Αριθμός 158/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2224/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1097/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως το πρώτο ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3904/2010, προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεση του, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή ανώτερης βίας, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης, στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφαση του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης 2224/2012 κυρίας αποφάσεως του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση του μη εμφανισθέντος αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ, λόγω ασθενείας του, υποβληθέν από τον ως άγγελο εμφανισθέντα συνήγορο του Μ. Μ., ο οποίος δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής, πάσχων από καρκίνο στον εγκέφαλο, κάνει θεραπεία και ζητάει την αναβολή της δίκης", προσκόμισε δε και παρέδωσε στο Δικαστήριο την από 26-6-2012 μαγνητική φασματοσκοπία εγκεφάλου του "ΙΑΤΡΟΠΟΛΙΣ Α.Ε", το από 2-7-12 ενημερωτικό εξόδου του Γ.Ν.Α "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και τις από 29-6-2012 δύο γνωματεύσεις του ίδιου ως άνω Νοσοκομείου, έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν. Ακολούθως και μετά την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής, προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως, με απόντα τον κατηγορούμενο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ανωτέρω συνήγορο του και καταδίκασε αυτόν κατά πλειοψηφία σε κάθειρξη πέντε ετών για απάτη κατ' εξακολούθηση με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Η αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απορριπτικής αποφάσεως, (ληφθείσης επίσης κατά πλειοψηφία) έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 ΚΠοινΔ το Δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη δίκη για σημαντικά αίτια που προβάλλονται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη όμως περίπτωση κρίνει ότι δεν αποδεικνύεται πως η ασθένεια που προβάλει ο κατηγορούμενος είναι τέτοια ώστε να τον εμποδίζει να εμφανισθεί στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη σημερινή δικάσιμο και συνακόλουθα να αποτελεί σημαντικό αίτιο που δικαιολογεί την αναβολή της δίκης. Άλλωστε η υπόθεση εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο μετά από τρεις αναβολές, ύστερα από την υπ' αριθμ. 1971/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την παρέπεμψε για νέα συζήτηση, κατ' άρθρο 519 ΚΠΔ, επίκειται δε η παραγραφή της, αφού χρόνος τελέσεως της διωκόμενης πράξης φέρεται το χρονικό διάστημα από 23-9 έως τέλος 12-1993, ενώ αφετέρου ο κατηγορούμενος έχει ήδη το δικαίωμα να παραστεί δια πληρεξουσίου. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του κατηγορουμένου ως αβάσιμη". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση του ούτε αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε το κατ' ουσίαν αβάσιμο του αιτήματος αναβολής, ούτε τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις κατά τα άνω προσκομισθείσες και αναγνωσθείσες ιατρικές γνωματεύσεις και το ενημερωτικό δελτίο εξόδου του νοσοκομείου "Ευαγγελισμός", το περιεχόμενο των οποίων δεν μνημονεύεται στην απόφαση. Επίσης το Δικαστήριο, χωρίς να προσδιορίζει την ασθένεια από την οποία πάσχει ο κατηγορούμενος, (αλλά και χωρίς να καθίσταται σαφές αν δέχεται αυτή ως πραγματική), δεν εξηγεί, πώς παρά ταύτα δικαιολογείται η κρίση του ότι αυτή δεν είναι τέτοια που να τον εμποδίζει να εμφανισθεί στο Δικαστήριο, ενόψει μάλιστα του ότι στην ίδια απόφαση δεν μνημονεύεται κάποιο άλλο αντίθετο περί αυτού αποδεικτικό στοιχείο. Το γεγονός ότι η υπόθεση εισάγεται στο Δικαστήριο μετά από τρεις αναβολές, χωρίς μάλιστα να εξειδικεύεται ο λόγος των αναβολών και κυρίως αν αυτές οφείλονται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, δεν συνιστά την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του νέου αιτήματος αναβολής. Ούτε άλλωστε συνιστά επαρκή αιτιολογία το γεγονός ότι υφίσταται κίνδυνος παραγραφής της διωκόμενης πράξης. Ούτε, τέλος, αρκεί για την αιτιολόγηση της απορριπτικής του αιτήματος αναβολής κρίσεως η δυνατότητα εκπροσωπήσεως του εκκαλούντος-κατηγορουμένου στο ακροατήριο από συνήγορο, για την οποία γίνεται μνεία στην ως άνω αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, καθόσον αυτός, κατά τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, έχει αναφαίρετο δικαίωμα εμφανίσεως και υπερασπίσεως αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ συναφής λόγος της υπό κρίση αιτήσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος αναβολής, ακολούθως δε να αναιρεθεί και ως προς την καταδικαστική της διάταξη, διότι το κατ' έφεση δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, με το να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως και να καταλήξει στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, κατά τον επίσης βάσιμο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, λόγο της αιτήσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εξ ολοκλήρου η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές άλλους, από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 2224/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