγόμενης από τα διάδικα μέρη υπ' αριθμ. 854/2002 τελεσίδικης (και αμετάκλητης) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20.8.2001 προγενέστερης αγωγής μεταξύ και των ήδη διαδίκων και αφορούσε την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ο ανήλικος ενάγων, ο οποίος νόμιμα εκπροσωπείται από τους ασκούντες την γονική μέριμνα αυτού ήδη αναιρεσίβλητους αμφοτέρων των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης γονείς του, προκύπτει ότι με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι στις 19.12.2000 η ήδη αναιρεσείουσα της δεύτερης των προαναφερομένων αιτήσεων αναίρεσης Μ. Γ. Μ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γένεσης αστικής ευθύνης της έναντι τρίτων κατά την κυκλοφορία του στην ήδη αναιρεσείουσα της πρώτης των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Ένωσις Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ασφάλειαι Μινέττα", από αποκλειστική υπαιτιότητά της (αμέλεια) έγινε πρόξενος τροχαίου ατυχήματος, κατά το οποίο συγκρούσθηκε με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε και ο ανήλικος παθών - ενάγων Ν. Γ. Ο ανήλικος αυτός, ηλικίας τότε 4 ετών, τραυματίσθηκε κατά την σύγκρουση και υπέστη κάταγμα κάτω γνάθου και διακομίσθηκε κατ' αρχή στο Καραμανδάνειο Παιδιατρικό Νοσοκομείο Πατρών, πλην όμως, επειδή βρισκόταν σε υπνηλιακή - διεγερτική κατάσταση και υπήρχε αδυναμία επικοινωνίας, διακομίσθηκε στο Π.Π.Π.Ν. Ρίου Πατρών όπου υποβλήθηκε δύο φορές σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και τελικά στις 27.12.2000 εισήχθη σε καλή γενικά κατάσταση στη γναθοχειρουργική κλινική του τελευταίου ως άνω νοσοκομείου, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική ανάταξη και οστεοσύνθεση του κατάγματος με πλάκα τιτανίου που του αφαιρέθηκε μετά οκτάμηνο, οι δε έλεγχοι συνεχίσθηκαν ανά εξάμηνο και θα χρειασθεί μετεγχειριτική παρακολούθηση κατά τακτά χρονικά διαστήματα μέχρι την ηλικία των 18 ετών. Με βάση τις παραδοχές αυτές η ως άνω 854/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών επιδίκασε στον ενάγοντα - παθόντα ανήλικο τα ποσά α) των 1.928,13 ευρώ για θετική ζημία (δαπάνη νοσηλείας, βελτιωμένη τροφή) και β) 11.738,81 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω του τραυματισμού του στο ατύχημα. Από την απόφαση αυτή παράγεται δεδικασμένο ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο τραυματισμός του ενάγοντος ανηλίκου, ως προς την υπαιτιότητα της εναγόμενης οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και ήδη αναιρεσείουσας Μ. Μ. και ως προς τις επιδικασθείσες ως άνω αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, που αφορούν τον οριοθετηθέντα με την ως άνω πρώτη αγωγή χρόνο, για τον οποίο και επιδικάσθηκαν αυτές. Από την εν λόγω, όμως, απόφαση δεν παράγεται δεδικασμένο για τις προβληθείσες με την από 30.6.2006 αγωγή μεταγενέστερες ένδικες αξιώσεις του ανηλίκου ενάγοντος - παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής, οφειλόμενες σε περιπλοκές της υγείας του παθόντος, και που οδήγησαν σε ολική και μόνιμη αναπηρία, που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο εκείνο κατά το χρόνο έκδοσης της προηγούμενης ως άνω 854/2002 τελεσίδικης απόφασης, ώστε δεν κρίθηκαν με αυτή, αφού δεν ήταν αναμενόμενη εξέλιξη. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω και με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, το Εφετείο, το οποίο κλήθηκε να δικάσει την υπόθεση για τις μεταγενέστερες αξιώσεις του ενάγοντος και το οποίο με την πληττόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο το οποίο παράγεται από την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ως προς την έκταση των ζημιών του παθόντος ενάγοντος, συμπεριλαμβανομένης σ' αυτή (έκταση ζημιών) και της αξίωσης για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον ταυτόσημο πρώτο λόγο αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.- ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1741/2006 Ελλ.Δνη 48.781, ΑΠ 1197/2005 Ελλ.Δνη 48.1654). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση συγχωρείται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος στην πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, όταν οι αποδιδόμενες στην απόφαση πλημμέλειες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές συμπεράσματος, αρκεί το τελευταίο να διατυπώνεται με σαφήνεια.- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, πλην άλλων και τα ακόλουθα : Ότι ο ανήλικος ενάγων μετά το ένδικο τροχαίο ατύχημα στις 19.12.2000 μεταφέρθηκε στην παιδοχειρουργική κλινική του "Καραμανδάνειου" νοσοκομείου παίδων Πατρών. Λόγω όμως υπνηλικής - διεγερτικής κατάστασης και αδυναμίας επικοινωνίας διακομίσθηκε στη νευροχειρουργική κλινική του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ρίου Πατρών. Εκεί του έγινε αξονική τομογραφία εγκεφάλου - σπλαχνικού κρανίου, όπου αναδείχθηκε κάταγμα κάτω γνάθου, χωρίς αιμορραγικές θλάσεις στον εγκέφαλο οπότε και διακομίσθηκε ξανά στο Καραμανδάνειο για παρακολούθηση. Ότι στις 20.12.2000 λόγω της εμμένουσας υπνηλίας διακομίσθηκε εκ νέου για επανεκτίμηση στη Ν/Χ κλινική του Π.Π.Γ.Ν.Π., όπου του έγινε δεύτερη αξονική τομογραφία εγκεφάλου, χωρίς παθολογικά ευρήματα. Παρέμεινε δε δύο 24ωρα στη Ν/Χ κλινική του Π.Π.Γ.Ν.Π. και σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 7561/5.4.2007 πιστοποιητικό του Διευθυντή αυτής νευροχειρουργού Θ. Μ. βρέθηκε να φέρει κρανιοεγκεφαλική κάκωση με εγκεφαλική διάσειση, θλάση μαλακών μορίων αριστερής κροταφοβρεγματικής χώρας και κάταγμα κάτω γνάθου. Επανήλθε στην Π/Χ κλινική του Καραμανδάνειου για παρακολούθηση σε βελτιωμένη κλινική κατάσταση και στις 27.12.2000 μεταφέρθηκε σε καλή γενικά κατάσταση στη γναθοχειρουργική κλινική του Π.Π.Γ.Ν.Π. για αντιμετώπιση του κατάγματός του. Ότι περαιτέρω, σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. 18/3.1.2001 και 88/7.1.2002 πιστοποιητικά της γναθοχειρουργικής κλινικής του Π.Π.Γ.Ν.Πατρών ο ανήλικος ενάγων υποβλήθηκε σε χειρουργική ανάταξη και οστεοσύνθεση του κατάγματος με γενική αναισθησία και χρήση πλάκας τιτανίου που αφαιρέθηκε μετά οκτάμηνο και σύσταση για μετεγχειρητική παρακολούθηση ανά εξάμηνο μέχρι και την ηλικία των 18 ετών. Ότι τον Σεπτέμβριο του 2002 ο ανήλικος σε ηλικία έξι ετών εγγράφηκε για πρώτη φορά στην πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου ..., όπου όμως δεν είχε πρόοδο λόγω μαθησιακής του αδυναμίας. Στη συνέχεια, επειδή ο ανήλικος εμφάνιζε προβλήματα συμπεριφοράς, στις 12.6.2003 εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία της παιδοψυχιατρικής κλινικής του Π.Π.Γ.Ν.Π. και σύμφωνα με το υπ' αριθμ.πρωτ. 4876/12.6.2003 πιστοποιητικό αυτής βρέθηκε να πάσχει από ψυχωτική διαταραχή, οφειλόμενη σε γενική σωματική κατάσταση (αποδιοργανωμένη σκέψη και συμπεριφορά μετά από τροχαίο ατύχημα), ενώ σύμφωνα με το ιστορικό που ανέφεραν οι γονείς του και καταγράφηκε, τα συμπτώματα αυτά άρχισαν ένα έτος νωρίτερα, δηλαδή το έτος 2002, αναφέροντας δύο επεισόδια απώλειας συνείδησης. Ότι η κατάστασή του, σύμφωνα με το ως άνω πιστοποιητικό, κρίθηκε ως οργανικό ψυχοσύνδρομο μετά τροχαίο ατύχημα και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή με ολανζαπίνη. Η αγωγή αυτή του χορηγήθηκε επί 1,5 έτος περίπου με σχετική βελτίωση της κλινικής του κατάστασης, χωρίς όμως να υπάρξει πλήρης αποκατάσταση. Ότι, ωστόσο, από τον Ιανουάριο του 2005 και στο εξής παρουσιάσθηκε μεταστροφή προς το χειρότερο της υγείας του, αφού σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις της λέκτορος της παιδοψυχιατρικής του Π.Π.Γ.Ν.