Αριθμός 669/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Oκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Χ., κατοίκου της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σακκά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. S. D. I. S..A.., («Ε. Σ. Ν. Ι. Ε.), με έδρα την ... της Ισπανίας, διατηρούσας υποκατάστημα στην …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, 2.F. - J. S. U. (Φ. Ξ. Σ. Ο.), ως νομίμου εκπροσώπου του υποκαταστήματος της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. S. D. I. S..A.., («Ε. Σ. Ν. Ι. Ε.), που κατοικεί στην …, και 3. Θ. Π. του Κ., κατοίκου …. Οι 1η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1616/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2646/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-9-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απόντος διαδίκου, προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής είναι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση. Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η αναγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για την τελευταία αυτή δικάσιμο (ΑΠ 860/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής μετ' αναβολή δικάσιμο (11.10.2022), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος F. J. S. U. (Φ. Ξ. Σ. Ο.). Περαιτέρω, από τη με αριθμό …/21.7.2021 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ε. Γ., που με επίκληση προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα: α) της ένδικης από 2.9.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../2019 αίτησης αναίρεσης, β) της με αριθμό …/2021 πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίζεται αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης το Β2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου και γ) της πράξης του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίζεται δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η 18 Ιανουαρίου 2022, ημέρα Τρίτη και ώρα 9:30, με κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον ως άνω απόντα δεύτερο αναιρεσίβλητο (άρθρα 122 παρ.1, 123, 124 παρ. 1 και 2, 129 παρ. 1 και 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ). Κατά την ως άνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (δηλαδή για τη δικάσιμο της 11.10.2022) και η υπόθεση αναγράφηκε στο πινάκιο του Δικαστηρίου για τη ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, δεν απαιτείται νέα κλήτευση του δεύτερου αναιρεσίβλητου, που είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο της 18.1.2022 και είναι απών κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, μετ' αναβολή δικάσιμο και ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία αυτού. Με την από 2.9.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../3.9.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2646/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την από 1.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης .../2017 έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 1616/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, επίσης, είχε εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων επί της από 30.12.2013 και με αριθμό κατάθεσης .../2013 αγωγής του ενάγοντος -αναιρεσείοντος κατά των πρώτης, δεύτερου και τρίτου εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, καθώς και κατά των τετάρτης, πέμπτου και έκτου εναγομένων και μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη και με την οποία: α) μετά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παραίτηση του ενάγοντος -αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της ως άνω αγωγής του ως προς τους τέταρτη, πέμπτο και έκτο εναγομένους κηρύχθηκε κατηργημένη η μεταξύ αυτού και των ως άνω εναγομένων δίκη, β) κηρύχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καθ' ύλην αναρμόδιο να δικάσει την ως άνω αγωγή και γ) η υπόθεση παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον ηττηθέντα ενάγοντα -εκκαλούντα -αναιρεσείοντα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 3.9.2019 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 14.5.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 30.12.2013 και με αριθμό κατάθεσης .../30-12-13 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι είναι πολιτικός μηχανικός και ότι εργάζεται με την ιδιότητα αυτή σε ελληνικές και αλλοδαπές εταιρείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ότι η πρώτη εναγόμενη- πρώτη αναιρεσίβλητη είναι αλλοδαπή εταιρεία που δραστηριοποιείται στους τομείς ύδρευσης, βιομηχανίας, μεταφορών, κατασκευών και ενέργειας και ότι απασχολεί για τους σκοπούς της μηχανικούς και αρχιτέκτονες. Ότι ο δεύτερος εναγόμενος -δεύτερος αναιρεσίβλητος είναι νόμιμος εκπρόσωπος του υποκαταστήματος που η πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσίβλητη διατηρεί στην Ελλάδα και ο τρίτος εναγόμενος- τρίτος αναιρεσίβλητος κατά το παρατιθέμενο στην ένδικη αγωγή χρονικό διάστημα, ήταν γενικός διευθυντής Έργων της πρώτης εναγομένης -πρώτης αναιρεσίβλητης. Ότι η πρώτη εναγομένη- πρώτη αναιρεσίβλητη ανακηρύχθηκε ανάδοχη εταιρεία διαγωνισμού που προκηρύχθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών τον Ιανουάριο του έτους 2007 με αντικείμενο την άσκηση δειγματοληπτικών ποιοτικών ελέγχων ["Ειδικός Σύμβουλος Ποιοτικού Ελέγχου" (ΕΣΠΕΛ)] στα συγχρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση έργα που εκτελούνταν στην Ελλάδα. Ότι στις 19.9.2008, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι διάρκειας μέχρι και την ολοκλήρωση του έργου "Ε.