Αριθμός 1765/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ: Α) Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία «S. E. S. C. S..A..", η οποία εδρεύει κατά το καταστατικό της στο Μ. των Ν. Μ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαφείρη Χατζηδημητρίου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "B. R. S. S..A..S..", η οποία εδρεύει στο Ν.-συρ-Σ. της περιοχής Ι.της Γ. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) του G. W., κατοίκου Λ. Η. Β. και 3) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "B. of A. M. L. I. D. A. C.", η οποία εδρεύει στο Δ. Ι. και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γιομελάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γρηγόριο Τιμαγένη και Ιωάννη Τιμαγένη. Β) Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "B. R. S. S..A..S..", η οποία εδρεύει στη Γ. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) του G. W., κατοίκου Λ. Η. Β.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μαθιόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία «S. E. S. C. S..A..", η οποία εδρεύει κατά το καταστατικό της στο Μ. των Ν. Μ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαφείρη Χατζηδημητρίου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου εταιρείας με την επωνυμία «S. E. S. C. S..A..", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3561/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 5-5-2022 και 24-6-2022 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους, την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου μέρους και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 205/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν α) η από 5-5-2022 αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας εταιρίας "S. E. S. C.. S..A.." και β) η από 24-6-2022 αίτηση αναιρέσεως των πρώτης και δεύτερου των εναγομένων "B. R. S. S..A..S.." και G. W., οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ` αριθμ. 106/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ. 2. Η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στην (πρώτη) από 5-5-2022 αίτηση, εταιρία με την επωνυμία "S. E. S. C.. S..A.." άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων την από 15-5-2019 αγωγή της, στην οποία ιστορούνται τα εξής: Ότι η αναιρεσείουσα έλαβε δάνειο εξοφλητέο σε δόσεις από αλλοδαπή τράπεζα για την αγορά φορτηγού πλοίου, κατά τους όρους του οποίου, αν σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο η εμπορική αξία του πλοίου ήταν κατώτερη από ορισμένο ποσοστό του ανεξόφλητου μέρους του δανείου, όφειλε αυτή (αναιρεσείουσα) να προσφέρει περαιτέρω ασφάλεια ή να εξοφλήσει πρόωρα το μη επαρκώς ασφαλιζόμενο μέρος του, άλλως λογιζόταν υπερήμερη και η τράπεζα αποκτούσε δικαίωμα καταγγελίας. Ότι η τράπεζα ανέθεσε την εκτίμηση της αξίας του πλοίου στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, υπάλληλο της πρώτης αναιρεσίβλητης ναυλομεσιτικής εταιρίας, ο οποίος με υπαιτιότητά του εκτίμησε αυτήν εσφαλμένα σε ποσό σημαντικά μικρότερο της πραγματικής, υπολειπόμενο του προβλεπόμενου ως άνω ποσοστού του ανεξόφλητου δανείου. Ότι η δανείστρια κάλεσε την αναιρεσείουσα να παράσχει επιπλέον ασφάλεια ή να προπληρώσει το μη επαρκώς ασφαλιζόμενο μέρος και, όταν αυτή αρνήθηκε, κατήγγειλε τη σύμβαση και επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στο πλοίο, μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της αναιρεσείουσας, το οποίο έκτοτε παραμένει σε αργία εν αναμονή του πλειστηριασμού, με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα να στερείται το δικαίωμα της εμπορικής του εκμετάλλευσης. Και ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη, η οποία έχει ως αντικείμενο την παροχή διεθνών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και προϊόντων, είχε αποκτήσει με σύμβαση από την τράπεζα το οικονομικό συμφέρον του δανείου και, ενεργώντας με δόλο και επιδιώκοντας την καταγγελία του, επέβαλε στην τράπεζα την επιλογή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων συνεργατών της, οι οποίοι είναι μειωμένης αξιοπιστίας. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η αναιρεσείουσα ζήτησε, μετατρέποντας τα αρχικά καταψηφιστικά της αιτήματα σε αναγνωριστικά, να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι οφείλουν να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας εξαιτίας παράβασης των αρχών πρόνοιας, προστασίας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής δραστηριότητας, καθώς και εξαιτίας συμπεριφοράς αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, ... λίρες Αγγλίας, τις οποίες δαπάνησε για αμοιβές και έξοδα του προσωπικού της και τρίτων και για την εξυπηρέτηση διαφόρων αναγκών του πλοίου κατά τη διάρκεια της αργίας του, ... δολλάρια Η.Π.Α., που δαπάνησε κατά τον ίδιο χρόνο για καύσιμα, ... δολλάρια Η.Π.Α. για τα κέρδη, που με πιθανότητα προσδοκούσε να πραγματοποιήσει από την εκμετάλλευση του πλοίου και απώλεσε συνεπεία της κατάσχεσης και δέσμευσής του, και ... ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την προσβολή της εμπορικής της φήμης και πίστης έναντι της ναυτιλιακής και τραπεζικής αγοράς και από την προσβολή του επαγγελματικού της μέλλοντος. Η αγωγή απορρίφθηκε με την 3561/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθ' όσον αφορά τα αιτήματα αποζημίωσης για θετική και αποθετική ζημία, ως μη νόμιμη λόγω μη προσδιορισμού της αποζημίωσης σε ευρώ, και καθ' όσον αφορά το αίτημα περί αναγνώρισης υποχρέωσης για χρηματική ικανοποίηση, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης άσκησαν η (αναιρεσείουσα) ενάγουσα έφεση και πρόσθετους λόγους, μόνο ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε το αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης, και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και η τρίτη εναγόμενη επικουρικές εφέσεις, αντίστοιχα. Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της ενάγουσας ως προς την τρίτη εναγόμενη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, δέχθηκε την έφεση, μετά των προσθέτων λόγων, ως προς τους δύο πρώτους εναγόμενους, εξαφάνισε, κατά το μέρος αυτό, την πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, ως προς το κεφάλαιό της περί χρηματικής ικανοποίησης, που είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με την πιο πάνω έφεση της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, απέρριψε αυτήν ως αόριστη, ενώ απέρριψε και τις επικουρικές εφέσεις των εναγομένων ως άνευ αντικειμένου. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), οι οποίες είναι παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτές λόγων (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Σημειωτέον, ότι η πρώτη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτώς στρέφεται μόνο κατά της εφετειακής και όχι και κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφού η αναιρεσείουσα παραπονείται μόνο κατά της απόρριψης της έφεσης ως απαράδεκτης, χωρίς να παραπονείται για πλημμέλειες της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και συνεπώς είναι αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός της τρίτης αναιρεσίβλητης. 3. Επί της από 5-5-2022 αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας εταιρίας "S. E. S. C.. S..A.." . Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 144 του ίδιου Κώδικα, "οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας." Με το άρθρο 9 ν. 3994/2011 "Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης κ.