Π. Α. Κ. ο ενάγων στις μηνιαίες εξετάσεις του εμφανίζεται με αποδιοργανωμένη σκέψη, λόγο, συμπεριφορά, απώλεια συνείδησης και αδυναμία επικοινωνίας, που οφείλονται στη σωματική κατάστασή του μετά τις βαριές σωματικές βλάβες που υπέστη στο ένδικο τροχαίο ατύχημα (οργανικό ψυχοσύνδρομο), γι' αυτό και συνέχισε την ίδια ως άνω φαρμακευτική αγωγή. Στις 2 και 3 Μαρτίου 2006 και ενώ ο ενάγων ανήλικος βρισκόταν για τρίτο συνεχές σχολικό έτος στην πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου, λόγω αδυναμίας του κατοχής του γνωστικού αντικειμένου, τις ημερομηνίες αυτές υπήρξαν δύο διαδοχικά περιστατικά κατά τα οποία ο ανήλικος εμφάνισε συμπτώματα υπνηλίας και οι δάσκαλοί του υποχρεώθηκαν να τον μεταφέρουν στο σπίτι του. Έκτοτε ο ανήλικος περιήλθε σε πλήρη αδυναμία. Ότι ειδικότερα εξεταζόμενος στις 15.5.2006 στα εξωτερικά ιατρεία της νευρολογικής κλινικής "βρέθηκε να πάσχει από ψύχωση ΜΠΑ (μη προσδιοριζομένη αλλιώς σύμφωνα με το DSMN) στα πλαίσια οριακής διαταραχής της προσωπικότητας. Λόγω της κατάστασης χρήζει επίβλεψη και παρακολούθηση καθ' όλο το 24ωρο (μειωμένη). Ο ασθενής εμφανίζει επίσης διαταραχή νοημοσύνης και πολυτοξικότητα, χρήζει αποτοξίνωση. Τα ανωτέρω είναι συνέπεια τροχαίου ατυχήματος (αριθμ. 3862/15.5.2006 πιστοποιητικό της νευρολόγου Τ. Ε. του Π.Π.Γ.Ν.Πατρών)". Ότι στη συνέχεια στις 25.5.2006 ο ενάγων αφού εξετάσθηκε και πάλι στα εξωτερικά ιατρεία της πανεπιστημιακής νευρολογικής κλινικής του Π.Π.Γ.Ν.Π. από τη λέκτορα της παιδοψυχιατρικής Α. Κ. βρέθηκε να πάσχει από ψυχωτική διαταραχή, οφειλόμενη σε γενική σωματική κατάσταση (αποδιοργανωμένη συμπεριφορά, σκέψη, λόγος) μετά από τροχαίο ατύχημα - βαριές κακώσεις. Έτσι η μεταγενέστερη αυτή εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος και οι δυσμενείς συνέπειές της είχαν ως αποτέλεσμα να περιέλθει αυτός σε μόνιμη και ολική αναπηρία και απώλεια της νοητικής και ψυχικής ακεραιότητάς του. Ότι αυτό βεβαιώνεται και στο νεότερο υπ' αριθμ. 1858/27.2.2007 πιστοποιητικό της ως άνω λέκτορος, κατά το οποίο στις 27.7.2007 βρέθηκε να πάσχει από ψυχωτική διαταραχή, οφειλόμενη σε γενική σωματική κατάσταση, αποδιοργανωμένη σκέψη και συμπεριφορά μετά από τροχαίο ατύχημα και βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή με ολανζαπίνη και παρακολούθηση. Ότι στην υπ' αριθμ. πρωτ. 9804/23.10.2007 νευροψυχολογική γνωμάτευση της ψυχιατρικής κλινικής του Π.Π.Γ.Ν.Π. που υπογράφουν ο κλινικός νευρολόγος Λ. Μ. και η ψυχολόγος Α. Π., αναφέρεται ως συμπέρασμα ότι ο ενάγων παρουσιάζει νοητική καθυστέρηση βαριάς μορφής με δείκτη νοημοσύνης μικρότερο από 30, ότι η προσαρμοστική λειτουργικότητά του παρουσιάζει σημαντική έκπτωση και ότι χρήζει 24ωρης επίβλεψης. Στη συνέχεια το Εφετείο εκθέτει τις διαπιστώσεις του παιδοψυχίατρου Κ. Σ. και του τεχνικού συμβούλου του ενάγοντος, νευρολόγου Ν. Μ., ο μεν πρώτος των οποίων κάνει λόγο για ασυλιακή γενικά εικόνα του ενάγοντος χωρίς δυνατότητα επαφής με το περιβάλλον του και ο δεύτερος αφού αναφέρεται σε βαριάς μορφής νοητική καθυστέρηση του ενάγοντος και αφού εκθέτει ότι από την μελέτη του ιατρικού ιστορικού του ενάγοντος πριν και μετά το ατύχημα δεν προκύπτει ότι έπασχε από κάποια νοσογόνο πάθηση οργανικού ψυχοσυνδρόμου, ούτε ότι είχε υποστεί άλλο τραυματισμό, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτός (ενάγων) έχει υποστεί ολική μόνιμη αναπηρία, τα αίτια της οποίας έχουν καταγραφεί μετά τον τραυματισμό του το έτος 2000 και αφορούν την έκπτωση των ανώτερων νοητικών λειτουργιών και ψυχωτική συνδρομή, οφειλόμενη σε σωματική βλάβη, είναι δε απότοκος (η κατάσταση αυτή) και συνδέεται με όψιμη μετατραυματική συνδρομή στο τροχαίο ατύχημα του 2000. Εκθέτει δε ακόμη το Εφετείο τις απόψεις του ως άνω παιδοψυχίατρου Κ. Σ. και του ιατρού εντατικολόγου παίδων Α. Η., ο πρώτος των οποίων επισημαίνει την πιθανότητα μικρών - μικρών εγκεφαλικών βλαβών από το ατύχημα, που έπρεπε να ερευνηθούν με ειδικές εξετάσεις εγκεφάλου και δεν αποκαλύπτονται εύκολα ("σύνδρομο του μποξέρ"), πράγμα (ειδικές εξετάσεις εγκεφάλου) που παραλείφθηκε στην περίπτωση του ενάγοντος ανηλίκου και ο δεύτερος αναφέρεται α) στην ανάγκη ειδικών ιατρικών εξετάσεων σε περίπτωση κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων ιδιαίτερα επί παιδιών που είναι ευκολότερο να αναπτύξουν ψυχιατρική νόσο από κάκωση στον εγκέφαλο, β) στο ότι ο μόνος τρόπος αξιολόγησης της πρώτης εικόνας ενός παιδιού μετά από κρανιοεγκεφαλική κάκωση (Κ.