Σ.Π.ΕΛ", προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη- πρώτη αναιρεσίβλητη για να εργασθεί σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση και στο ωράριο των εργοταξίων, με την ιδιότητά του ως μηχανικού ποιοτικού ελέγχου με μηνιαίο μισθό ύψους 4.500 ευρώ και με κάλυψη από την πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσίβλητη των εξόδων του παράστασης και μετακίνησης. Ότι σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας του τα καθήκοντα του περιελάμβαναν την πραγματοποίηση επιτόπιων επιθεωρήσεων, αυτοψιών, δειγματοληπτικών ελέγχων ποιότητας, συλλογή δειγμάτων υλικών και εκτέλεση επί τόπου δοκιμών σε διάφορα δημόσια έργα που εκτελούνταν μόνο στις περιοχές της …, της … και της …. Ότι μετά τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2008 του ζητήθηκε να εκτελεί τα ως άνω καθήκοντά του και σε άλλες περιοχές ανά την Ελλάδα, εκτός εκείνων που είχαν συμφωνηθεί. Ότι, αν και στην αρχή διαμαρτυρήθηκε για την ως άνω μεταβολή των όρων εργασίας του, στη συνέχεια την αποδέχθηκε και πραγματοποιούσε την εργασία του στα διάφορα δημόσια έργα που εκτελέσθηκαν ή θα εκτελούνταν σε όλη την Ελλάδα. Ότι παρά την εκ μέρους του συνεπή παροχή εργασίας, η πρώτη εναγομένη- πρώτη αναιρεσίβλητη καθυστερούσε την καταβολή των μηνιαίων του μισθών μέχρι τις 16.12.2008, οπότε και έλαβε για πρώτη φορά το ποσό των 5.000 ευρώ, έναντι των δεδουλευμένων του αποδοχών. Ότι μαζί με την ως άνω καταβολή ο τρίτος εναγόμενος -τρίτος αναιρεσίβλητος, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης -πρώτης αναιρεσίβλητης, του ζήτησε, προκειμένου αυτός (δηλαδή ο ενάγων -αναιρεσείων) να λάβει και τις υπόλοιπες οφειλόμενες αποδοχές του, να υπογράψει σύμβαση, στην οποία να αναφερόταν ως εργολάβος και όχι ως εργαζόμενος, και με όρους, μεταξύ των άλλων, ότι βαρυνόταν με τα έξοδα μετακίνησης και ασφάλισης της αστικής του ευθύνης, ότι όφειλε να εκδίδει τιμολόγια για την πληρωμή του, να μεταβιβάσει τα πνευματικά δικαιώματα της εργασίας του, να παύσει να διατηρεί ή να συνάπτει επ' αμοιβή συναλλακτική σχέση με άλλο φορέα ή τεχνική εταιρεία που εκτελεί δημόσια έργα και η πρώτη εναγόμενη- πρώτη αναιρεσίβλητη μπορούσε μονομερώς και αζημίως να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση. Ότι αρνήθηκε την υπογραφή των ανωτέρω, διότι δεν ήταν τα συμφωνηθέντα με την αρχική προφορική τους σύμβαση. Ότι κατά τις αρχές Ιανουάριου του έτους 2009 ο τρίτος εναγόμενος- τρίτος αναιρεσίβλητος του πρότεινε να υπογράψει νέο κείμενο σύμβασης και να αμειφθεί για την περίοδο 20.9.2008 μέχρι 31.12.2008. Ότι, επειδή και πάλι οι όροι, που διέφεραν από την αμέσως προηγούμενη, δεν ήταν εκείνοι της αρχικής σύμβασης εργασίας του, ο ενάγων -αναιρεσείων αρνήθηκε την υπογραφή της, πλην όμως η πρώτη εναγομένη - πρώτη αναιρεσίβλητη του κατέβαλε μισθούς συνολικού ύψους 8.365 ευρώ. Ότι στις 18.2.2008 ο τρίτος εναγόμενος-τρίτος αναιρεσίβλητος του πρότεινε την υπογραφή νέας σύμβασης, αναθεωρημένης και προχρονολογημένης από το έτος 2008 με συνημμένα παραρτήματα και με όρους να θεωρείται ελεύθερος επαγγελματίας και να χρεώνεται τα δικά του έξοδα παράστασης και μετακίνησης, την οποία απέρριψε, καθότι περιείχε όρους δυσμενέστερους από την προφορική σύμβαση εργασίας, που είχε συνάψει με την πρώτη εναγομένη -αναιρεσίβλητη. Ότι η τελευταία, εν αγνοία του, τον είχε συμπεριλάβει στην αρχική Γενική Οργανωτική Μελέτη του έργου και τον είχε δηλώσει ως μόνιμο έμμισθο προσωπικό, αλλά όταν ανακηρύχθηκε ανάδοχος του έργου, πρότεινε προφορικά την πρόσληψή του ως έμμισθο προσωπικό, προσφέροντάς του την καταβολή σταθερά υψηλού μισθού. Ότι, επειδή τα ανωτέρω συνιστούν ουσιώδη βλαπτική μεταβολή των όρων της από 19.9.2008 σύμβασης εργασίας του και σπουδαίο λόγο για την από αυτόν καταγγελία της, ο ενάγων-αναιρεσείων απέστειλε στους δυο πρώτους εναγομένους -αναιρεσίβλητους την από 31.3.2009 εξώδικη δήλωση, με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, εξαιτίας της επιχειρούμενης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των συμφωνημένων προφορικώς όρων αυτής και ταυτόχρονα τους κάλεσε να του καταβάλουν για το μέχρι την καταγγελία χρονικό διάστημα: α) δεδουλευμένους μισθούς ύψους 15.000 ευρώ, β) επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα ύψους 1.908 ευρώ και 1.687,75 ευρώ αντίστοιχα και γ) αναλογία επιδόματος αδείας ύψους 1.193,75 ευρώ και για το χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία και μέχρι τη λήξη της σύμβασης εργασίας του (δηλαδή από 1.4.2009 μέχρι 13.8.2013):α) μισθούς ύψους 238.500 ευρώ, β) επιδόματα Χριστουγέννων ύψους 19.980 ευρώ, γ) επιδόματα