Αριθμός 1811/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Μαρία - Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Γεωργαντίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνη Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1897/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5379/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία - Μάριον Δερεχάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 28.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 3431/359/29.04.2022 αίτηση αναίρεσης, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 5379/31.12.2021 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την, από 06.11.2019 και με αριθμό κατάθεσης 96895/7644/2019, έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας κατά της 1897/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την, από 15.11.2016 και με αριθμό κατάθεσης 85364/2246/2016, αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος κατέστη (από τον πρώτο ακόμη βαθμό) η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", περί επιδίκασης διαφοράς συνολικών αποδοχών που υπολείπονται κατά το επίδομα διευθυντή και μόνον των αντίστοιχων υπαλλήλων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΑΤΕ), βάσει της εξομοιωτικής ρήτρας, που περιέχεται στο άρθρο 16 του, έχοντος συμβατική ισχύ, Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο κανονισμός εργασίας, που εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.δ/τος 3789/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως μερικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας" πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 1767/1988 "περί συμβουλίων εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις", καταρτίζεται από τον επιχειρηματία - εργοδότη και ελέγχεται από ορισμένα όργανα της δημόσιας διοίκησης ως προς τη νομιμότητά του και τη σκοπιμότητά του, εφόσον δε εγκριθεί από αυτά, αναρτάται σε σημεία των εργασιακών χώρων που είναι εμφανή και προσιτά για τους μισθωτούς. Η παραπάνω έγκριση του κανονισμού συνιστά πράξη διοικητική και όχι νομοθετική. Δεν δύναται δε να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού αυτού έχουν χαρακτήρα κανονιστικό, διότι, σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανόνες που αφορούν στη συλλογική αυτονομία, στην ελευθερία αναπτύξεως της προσωπικότητας και στο κοινωνικό δικαίωμα εργασίας, δεν επιτρέπεται στον εργοδότη να επιβάλλει κανόνες δικαιϊκού χαρακτήρα χωρίς τη σύμπραξη των εργαζομένων στην επιχείρηση ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί έχουν εγκριθεί με διοικητική πράξη. Για το λόγο αυτό ο Κανονισμός αυτός δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα, αλλά, εφόσον γίνει αποδεκτός από τους εργαζομένους, με τις ατομικές συμβάσεις εκάστου, αποκτά συμβατικό χαρακτήρα (ΑΠ 289/2022, 27/2007). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά. (ΑΠ 1875/2022, 1827/2022, 1293/2022, 595/2022). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 595/2022, 353/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικής, από 15.11.2016 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 85364/2246/2016), αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι, στις 08.08.1983, προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." (στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε ήδη, ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής, η ήδη αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος και προσέφερε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του και από του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2004 μέχρι τη λύση της εργασιακής του σχέσης, λόγω συνταξιοδότησής του, στις 31.10.2011, απασχολήθηκε ως Διευθυντής, έχοντας καθήκοντα και αρμοδιότητες Διευθυντού, κατέχοντας δε, από τις 24.05.2005, και το βαθμό του Διευθυντή κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι η εργασιακή του σύμβαση είχε υπαχθεί, από της προσλήψεώς του, στις διατάξεις του, έχοντος συμβατική ισχύ, Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, που εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις του ν.