Αριθμός 1601/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Π., κατοίκου ..., με την ιδιότητα της ως Επιτρόπου του ανηλίκου Μ. Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζησιμόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6492/2006 μη οριστική, 6501/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4598/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-1-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 17-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Όπως προκύπτει από την .../13-6-2012 έκθεση, του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …, αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης προς συζήτηση της υπόθεσης, κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν, με επιμέλεια της επισπεύδουσας τη συζήτηση νομίμου εκπροσώπου-επιτρόπου- του αναιρεσίβλητου (ανηλίκου Μ. Π.), επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα. Επομένως, αφού δεν εμφανίστηκε αυτός στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από οικείο πινάκιο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ). 2. Κατά την διάταξη του άρθρου 1479 εδ. α' και β' ΑΚ, η µητέρα έχει δικαίωµα να ζητήσει µε αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάµο της µε τον πατέρα του. Το ίδιο δικαίωµα έχει και το τέκνο. Κατά δε το άρθρο 1480 εδ. β' ΑΚ, η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα, που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκουσία αναγνώριση δήλωση ή κατά των κληρονόµων του, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 1483 παρ.1εδ.β' Α.Κ., το αυτοτελές δικαίωμα του τέκνου αποσβήνεται ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του. Τέλος, κατά το άρθρο 1589 Α.Κ. ο ανήλικος τελεί υπό επιτροπεία και όταν κανένας γονέας δεν έχει ή δεν μπορεί να ασκήσει τη γονική μέριμνα. Εξάλλου με το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται και οι διά λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως ή παραδεκτώς διά των εκκλήτων προτάσεων προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του συνόλου των σ' αυτή διαλαμβανομένων, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, που δίκασε επί εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 6501/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίστηκε ότι το ανήλικο εξώγαμο τέκνο της, ήδη αποβιώσασας, Κ. Π., που γεννήθηκε στις 26-11-1996, είναι γνήσιο τέκνο του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ διότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του τους λόγους έφεσης, με τους οποίους προέβαλε τους εξής ισχυρισμούς του: α) την ένσταση απόσβεσης, λόγω παραγραφής του δικαιώματος της ενάγουσας, εξ αιτίας παρέλευσης πενταετίας από της γεννήσεως του τέκνου του οποίου διώκεται, με την αγωγή, η δικαστική αναγνώριση και β) την ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης της ενάγουσας προς άσκηση της ένδικης αγωγής γιατί δεν περιλαμβάνεται στα εκ του νόμου περιοριστικώς απαριθμούμενα πρόσωπα προς έγερση αυτής. Από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου σαφώς προκύπτει ότι, η αγωγή ασκήθηκε από την Ε. Π. υπό την ιδιότητά της ως επιτρόπου του ανηλίκου - εξωγάμου - Μ. Π.. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε - ορθώς δε - ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενους. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε αναφορικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος τα εξής: "... ο προβαλλόμενος µε τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρισμός του εναγομένου, ότι το δικαίωμα της "αντιδίκου-εναγούσης", όπως αναφέρει στην έφεσή του, έχει αποσβεστεί, διότι παρήλθε, µέχρι την επίδοση σ' αυτόν στις 14-4-2005 της ένδικης αγωγής, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1483 εδ α' ΑΚ πενταετία από το χρόνο του τοκετού, είναι απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόµενος, αφού η ένδικη αγωγή ασκείται από το ίδιο το ανήλικο τέκνο, το οποίο είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και απλώς εκπροσωπείται στη δίκη από την επίτροπό του, και, συνεπώς, αντικείμενο της δίκης αυτής δεν είναι το δικαίωμα της μητέρας προς αναγνώριση της πατρότητος του τέκνου της, αλλά το δικαίωμα του τέκνου για αναγνώριση της πατρότητάς του που είναι: αυτοτελές και ανεξάρτητο και αποσβήνεται (Α.