Ε.Κ.) είναι η κλίμακα Γλασκώβης και γ) στο ότι στη συνέχεια τα παιδιά θα πρέπει να υποβάλλονται σε ειδικά κέντρα σε συνεχή νευρολογικό και ψυχιατρικό έλεγχο. Με βάση δε τα ανωτέρω υπ' αυτού (Εφετείου) δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο εκείνο έκρινε, με τις παρακάτω κατά ακριβή αντιγραφή εκτιθέμενες σκέψεις του, ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ενδίκου ατυχήματος και της μετέπειτα δυσμενούς εξέλιξης της υγείας του ανηλίκου ενάγοντος και ειδικότερα (έκρινε) ότι : "Περαιτέρω από την αλληλουχία των γεγονότων και των ως άνω ιατρικών πιστοποιητικών, τα αίτια της μεταγενέστερης δυσμενούς εξέλιξης, με τις επιζήμιες συνέπειες που είχε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής πρέπει να αναζητηθούν στο ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα ο τετραετής ανήλικος ο οποίος μέχρι το χρόνο του ατυχήματος δεν είχε κάποιο πρόβλημα, κατά τη νοσηλεία του μετά το ατύχημα και το σοβαρό τραυματισμό του στο κεφάλι, εμφάνισε έντονα συμπτώματα εμμένουσας υπνηλίας που δεν μπόρεσαν να αξιολογηθούν γιατί σε δύο αξονικές τομογραφίες που υποβλήθηκε δεν ανέδειξαν κάποιο πρόβλημα βλάβης στον εγκέφαλο. Πλην όμως σύμφωνα με τις ως άνω γνωματεύσεις ιατρών η αξονική τομογραφία του εγκεφάλου δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ανιχνεύσει νευροψυχιατρικά προβλήματα, πολλές δε φορές ούτε και αυτή τη βλάβη, ούτε μπορεί να διαγνώσει τις βλάβες του εγκεφάλου σε κυταρικό επίπεδο και ο μόνος τρόπος αξιολογήσεως του ανηλίκου μετά κρανιοεγκεφαλική κάκωση είναι η κλίμακα της Γλασκώβης και σε ειδικά κέντρα για συνεχή νευρολογικό και ψυχιατρικό έλεγχο. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο ο ενάγων εμφάνισε κάποια βελτίωση χωρίς να υπάρξει ποτέ πλήρης αποκατάσταση. Αναφερόμενοι στη συμπεριφορά του μετά το ατύχημα οι Ε. Π. και Φ. Γ. στην ως άνω 8099/2009 ένορκη βεβαίωση αναφέρουν ότι ποτέ δεν έγινε όπως πριν, σταδιακά έδειξε κάποια βελτίωση, πήγαινε σχολείο και άρχισε να παίζει με τα άλλα παιδιά, δεν μπορούσε όμως πολύ γιατί δεν ήταν καλά και εμφάνιζε κάποια προβλήματα μέχρι το έτος 2006 που ουσιαστικά κατέρρευσε. Στη συνέχεια στη διάρκεια του έτους 2002 ο ενάγων εμφάνισε δύο επεισόδια απώλειας συνείδησης, τα οποία δεν αξιολογήθηκαν, αναφέρθηκαν όμως ως περιστατικά από τους γονείς του σε ανύποπτο χρόνο κατά την εξέτασή του στις 12 - 6 - 2003 στη νευροψυχιατρική κλινική του Π.Π.Γ.Ν.Π. Κατά την τελευταία εξέταση της 12 - 6 - 2003 διαγνώσθηκε ότι ο ενάγων εμφανίζει ψυχωτική διαταραχή, οφειλόμενη σε γενική σωματική κατάσταση μετά τροχαίο ατύχημα (οργανικό ψυχοσύνδρομο). Η κατάσταση αυτή αρχικά κρίθηκε ιάσιμη, γι' αυτό και αντιμετωπίσθηκε με τη χορήγηση του φαρμάκου ολανζαπίνη, και ενώ υπήρξε σχετική βελτίωση επί διάστημα 1,5 έτους, μέχρι που το έτος 2005 εμφάνισε μεταστροφή προς το χειρότερο, ενώ από το Μάρτιο 2006 έπαψε να πηγαίνει σχολείο και να παρακολουθεί τα μαθήματα λόγω συμπτωμάτων υπνηλίας, ενώ από το Μάιο 2006 διαγνώσθηκε ότι η ως άνω κατάσταση ψυχωτικής διαταραχής και βαριάς νοητικής καθυστέρησης που έπαψε πλέον να μιλά και επικοινωνεί με το περιβάλλον του, αποτελούν κατάσταση μόνιμης ολικής αναπηρίας. Κατόπιν των ανωτέρω ελέγχεται αβάσιμο το συμπέρασμα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του ιατρού νευροχειρουργού