λπ." θεσμοθετήθηκε η ηλεκτρονική κατάθεση των δικογράφων και προστέθηκε παράγραφος 4 στο άρθρο 119 ΚΠολΔ, κατά την οποία "τα δικόγραφα είναι δυνατόν να υποβάλλονται και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 του προεδρικού διατάγματος 150/2001 (Α' 125). Το δικόγραφο που έχει υποβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι κατατέθηκε, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από το δικαστήριο ηλεκτρονική απόδειξη, που θα φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την άνω έννοια και θα περιέχει και την έκθεση κατάθεσης." Ήδη, στην ανωτέρω παράγραφο 4 (εδ. α') του άρθρου 119 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 ορίζεται ότι "Τα δικόγραφα κάθε φύσεως, είναι δυνατόν να υποβάλλονται και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρουν ισοδύναμη της ιδιόχειρης ηλεκτρονική υπογραφή ή σφραγίδα". Επίσης, με την παράγραφο 1 του άρθρου 20 του ίδιου νόμου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 215 ΚΠολΔ ως εξής: " Η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 119. Κάτω από το δικόγραφο που κατατέθηκε συντάσσεται έκθεση στην οποία αναφέρεται η ημέρα, ο μήνας και το έτος της κατάθεσης, καθώς και το ονοματεπώνυμο του καταθέτη. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 117. Αναφορά του δικογράφου της αγωγής που κατατέθηκε γίνεται χωρίς καθυστέρηση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο. Στο βιβλίο αυτό αναγράφονται με αύξοντα αριθμό και χρονολογική σειρά οι αγωγές που κατατίθενται και αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων, η χρονολογία της κατάθεσης και το αντικείμενο της διαφοράς. Στη γραμματεία κάθε δικαστηρίου τηρείται και ηλεκτρονικό αρχείο αγωγών." Με την παράγραφο 7 του άρθρου 72 του ίδιου ως άνω νόμου ορίστηκε ότι "η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 119 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας θα τεθεί σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο οποίο θα ορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται", ενώ κατά την παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου, "η κατάθεση της αγωγής με ηλεκτρονικά μέσα, η σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης με ηλεκτρονικά μέσα και η τήρηση του ηλεκτρονικού αρχείου αγωγών όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 215 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας θα τεθεί σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και στο οποίο θα ορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται και θα αποδεικνύεται η με ηλεκτρονικά μέσα κατάθεση της αγωγής, η με ηλεκτρονικά μέσα σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης της αγωγής και η τήρηση του ηλεκτρονικού αρχείου αγωγών." Με βάση τις ανωτέρω εξουσιοδοτικές διατάξεις εκδόθηκε το π.δ. 25/2012 "Ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων κ.λπ.", κατά το άρθρο 2 § 2 περ. ε' του οποίου, " η διαδικασία ολοκληρώνεται με την αποστολή απάντησης από τη γραμματεία του δικαστηρίου, η οποία συνοδεύεται από τα αντίγραφα με την έκθεση κατάθεσης, που φέρει ημερομηνία, ώρα κατάθεσης και προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Χρόνος κατάθεσης θεωρείται η ημέρα και ώρα της κατά το προηγούμενο εδάφιο αποστολής απάντησης με αντίγραφο της έκθεσης κατάθεσης. Το ηλεκτρονικό δικόγραφο με την έκθεση κατάθεσης αναρτάται ταυτόχρονα στη σελίδα κατάθεσης της ιστοσελίδας του δικαστηρίου, σε σημείο, στο οποίο διαθέτει ασφαλή πρόσβαση μόνον ο καταθέσας δικηγόρος." Για την ηλεκτρονική κατάθεση των προτάσεων και των σχετικών εγγράφων, εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 110 § 3 ν. 4055/2012 το π.