Κ. 1483 § 2) μετά ένα έτος από την ενηλικίωσή του". Επομένως το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με λόγους έφεσης και δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1479, 1475 και 1483 Α.Κ., και ο περί του αντιθέτου, πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ). Με την ίδια αιτιολογία απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος λόγος με τον οποίο υπό την επίκληση των ιδίων ως άνω πλημμελειών, πλήττονται στην ουσία οι ουσιαστικές κρίσεις του Εφετείου. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων", χωρίς καμία διάκριση αν αυτή διατάχθηκε κατ' εφαρμογή της § 1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο κρίνει ότι τα αποδεικτέα θέματα απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, τη γνώμη των προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ή κατ' εφαρμογή της 2ης παραγράφου του αυτού άρθρου, όταν δηλαδή το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, να διορίσει πραγματογνώμονα διότι, κατά την κρίση του πάντοτε, για την απόδειξη ορισμένου θέματος χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εξομοιώνοντας έτσι, από απόψεως αποδεικτικής δυνάμεως, την πραγματογνωμοσύνη προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ. Η ως άνω αρχή ως προς την αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης ισχύει και όταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 615 § 1 του ΚΠολΔ, (όπως η διάταξη αυτή διαμορφώθηκε με το άρθρο 35 του ν. 1323/1983), διατάχθηκε ως αποδεικτικό μέσο, κατά τη δίκη αναγνωρίσεως της πατρότητας του δια σχετικής αγωγής εναγομένου, η εξέταση του αίματος του τελευταίου από ειδικούς επιστήμονες, εις τρόπον ώστε, το πόρισμα και της πραγματογνωμοσύνης αυτής θα εκτιμηθεί ελεύθερα από το δικαστήριο, προκειμένου από το συνδυασμό προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (έναντι των οποίων, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη) να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για την αμφισβητούμενη πατρότητα του διαδίκου αυτού. Δηλαδή το από το άρθρο 615 § 1 του ΚΠολΔ τεκμήριο, όπως και το πόρισμα των κατόπιν αιματολογικής εξετάσεως του φερομένου ως πατέρα, γνωμοδοτούντων πραγματογνωμόνων δεν αποκλείει την δυνατότητα ερεύνης της πατρότητας και με άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως μάρτυρες, έγγραφα κτλ (Ολ. Α.Π. 32/1990). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 388 ΚΠολΔ, το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, αν κρίνει πως υπάρχει λόγος, μπορεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει ή όχι νέα πραγματογνωμοσύνη, η δε σχετική κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την πατρότητα του ανηλίκου Μ. Π., αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκη βεβαίωση, έγγραφα) καθώς και το από το άρθρο 615 § 1 ΚΠολΔ τεκμήριο, που προέκυψε από τη μη προσέλευση του εναγομένου προς δειγματοληψία αίματος για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, χωρίς να έχει προβάλει οποιονδήποτε σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί τη μη προσέλευσή του, κατά την προγραμματισμένη (δύο φορές) μέρα για δειγματοληψία αν και είχε κλητευθεί νομοτύπως προς τούτο, απορρίπτοντας το αίτημα του εκκαλούντος περί διεξαγωγής νέας πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των πλημμελειών των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει, κατά λέξη, ότι: "το δικαστήριον παρεβίασεν τον Νόµον και την εφαρμονήν αυτού και εδέχθη την αγωγήν παρά το γεγονός "ότι δεν διεξήχθη η διαταχθείσα υπό της υπ' αριθµ. 6492/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Πραγµατογνωµοσύνη ενώ εάν ορθώς εφήρµοζε το νόµο θα έδει να διατάξει και εκ νέου τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να αποδειχθεί µετά βεβαιότητος και όχι συµπερασµατικώς η πατρότης του ανηλίκου Μ. Π.", είναι αβάσιμος, τόσο ως προς την αποδιδόμενη, ως άνω, πλημμέλεια όσο και αν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι παρά την υποβολή σχετικού αιτήματος το Εφετείο δεν διέταξε εκ νέου πραγματογνωμοσύνη. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-1-2012 αίτηση του Κ. Α. για αναίρεση της 4598/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