Θ. Μ.. Ειδικότερα αυτός έκρινε ότι η ψυχωτική συνδρομή που εμφάνισε ο ανήλικος ενάγων δεν είναι δυνατόν να είναι απότοκος του ενδίκου τραυματισμού του της 19-12-2000, γιατί δεν υπάρχει χρονική συνάφεια αφού από τον τραυματισμό του το Δεκέμβριο 2000 και μέχρι την εκδήλωση της ψυχωτικής συνδρομής τον Απρίλιο 2006 κατά το διάστημα που μεσολάβησε ο ανήλικος δεν εμφάνισε καμία ψυχολογική διαταραχή και παρακολουθούσε κανονικά τα μαθήματα του σχολείου. Αυτό όμως δεν ευσταθεί, αφού μετά τον τραυματισμό του ο ανήλικος εμφάνισε έντονα συμπτώματα υπνηλίας, που μόνο με βλάβη του εγκεφάλου μπορεί να συνδυαστούν, υπήρξαν τα συμπτώματα (2) του έτους 2002, ακολούθησε μετά την αρνητική συμπεριφορά του ανηλίκου η εξέταση της 12-6-2003 με τη διάγνωση της ψυχωτικής διαταραχής, η χορήγηση συνεχούς φαρμακευτικής αγωγής με σχετική βελτίωση, χωρίς να υπάρξει αποκατάσταση, η επιδείνωση του έτους 2005 και η τελική κατάληξη του έτους 2006. Επίσης, δεν ευσταθεί ότι ο τραυματισμός του ανηλίκου δεν είναι σοβαρός, που να δικαιολογεί την εμφάνιση οργανικού ψυχοσυνδρόμου, αφού στα ως άνω ιατρικά πιστοποιητικά αναφέρεται ως σοβαρός και ότι υπέστη βαριές σωματικές κακώσεις, ενώ η εμφάνιση οργανικού ψυχοσυνδρόμου και γενικά ψυχιατρικής νόσου μετά τραυματισμό στο κεφάλι είναι δυνατή και μετά ελαφρά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Τέλος, το αναφερόμενο στο από 15-5-2006 ιατρικό πιστοποιητικό της νευρολόγου Ε. Τ., ότι ο ανήλικος εμφανίζει πολυτοξικομανία, μόνο με τη λήψη του ως άνω ψυχοφαρμάκου - ολανζαπίνη μπορεί να συνδυαστεί, χωρίς όμως να προκύπτει διακοπή της χορήγησής του ή μείωση της δοσολογίας του. Ύστερα από τα ανωτέρω υφίσταται κατά την κρίση του Δικαστηρίου αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του αναφερομένου στην αγωγή τραυματισμού το έτος 2000 του ενάγοντος ανηλίκου και της επελθούσας ως άνω μόνιμης αναπηρίας του λόγω ψυχωτικής διαταραχής και βαριάς νοητικής καθυστέρησης που τα τελευταία είναι αποτελέσματα του σοβαρού τραυματισμού του στο κεφάλι". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της κρίσης του ως προς το ότι τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του τραυματισμού του ανηλίκου ενάγοντος, που έλαβε χώρα στις 19.12.2000, και της επελθούσας μόνιμης αναπηρίας του λόγω ψυχωτικής διαταραχής και βαριάς νοητικής καθυστέρησης, τα οποία (ψυχωτική διαταραχή και βαριά νοητική καθυστέρηση) και είναι αποτελέσματα του σοβαρού τραυματισμού του. Ορθώς δε, μετά και από αναφορά στην ψυχοσωματική κατάσταση του ανηλίκου πριν το ένδικο ατύχημα και επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην έννοια της αιτιώδους συνάφειας και ουδόλως παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προπαρατεθείσες στην αρχή της παρούσας υπ' αριθμ. ΙΙΙ σκέψης διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ. Τα αντιθέτως, συνεπώς, υποστηριζόμενα με τα τρία σκέλη του ταυτόσημου δεύτερου λόγου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α', β' και 19 του Κ.Πολ.Δ., των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.- IV.- Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914, 937 ΑΚ και 10 § § 1, 2 Ν.489/1976 συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής, εφόσον κατευθύνεται κατά του υπαιτίου προσώπου, είναι πενταετής και αρχίζει αφότου ο παθών έμαθε τη ζημιά και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, κατά δε του ασφαλιστή, σε περίπτωση αδικοπραξίας από τροχαίο ατύχημα, είναι διετής από το ατύχημα (άρθρ. 10 § 2 Ν.489/1976) και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημιές ενιαίως. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο, δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία, όχι δε και για άλλες αξιώσεις προς αποζημίωση από την ίδια αιτία, που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, έστω και αν, ως προς τις τελευταίες, είχε διατυπωθεί επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξή τους. Εξαίρεση υπάρχει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ζημιά είναι απρόβλεπτη, οπότε ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους κοινούς κανόνες, η οποία ( παραγραφή ) και αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα, αν δε πρόκειται για αξίωση αποζημίωσης κατά ασφαλιστή, η παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς κατάστασης του παθόντος (ΑΠ 39/2007).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον ταυτόσημο τρίτο λόγο αμφοτέρων των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, προσάπτεται στο Εφετείο, με το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρετική πλημμέλεια του ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του χρόνου γνώσης εκ μέρους των ασκούντων την γονική μέριμνα επί του ανηλίκου ενάγοντος της δυσμενούς εξέλιξης της κατάστασης της υγείας του και των επιζήμιων συνεπειών αυτής, το οποίο ζήτημα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στο θέμα της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του παθόντος ανηλίκου έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας και της υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, και με το δεύτερο σκέλος του ότι με την απόρριψη της ένστασης παραγραφής παραβιάσθηκαν οι προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι ως προς το εν λόγω ζήτημα το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα και ειδικότερα : Ότι οι προαναφερόμενες στην υπ' αριθμ. ΙΙΙ σκέψη της παρούσας δυσμενείς συνέπειες εκ του τραυματισμού του ανηλίκου και η επελθούσα εφ' όρου ζωής αναπηρία αυτού δεν μπορούσαν, κατά τους κοινούς κανόνες, να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της προηγούμενης από 20.8.2001 αγωγής του, που συζητήθηκε στις 17.5.2002 και έτσι οι νεότερες απρόβλεπτες επιζήμιες συνέπειες λόγω της αναπηρίας του δεν κρίθηκαν με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 854/2002 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που επιδίκασε αποζημίωση λόγω του αρχικού τραυματισμού του ενάγοντος ανηλίκου στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, και κατά συνέπεια δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αυτή. Ότι η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς κατάστασης, με τις συνέπειες που είχε, κατέστη αντικειμενικά δυνατή από τον Μάιο του 2006 με τις ιατρικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο ανήλικος και την έκδοση των αναφερομένων στην υπ' αριθμ. ΙΙΙ σκέψη της παρούσας από 15.5.2006 και 25.5.2006 ιατρικών πιστοποιητικών - γνωματεύσεων, όταν διαγνώσθηκε η αναπηρία του ανηλίκου λόγω ψυχωτικής διαταραχής και καθυστερημένης νοημοσύνης ως ανίατη πλέον κατάσταση, απότοκος του τραυματισμού του στο κεφάλι κατά το ένδικο ατύχημα του έτους 2000. Ότι τον μήνα Μάιο του έτους 2006 οι ασκούντες την γονική μέριμνα του ανηλίκου έλαβαν γνώση των ως άνω δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειας αυτών, με τον τραυματισμό του ανηλίκου κατά το ατύχημα. Ότι έκτοτε, δηλαδή από τον Μάιο του 2006, άρχισε νέα παραγραφή των νεοτέρων ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος από τις απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες και την αναπηρία του κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και ασφαλιστικής εταιρίας και δεδομένου ότι η υπό κρίση από 30.6.2006 νεότερη αγωγή κατά των εναγομένων αυτών ασκήθηκε με κατάθεση και επίδοση σ' αυτούς στις 3.8.2006 και 18.7.2006, όπως προκύπτει από τις μνημονευόμενες στην πληττόμενη απόφαση υπ' αριθμ. 