δ/τος 3789/1957, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 του οποίου, ως και το άρθρο 10 της από 01.11.1982 Ειδικής Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας μεταξύ της εναγομένης εταιρίας και του Συλλόγου των εργαζομένων σ' αυτή, θεσπίστηκε ρήτρα εξομοιώσεως, κατά την οποία οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου συνεπεία βαθμολογικών ή μισθολογικών ρυθμίσεων δεν θα πρέπει να υπολείπονται εκείνων που χορηγούνται στο προσωπικό της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Α.Τ.Ε.). Ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. 78/3.3.2006 απόφασης της Διοίκησης της Α.Τ.Ε. και της υπ' αριθμ. 7/2.1.2009 εγκυκλίου της Διοίκησης αυτής με θέμα "Καταβολή Αυξήσεων Σ.Σ.Ε. 2009", ορίστηκε η χορήγηση στους Διευθυντές ιδιαίτερου επιδόματος με την ονομασία "Ειδικό Επίδομα Διευθυντών", το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 81% του 16ου μισθολογικού κλιμακίου της Α.Τ.Ε., όπως αυτό καθορίζεται κάθε έτος με τις συλλογικές ρυθμίσεις και το οποίο λάμβαναν και λαμβάνουν όλοι οι Διευθυντές (όπως και οι ενδεικτικώς αναφερόμενοι) της Α.Τ.Ε., επιπλέον των λοιπών επιδομάτων τους. Ότι ο ίδιος, παρά την απασχόλησή του σε θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης με το βαθμό του Διευθυντή, κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων του Κανονισμού Εργασίας και της από 01.11.1982 Ειδικής Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, αλλά και κατά μονομερή σε βάρος του κατάργηση της επιχειρησιακής τακτικής της εργοδότιδός του, την οποία αυτή τηρούσε επί πολλά έτη και είχε ενταχθεί πλέον ως ουσιώδης όρος στην εργασιακή του σύμβαση, δεν του κατέβαλλε το παραπάνω Ειδικό Επίδομα Διευθυντών, παρόλο που λάμβανε τις αποδοχές και όλα τα αντίστοιχα επιδόματα του βαθμού του Διευθυντή, και ότι εκ της αιτίας αυτής οι καταβληθείσες σ' αυτόν συνολικές αποδοχές, όπως αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή, κατά το (επίδικο) χρονικό διάστημα από 01.01.2008 έως και 31.10.2011 υπολείπονταν εκείνων (όπως αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή), που καταβάλλονταν σε υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας, που είχαν αντίστοιχο βαθμό στην υπαλληλική ιεραρχία, τον ίδιο χρόνο υπηρεσίας και ασκούσαν τα ίδια με αυτόν καθήκοντα. Ότι η διαφορά των αποδοχών αυτών ισούται προς το μη καταβληθέν ανωτέρω ειδικό επίδομα Διευθυντού, ανερχομένη, για το επίδικο χρονικό διάστημα, στο συνολικό ποσό των 44.040,43 ευρώ, όπως αναλυτικώς αναφέρεται. Υπό την επίκληση των ανωτέρω, ζήτησε, να του επιδικαστεί (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά, μετά από μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις), νομιμοτόκως, το ανωτέρω ποσό. Η, με το ως άνω περιεχόμενο, ένδικη αγωγή, που έχει ως βάση τη σύμβαση εργασίας και το καταστατικό της (δικαιοπαρόχου της) αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, περιέχει σαφή και πλήρη έκθεση των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη νομική της θεμελίωση, αφού αναφέρονται σ' αυτή, πέραν των άλλων, αναλυτική έκθεση των αποδοχών του ήδη αναιρεσιβλήτου ενάγοντος και ότι οι συνολικές αποδοχές αυτού, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, υπολείπονταν εκείνων, όπως επίσης αναλυτικά αναφέρονται, που καταβάλλονταν σε υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας (ΑΤΕ), που είχαν αντίστοιχο βαθμό στην υπαλληλική ιεραρχία, τον ίδιο χρόνο υπηρεσίας και ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα με αυτόν (ήδη αναιρεσίβλητο), με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τις αναφερόμενες στην αγωγή διαφορές αποδοχών με βάση τη διάταξη του Κανονισμού της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας για εξομοίωση των αποδοχών των υπαλλήλων της με εκείνες των υπαλλήλων, αντίστοιχων βαθμίδων της ιεραρχίας, της ΑΤΕ και, επομένως, είναι ορισμένη, χωρίς προς τούτο να είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτή συγκεκριμένοι κατ' όνομα εργαζόμενοι υπάλληλοι στην Αγροτική Τράπεζα, στους οποίους η τελευταία καταβάλει επίδομα Διευθυντή, ως και αναλυτικώς οι αποδοχές των συγκεκριμένων αυτών υπαλλήλων, αφού η ένδικη αγωγή δεν έχει ως βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, οπότε θα ήταν αναγκαία η αναφορά αυτή (ΑΠ 27/2007). Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε επαρκώς ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, συνιστάμενο στο ότι δεν αναφέρονται στην αγωγή ονομαστικώς συγκεκριμένοι υπάλληλοι της Α.Τ.Ε., οι οποίοι κατέχουν τα αυτά μετά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και αντίστοιχο προς αυτόν βαθμό, ούτε αναφέρονται αναλυτικώς οι αποδοχές των συγκεκριμένων αυτών υπαλλήλων, ώστε να μπορεί να γίνει σύγκριση των συνολικών αποδοχών του ενάγοντος με εκείνες των συγκεκριμένων συγκρίσιμων εργαζομένων της Α.Τ.Ε., ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας και ο σχετικός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, μεταξύ των άλλων, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ή, όταν, προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1544/2022, 354/2022, 1286/2021, 1143/2019, 1350/2018), καθώς και όταν διαπιστώνει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και προσφεύγει στις διατάξεις των εν λόγω άρθρων, πλην όμως, με τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπραξίας παραβιάζει τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1846/2022, 1143/2019, 1324/2018, 562/2014), δηλαδή δεν εφαρμόζει τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων ορθά, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 856/2019, 498/2019). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1846/2022, 601/2020, 1399/2019, 1636/2018, 928/2018). Για να είναι ορισμένος ο, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των ανωτέρω άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει, αμέσως ή εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή, καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα, προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 1544/2022, 354/2022, 1286/2021, 1350/2018), ενώ επί αιτιάσεως για παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων με τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπραξίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο της, εσφαλμένως ερμηνευθείσας, δικαιοπραξίας, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας (ευθέως ή εμμέσως) κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο, που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης, σε σχέση με την καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 856/2019, 350/2014, 1004/1993 Δνη 1994. 1294), αλλιώς είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών του άρθρου 200 ΑΚ, υπό την ειδικότερη μορφή, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, της μη προσφυγής σ' αυτούς για το ουσιώδες ζήτημα της ερμηνείας της εξομοιωτικής ρήτρας, που περιέχεται στο άρθρο 16 του, έχοντος συμβατική ισχύ, Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ότι οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου συνεπεία βαθμολογικών ή μισθολογικών ρυθμίσεων δεν θα πρέπει να υπολείπονται εκείνων οι οποίες θα χορηγούνται στο προσωπικό της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΑΤΕ). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, για το ορισμένο αυτού, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, διαπίστωσε κενά, ασαφή ή αμφίβολα σημεία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλόμενων μερών, ώστε να είναι υποχρεωμένο να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως αυτών. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, περί του ότι ο ενάγων δικαιούται το επίδικο ειδικό επίδομα διευθυντή ως προς το οποίο και μόνον υπολείπονται οι συνολικές αποδοχές αυτού από εκείνες που κατεβλήθησαν σε εκείνον τον υπάλληλο της Α.Τ.Ε., ο οποίος είχε αντίστοιχο του ενάγοντος βαθμό στην υπαλληλική ιεραρχία, τον αυτό μετά του ενάγοντος χρόνο υπηρεσίας και ασκούσε τα αυτά μετά του ενάγοντος καθήκοντα, δεν διαπίστωσε - ούτε εμμέσως - την ύπαρξη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, ώστε να παρίσταται ανάγκη εφαρμογής των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, η δε σχετική κρίση του (για τη μη ύπαρξη κενού ή ασάφειας), σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 28.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 3431/359/29.04.2022, αίτηση αναίρεσης της 5379/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