δ. 150/2013, κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 2 του οποίου "η διαδικασία ολοκληρώνεται με την αποστολή απάντησης (ηλεκτρονική απόδειξη) από το πληροφοριακό σύστημα του δικαστηρίου στην ηλεκτρονική διεύθυνση που ο καταθέτων έχει δηλώσει ή στην ηλεκτρονική θυρίδα του, η οποία (απάντηση) περιλαμβάνει την έκθεση κατάθεσης, που φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, καθώς και τα αντίγραφα που τυχόν έχουν ζητηθεί. Η έκθεση κατάθεσης μνημονεύει, εκτός των στοιχείων που αναφέρονται στις οικείες διατάξεις, την ημερομηνία και την ώρα κατάθεσης. Ως χρόνος κατάθεσης νοείται η ημέρα και ώρα αποστολής της απάντησης με το αντίγραφο της έκθεσης κατάθεσης. Το ηλεκτρονικό έγγραφο με τη σχετική έκθεση κατάθεσης αναρτάται ταυτόχρονα στη σελίδα κατάθεσης της ιστοσελίδας του δικαστηρίου και σε σημείο στο οποίο διαθέτει ασφαλή πρόσβαση μόνον ο καταθέσας δικηγόρος." Εν συνεχεία, με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 19 ν. 4267/2014 ορίστηκε ότι "η προβλεπόμενη στην κείμενη νομοθεσία ηλεκτρονική κατάθεση ενδίκων μέσων, βοηθημάτων και οποιουδήποτε εν γένει δικογράφου, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις, μπορεί να γίνει και εκτός των ωρών λειτουργίας των υπηρεσιών και των γραμματειών των δικαστηρίων, καθώς και κατά τις εξαιρετέες ημέρες. Δικόγραφα κατατιθέμενα σε οποιαδήποτε ώρα εργάσιμης ημέρας λογίζονται ότι κατατέθηκαν μέσα στο ωράριο εργασίας της ίδιας ημέρας. Δικόγραφα κατατιθέμενα σε εξαιρετέες ημέρες λογίζονται ότι κατατίθενται την αμέσως επόμενη ημέρα." Η ως άνω διάταξη της παραγράφου 5 εισήχθη στο σχέδιο του νόμου με την 1471/69 από 23-5-2014 τροπολογία, στην εισηγητική έκθεση της οποίας αναφέρεται ότι σκοπός της διάταξης είναι η άρση της αμφισβήτησης σχετικά με το χρόνο που λογίζεται ότι κατατέθηκε ηλεκτρονικά ένδικο μέσο ή βοήθημα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 19 § 5 ν. 4267/2014 δεν καταργεί, αλλά συμπληρώνει αυτήν του άρθρου 144 § 1 ΚΠολΔ, ορίζοντας ότι η ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφου, που έγινε οποιαδήποτε ώρα εργάσιμης ημέρας, άρα και μετά τη λήξη του ωραρίου εργασίας της αρμόδιας υπηρεσίας, ήτοι και μετά την πάροδο της 7ης βραδινής ώρας, λογίζεται κατά πλάσμα δικαίου ότι έγινε εντός του ωραρίου εργασίας της ίδιας ημέρας των υπηρεσιών και των γραμματειών των δικαστηρίων. Με την παρόμοιου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 30 § 5 εδ. α' ν. 4727/2020 "Ψηφιακή διακυβέρνηση κ.λπ." ορίστηκε ότι για όλους τους φορείς του δημόσιου τομέα ότι "με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων, όταν προβλέπεται προθεσμία για την ηλεκτρονική υποβολή αιτήσεων, δηλώσεων, δικαιολογητικών και άλλων εγγράφων, η προθεσμία αυτή λήγει την δωδέκατη νυχτερινή ώρα Ελλάδας της ημέρας κατά την οποία παρέρχεται η προθεσμία ή της επόμενης εργάσιμης εάν η καταληκτική ημέρα είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή αργία", πλην όμως για την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων εξακολουθεί να εφαρμόζεται η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 19 § 5 ν. 4267/2014 λόγω της ειδικότητάς της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 περ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 1199/2018). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα: "... Οι εφέσεις στρέφονται κατά της με αριθμό 3561/2020 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε επί της από 15-5-2019 αγωγής της πρώτης των εκκαλούντων κατόπιν συζητήσεως αυτής κατά την τακτική διαδικασία με παρόντες όλους τους διαδίκους. Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε νομότυπα (άρθρα 96 και 143 ΚΠολΔ), σύμφωνα με την νόμιμα προσκομιζόμενη με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Ά. Α., κατόπιν εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της τρίτης των εναγομένων τραπεζικής εταιρίας, στον διορισμένο κατά το άρθρο 96 ως αντίκλητο της ενάγουσας εταιρίας ... πληρεξούσιο δικηγόρο της ... στις 9-4-2021. Επομένως, ως προς την εν λόγω διάδικο η οποία εκπροσωπήθηκε κατά την επίδοση από τον ως άνω αντίκλητό της, η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως ... αφετηριάζεται, όπως ορίζει το άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση, συγκεκριμένα από τις ..., η δε συμπλήρωσή της θα συμβεί με την πάροδο του οριζόμενου στις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ χρονικού διαστήματος των τριάντα ημερών. ... Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αρξάμενη με την επίδοση εγγράφου προθεσμία λήγει ώρα 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας (της προθεσμίας), συνεπώς η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση εφέσεως κατά της επιδοθείσας από την τρίτη εναγομένη αποφάσεως, που άρχισε την επομένη της ημέρας επιδόσεως, ήτοι στις ..., συμπληρώνεται ώρα επτά το βράδυ της ……2021 και επομένως η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, από τις ... έως ……-2021 και ώρα 19.00, να καταθέσει στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την έφεσή της είτε δια ζώσης κατά τις (εργάσιμες) ημέρες και ώρες λειτουργίας της Γραμματείας στο εν λόγω χρονικό διάστημα, είτε ηλεκτρονικά σε οποιαδήποτε ημέρα και ώρα του ίδιου χρονικού διαστήματος, όπως ορίζει το άρθρο 119 ΚΠολΔ σε συνδ. με τα οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 19 του ν. 4267/2014 τα οποία ουδόλως καταργούν τις διατάξεις του ΚΠολΔ, ούτε επιμηκύνουν τις καθοριζόμενες από τις τελευταίες προθεσμίες, αντίθετα ρυθμίζουν λεπτομερέστερα τα της ηλεκτρονικής καταθέσεως δικογράφων εντός των προθεσμιών του Κώδικα. Ειδικότερα τόσο από την αιτιολογική έκθεση του ν. 3994/2011 ο οποίος επέτρεψε το πρώτον την δυνατότητα ηλεκτρονικής καταθέσεως δικογράφων όσο και του τροποποιητικού ν. 4335/2015 σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η απλούστερη απονομή της δικαιοσύνης με την παράλληλη διαφύλαξη της συνοχής, ενότητας και συνέχειας του ΚΠολΔ και όχι η κατάργηση ή τροποποίηση αυτού. Κατά συνέπεια η έφεση της ενάγουσας η οποία κατατέθηκε ώρα 19.57 της 10-5-2021, σύμφωνα με την οικεία πράξη καταθέσεως του Πρωτοδικείου Πειραιώς (2618/215/2021), ως προς την τρίτη εφεσίβλητη, η οποία συνδέεται με το δεσμό της απλής ομοδικίας με τους λοιπούς εφεσίβλητους, ... έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα και επομένως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ..." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η έφεση της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε με ηλεκτρονικό τρόπο την 19.57' ώρα της τελευταίας ημέρας της σχετικής προθεσμίας, είναι εκπρόθεσμη, με την αιτιολογία ότι η κατάθεση έπρεπε να γίνει μέχρι την 19.00' ώρα, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, δεδομένου ότι η εν λόγω ηλεκτρονική κατάθεση, παρόλο που έγινε μετά την παρέλευση της 19.00' ώρας, λογίζεται κατά πλάσμα δικαίου ότι έγινε εντός του ωραρίου εργασίας της ίδιας ημέρας και άρα εμπροθέσμως κατ' άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της εταιρείας "S. E. S. C.. S..A..", με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση, μετά των προσθέτων αυτής λόγων, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, είναι βάσιμος. 5. Κατά το άρθρο 932 Α.Κ. επί αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Χρηματική ικανοποίηση δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα, εφόσον προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον ή η φήμη τους, επομένως το νομικό πρόσωπο πρέπει να επικαλείται, και στη συνέχεια να αποδεικνύει, τη συνδρομή των περιπτώσεων αυτών με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι ορισμένη η αγωγή του, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, όπως συμβαίνει στα φυσικά πρόσωπα, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, διαφορετικά η αγωγή δεν περιέχει τα στοιχεία που επιβάλλονται από το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ και είναι αόριστη (Α.Π. 691/2023, Α.Π. 876/2022, Α.Π. 382/2011). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 περ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τις περ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 περ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το Δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή ή την ένσταση των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, έκρινε αυτήν ορισμένη, ή παρά την επαρκή έκθεση των ανωτέρω στοιχείων, την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π. 691/2023, Α.Π. 78/2020). 6. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα "S. E. S. C.. S..A.." με την από 15-5-2019 αγωγή της ζήτησε την αναγνώριση υποχρέωσης των αναιρεσιβλήτων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις τους. Με το περιεχόμενο, που αναφέρεται στη δεύτερη σκέψη, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στήριξη αιτήματος αναγνώρισης της επίδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας, ως νομικού προσώπου, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πέμπτη σκέψη. Συγκεκριμένα, στην αγωγή αναφέρονται όλες οι συνθήκες τέλεσης της αποδιδόμενης στους αναιρεσίβλητους αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής, η υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων και η βαρύτητα και έκταση της υλικής ζημίας της αναιρεσείουσας, συνιστάμενης στην πλήρη αδρανοποίηση των εργασιών της (μάλιστα γίνεται συγκεκριμένη αποτίμηση των απολεσθέντων μελλοντικών κερδών της στο κονδύλιο περί αποθετικής ζημίας) εξαιτίας της κατάσχεσης και επικείμενης πλειστηρίασης του πλοίου, το οποίο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο και αντικείμενο εκμετάλλευσης, γεγονός που συνιστά σοβαρή προσβολή του επαγγελματικού της μέλλοντος ως ναυτιλιακής εταιρίας. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αόριστη την αγωγή ως προς το αίτημα περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης με την αιτιολογία ότι στην αγωγή δεν εκτίθεται συγκεκριμένη υλική ζημία, που να έχει ως αιτία την προσβολή της φήμης της αναιρεσείουσας, όπως λ.χ. ότι εξαιτίας αυτής επηρεάστηκε αρνητικά η χρηματοδότησή της από τις τράπεζες ή περιορίστηκε ο κύκλος των εργασιών της λόγω ματαίωσης συνεργασιών, χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη του την επικαλούμενη προσβολή του επαγγελματικού της μέλλοντος, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού απέρριψε την αγωγή ως αόριστη παρά την επαρκή, κατά τα προαναφερθέντα, έκθεση στο δικόγραφό της των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της. Συνεπώς, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος, από το άρθρο 559 περ. 14 ΚΠολΔ, της αίτησης αναίρεσης της εταιρείας "S. E. S. C.. S..A..", είναι βάσιμος. 7. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω γενομένων δεκτών ως βασίμων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). 8. Επί της από 24-6-2022 αίτησης αναίρεσης των πρώτης και δεύτερου των εναγομένων "B. R. S. S..A..S.." και G. W.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 556 § 2 ΚΠολΔ, αναίρεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Ο νικήσας διάδικος πρέπει να επικαλείται ρητά στο αναιρετήριο τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος, η οποία κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη. Είναι δυνατόν δε να υπάρξει και όταν ο διάδικος, που νίκησε, βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση της απόφασης μόνο κατά τη μη ορθή αιτιολογία της. Εξάλλου, ως εσφαλμένη αιτιολογία, με την έννοια του άρθρου 578 ΚΠολΔ, νοείται η νομική αιτία της διαφοράς, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες. Ακόμη, δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης απόφασης, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της απόφασης, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού. Οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο ως προς εκείνα μόνο τα ζητήματα, επί των οποίων η κρίση και απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της διαφοράς και τα οποία έτσι στηρίζουν το διατακτικό τους, όχι δε και ως προς τα πλεοναστικώς ερευνηθέντα (Α.