9856/3.8.2006 και 2595/18.7.2006 εκθέσεις επίδοσης των αναφερομένων σ' αυτήν (πληττόμενη απόφαση ) δικαστικών επιμελητών, οι αξιώσεις αυτές του ενάγοντος από τις νεότερες απρόβλεπτες επιζήμιες συνέπειες δεν υπέπεσαν στην πενταετή παραγραφή κατά της εναγομένης υπαιτίας οδηγού και την διετή παραγραφή κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, που ασφάλιζε το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες πρωτοδίκως προβληθείσα και νομίμως στην κατ' έφεση δίκη επαναφερθείσα ένσταση περί παραγραφής των έναντι αυτών ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του χρόνου γνώσης (Μάιος 2006) εκ μέρους των ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου της νέας δυσμενούς κατάστασης της υγείας του ως ανίατης και αποτόκου του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα του έτους 2000, το οποίο ζήτημα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στο θέμα της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων αυτού έναντι των εναγομένων - αναιρεσειόντων. Ορθώς δε έκρινε, ότι από τον χρόνο εκείνο άρχιζε η νέα παραγραφή τόσο έναντι της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου όσο και έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας και όχι από τον χρόνο που έλαβε χώρα το αυτοκινητικό ατύχημα (19.12.2000), όπως ισχυρίζονται αμφότεροι οι αναιρεσείοντες με τον ερευνόμενο τρίτο λόγο των αναιρέσεών τους. Τούτο δε (δηλαδή λήψη ως χρόνου έναρξης της παραγραφής τον μήνα Μάιο του 2006) διότι πρόκειται περί απρόβλεπτης δυσμενούς συνέπειας της οποίας η παραγραφή αρχίζει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας υπ' αριθμ. ΙV σκέψης, από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα και προκειμένου περί της ασφαλιστικής εταιρίας, γιατί έκτοτε κατέστη αντικειμενικά δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς κατάστασης της υγείας του παθόντος, αναλυτικότερα δε διότι τότε διαγνώσθηκε η κατάσταση της υγείας του ανηλίκου ως ανίατης και αποτόκου του τραυματισμού του στο κεφάλι κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα της 19.12.2000. Κατά συνέπεια ο ερευνόμενος τρίτος λόγος των αιτήσεων αναίρεσης είναι κατ' αμφότερα τα σκέλη του, από τους αριθμούς 19 (πρώτο σκέλος) και 1 εδ. α' (δεύτερο σκέλος) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά πάσα δε περίπτωση το δεύτερο σκέλος του λόγου τούτου είναι απορριπτέο και ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, συνισταμένης στο ότι ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση προσάπτεται νομικό σφάλμα δεν εξειδικεύεται που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κάθε μιας από τις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις.- V.- Από τη διάταξη του άρθρου 219 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή άλλη βάση, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η επικουρική άσκηση, με το ίδιο δικόγραφο, αγωγής, υπό την (δικονομική) αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης ή αίτησης. Τούτο σημαίνει, ότι εφόσον η αγωγή έχει και επικουρική βάση ή αίτημα και το δικαστήριο απορρίψει για οποιοδήποτε λόγο την κύρια βάση ή το κύριο αίτημα της αγωγής είναι υποχρεωμένο να προχωρήσει στην εξέταση της αγωγής ως προς την επικουρική βάση ή το επικουρικό αίτημα (ΑΠ 27/1995 Ελλ.Δνη 38. 602), διότι εδώ δεν επιδιώκεται η έκδοση περισσοτέρων αποφάσεων, αλλά μόνο μιας για τις σωρευόμενες βάσεις ή αιτήματα.- Στην προκειμένη περίπτωση με την από 30.6.2006 και με αριθμό κατάθεσης 2898/2006 αγωγή ο ανήλικος Ν. Γ., εκπροσωπούμενος από τους ασκούντες την γονική μέριμνα αυτού γονείς του, επικαλούμενος το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 854/2002 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης από 20.8.2001 αγωγής του κατά των και ήδη εναγομένων και με την οποία κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια του αυτοκινητικού ατυχήματος το οποίο έλαβε χώρα στις 19.12.2000 και του εξ αυτού τραυματισμού του είναι η πρώτη εναγόμενη