Αριθμός 827/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Δ. Ι. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Βορίλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2312/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4961/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-1-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 12-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη προσηκόντως παριστάμενος διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 4496/15-6-2012 έκθεση της δικαστικής επιμελητρίας Αθηνών ..., αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχον πράξη περί ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα με φροντίδα του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσιβλήτου. Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των, ποιο είναι δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκειά των (Ολ.Α.Π. 32/1996). Τέλος, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως να εξειδικεύεται, ποια "πράγματα" δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεώς της αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1, 19 και 10 Κ.Πολ.Δ., προβάλλοντας ειδικότερα τα εξής: "... Διότι η προσβαλλομένη απόφασις παρεβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή παρεβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού απέρριψε τον πρώτον λόγον εφέσεώς μου δεχθείσα ότι η ένστασίς μου περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του ενάγοντος είναι μη νόμιμος, αφού οι επικαλούμενες από εμέ δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου ήσαν οι συνήθεις τοιαύτες. 2. Διότι η προσβαλλομένη απόφασις παρεβίασε τας διατάξεις του άρθρου 559 παρ. 19 καθ' όσον δεν έχει νόμιμο βάσιν και ιδίως έχει αιτιολογίας αντιφατικάς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή εις την έκβασιν της δίκης. 3. Διότι η προσβαλλομένη απόφασις παρεβίασε τας διατάξεις του άρθρου 559 παρ. 10 καθ' όσον εδέχθη πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδρασιν εις την έκβασιν της δίκης ως αληθινά άνευ αποδείξεως ...". Με το περιεχόμενο όμως αυτό, η αίτηση αναιρέσεως είναι αόριστη και επομένως απαράδεκτη στο σύνολό της. Ειδικότερα, όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, είναι αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζονται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή του άρθρου 281 Α.Κ., καθώς επίσης η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δέχθηκε αυτό και υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του εν λόγω κανόνος δικαίου. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, είναι αόριστος, καθόσον δεν καθορίζεται από ποια αντιτιθέμενα σημεία προκύπτουν οι αντιφάσεις. Τέλος, όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, είναι αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει ποια "πράγματα" δέχθηκε το Εφετείο ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-1-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4961/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