Π. 686/2020, Α.Π. 39/2020). Η απόφαση που δεν έκρινε κατ' ουσίαν και απέρριψε την αγωγή για τυπικό λόγο, όπως για αοριστία, όταν καταστεί τελεσίδικη, δημιουργεί δεδικασμένο αποκλειστικά ως προς το διαδικαστικό ζήτημα της αοριστίας. Το δεδικασμένο αυτό δεσμεύει το δικαστήριο που καλείται να εξετάσει εκ νέου την αγωγή, μόνον εφόσον αυτή έχει την ίδια δικονομική έλλειψη, για την οποία απορρίφθηκε προηγουμένως (Α.Π. 57/2020). Αν με τη δεύτερη αγωγή συμπληρώνεται η έλλειψη, το δικαστήριο μπορεί να την απορρίψει και πάλι ως απαράδεκτη για έλλειψη άλλης διαδικαστικής προϋπόθεσης, ακόμη και αν με την πρώτη απόφασή του έκρινε ότι η προϋπόθεση αυτή συντρέχει, διότι η σχετική κρίση του δεν στηρίζει το απορριπτικό διατακτικό, δηλαδή δεν αποτελεί στοιχείο του νομικού συλλογισμού. 9. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 24-6-2022 αίτηση αναιρέσεως οι "B. R. S. S..A..S.." και G. W., που νίκησαν στη δευτεροβάθμια δίκη, αναφέρουν ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο αφενός παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η έφεση της αναιρεσίβλητης "S. E. S. C.. S..A.." ασκήθηκε εμπρόθεσμα, και αφετέρου υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, επειδή δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων κατ' άρθρο 7 § 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς. Για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι ασκούν την αίτηση προκειμένου να ανατραπεί το δεδικασμένο, που πηγάζει από τις αντίθετες παραδοχές του Εφετείου στα ανωτέρω ζητήματα. Ωστόσο, το δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση εκτείνεται μόνο στο διαδικαστικό θέμα της αοριστίας της αγωγής και όχι στα ζητήματα του εμπροθέσμου της έφεσης της αναιρεσίβλητης και της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων για να δικάσει τη διαφορά, τα οποία αφορούν διαφορετικές διαδικαστικές προϋποθέσεις από το θέμα της αοριστίας και, συνεπώς, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, θα εξετάσει από την αρχή τις προϋποθέσεις παραδεκτού της έφεσης της αναιρεσίβλητης εταιρίας "S." κατ' άρθρο 532 ΚΠολΔ και μπορεί, αν αυτή έχει ασκηθεί εκπροθέσμως, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, να την απορρίψει ως απαράδεκτη, χωρίς να εμποδίζεται σε αυτό από το γεγονός ότι με την αναιρεθείσα απόφαση η έφεση είχε κριθεί εμπρόθεσμη (Α.Π. 1113/2005), περαιτέρω δε, εφόσον οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται και η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αυτοτελές αντικείμενο της δίκης, αλλά εξετάζονται και επιλύονται με δύναμη δεδικασμένου πάντοτε σε σχέση με το αντικείμενο αυτό και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπάρξει διακεκριμένως οριστική, και πολύ περισσότερο τελεσίδικη απόφαση, που να δημιουργεί ως προς αυτές αυτοτελές δεδικασμένο, ανεξάρτητο από το ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης (Ολ.Α.Π. 4/1996, Α.Π. 621/2012, Α.Π. 1357/1999), η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν περιλαμβάνει κρίση για το ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης, δεν μπορεί να δημιουργήσει δεδικασμένο ως προς τη διεθνή δικαιοδοσία, η οποία θα κριθεί εκ νέου από το δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως των "B. R. S. S..A..S.." και G. W., κατ' αυτεπάγγελτο έλεγχο, ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 5-5-2022 αίτηση αναίρεσης της εταιρίας "S. E. S. C.. S..A.." Αναιρεί την 106/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Απορρίπτει την από 24-6-2022 αίτηση αναιρέσεως των "B. R. S. S..A..S.." και G. W.. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