Μ. Μ., οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γένεσης αστικής ευθύνης της έναντι τρίτων στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και περαιτέρω ότι λόγω του κατά το ατύχημα αυτό σοβαρού τραυματισμού του στο κεφάλι εμφάνισε μη αναμενόμενη εξ αρχής περιπλοκή, που οδήγησε σε ολική και μόνιμη αναπηρία του, λόγω απώλειας της νοητικής και ψυχικής ακεραιότητας της υγείας του, ζήτησε όπως επιδικασθούν σ' αυτόν τα ακόλουθα ποσά και ειδικότερα 1) 480.000 ευρώ ως διαφυγόντα έσοδα από την εργασία που θα ασκούσε αυτός ως εργάτης αγροτικών εργασιών, εργαζόμενος, από την ηλικία των 15 ετών και μετά, επί 40 έτη και 25 ημέρες μηνιαίως αντί ημερομισθίου 40 ευρώ, 2) 222.300 ευρώ για δαπάνη απασχόλησης οικιακής βοηθού για την επίβλεψη και περιποίησή του και για μετακινήσεις του προς ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 μέχρι και 30.6.2036, 3) 90.000 ευρώ, ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, αφού η νοητική και ψυχική έκπτωση στην οποία έχει περιέλθει αυτός και η συνεπεία αυτής ολική και μόνιμη αναπηρία του είναι βέβαιο ότι θα ασκήσουν δυσμενή επίδραση στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή του, σύμφωνα με τα ειδικότερον σ' αυτήν (αγωγή) εκτιθέμενα και 4) 100.000 ευρώ ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις ως άνω μη αναμενόμενες συνέπειες της σε βάρος του αδικοπραξίας. Για την περίπτωση δε που το ως άνω πρώτο κονδύλι της αγωγής, εκ 480.000 ευρώ, που ζήτησε υπό μορφή αποθετικής ζημίας, ήθελε απορριφθεί ως μη νόμιμο ή ως πρόωρα ασκηθέν, ζήτησε να επιδικασθεί από την ίδια ως άνω με αριθμό 3 αιτία, ήτοι αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ, ποσό 250.000 ευρώ. Τέτοιο, όμως, περιεχόμενο και αιτήματα έχουσα η αγωγή, δεν περιείχε απαγορευμένο αίτημα καταβολής αποζημίωσης υπό αίρεση, αλλά παραδεκτή και επικουρική εναλλαγή αιτήματος τελούντος υπό την ενδοδιαδικαστική προϋπόθεση της απόρριψης του κυρίου και χωρίς αίρεση αιτήματος καταβολής του ποσού των 480.000 ευρώ. Κατά συνέπεια ο ταυτόσημο τέταρτος λόγος αμφοτέρων των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, κατά το από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο το δικόγραφο της ένδικης περί αποζημίωσης αγωγής του αναιρεσίβλητου έπρεπε, ως άκυρο, καθόσον αφορά το κονδύλι της αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ, να απορριφθεί, διότι περιείχε αίτημα υποβληθέν υπό αίρεση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος αυτός λόγος, κατά το ταυτόσημο για αμφότερες τις αιτήσεις αναίρεσης δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια ότι αρκέσθηκε για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (νομική αοριστία), είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, συνισταμένης στην μη αναφορά των συγκεκριμένων αοριστιών της αγωγής, καθόσον αφορά το επίμαχο κονδύλι αποζημίωσης από το προαναφερόμενο άρθρο 931 ΑΚ. Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εκάστης αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου εκάστης τούτων, ο οποίος έχει καταθέσει προτάσεις και στις δύο (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από α) 23.11.2011 και με αριθμό κατάθεσης 97/2011 και β) 29.11.2011 και με αριθμό κατάθεσης 101/2011 αιτήσεις της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Ένωσις Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ασφάλειαι Μινέττα" και της Μ. Μ., αντίστοιχα, για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α Κ.Πολ.Δ. υπ' αριθμ. 393/2011 απόφασης του Εφετείου Πατρών.- Απορρίπτει αυτές.- Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εκάστης αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου εκάστης τούτων, τα οποία προσδιορίζει για εκάστη αναίρεση στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις12 Ιουλίου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