Πάσχα ύψους 9.475 ευρώ, γ) επιδόματα αδείας ύψους 9.937,5 ευρώ και δ) αποζημίωση αδείας 40.500 ευρώ. Ότι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι- δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι ευθύνονται εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της εγγυητικής ευθύνης τους κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι επιπλέον η πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσίβλητη, του οφείλει τις αποδοχές του διαστήματος από 15.2.2008 μέχρι 19.9.2008, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθότι προσέφερε σε αυτήν την εργασία του επί τετράωρο δύο φορές την εβδομάδα χωρίς να αμειφθεί. Ότι παράλληλα με την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ευθύνη της πρώτης εναγομένης-πρώτης αναιρεσίβλητης υπάρχει και αδικοπρακτική της ευθύνη, καθότι του απέκρυψε ότι τον είχε συμπεριλάβει στη Γενική Οργανωτική Μελέτη που υπέβαλε για τον φάκελο υποψηφιότητάς της, γεγονός που αιτιωδώς συνέβαλε αυτή να αναδειχθεί ανάδοχος του έργου "Ε.Σ.Π.ΕΛ" και αφετέρου λόγω της μη απόδοσης στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα των από 15.2.2008 μέχρι 19.9.2008 δεδουλευμένων του αποδοχών, συνολικού ύψους 46.504,50 ευρώ, αν και τις είχε εισπράξει για λογαριασμό του από τον κύριο του έργου και ότι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι -αναιρεσίβλητοι, ως όργανα της πρώτης εναγομένης -αναιρεσίβλητης, τελώντας με πρόθεση όλα τα ως άνω εκτεθέντα, προσέβαλαν την προσωπικότητά του, για την αποκατάσταση της οποίας οφείλουν να του καταβάλουν εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 90.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων -αναιρεσείων ζήτησε: α) να υποχρεωθούν εις ολόκληρο οι εναγόμενοι -αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν με βάση την υποχρέωσή τους από τη μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης -αναιρεσίβλητης σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού για μισθούς, αποδοχές αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από τις 20.9.2008 μέχρι τις 13.8.2013 (ημερομηνία περάτωσης του έργου και λήξης της σύμβασης εργασίας του) το συνολικό ποσό των 338.181,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής, β) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις το συνολικό ποσό των 46.504,50 ευρώ, για μη καταβληθείσες στον ενάγοντα -αναιρεσείοντα, αλλά εισπραχθείσες για λογαριασμό τούτου από τον κύριο του έργου δεδουλευμένες του αποδοχές που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 15.2.2008 μέχρι 19.9.2008, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι -αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον 90.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης και δ) να απαγγελθεί σε βάρος καθενός από τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους -αναιρεσίβλητους προσωπική κράτηση διάρκειας έξι μηνών για κάθε ημέρα καθυστέρησης συμμόρφωσής τους με την εκδοθησόμενη απόφαση. Επί της ένδικης αγωγής, όπως αυτή περιορίστηκε πρωτοδίκως, εκδόθηκε η με αριθμό 1616/18.9.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού έκρινε επί της ουσίας ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα -αναιρεσείοντα με την πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσίβλητη είναι σύμβαση έργου, στη συνέχεια έκρινε το ίδιο καθ' ύλη αναρμόδιο να δικάσει τη διαφορά και παρέπεμψε την αγωγή να εκδικασθεί κατά την τακτική διαδικασία στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο. Κατά της πρωτόδικης απόφασης, ο ενάγων -αναιρεσείων άσκησε την από 1.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης .../2017 έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 2646/2019 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, μετά από την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα -αναιρεσείοντα και την πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσίβλητη έχει το χαρακτήρα της σύμβασης έργου και ότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ. α, 3 παρ. 1, 9 εδαφ. α', β' και γ', 10, 12 παρ. 1, 13 και 18 του ΚΠολΔ αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο να δικάσει την ένδικη αγωγή του ενάγοντος -αναιρεσείοντος είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Κατόπιν αυτού, επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί τα ίδια και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 953/2020). Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 968/2020, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 1928/2013). Αντικείμενο της σύμβασης έργου μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1469/2018, ΑΠ 44/2017). Σε κάθε όμως περίπτωση, τη σύμβαση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 2186/2014). Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή σύμβασης έργου, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ ΑΠ 13/2017, Ολ ΑΠ 8/2011, ΑΠ 9/2023). Η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της σχέσης εξάρτησης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ο ενάγων επικαλείται καθ' υποφορά στην αγωγή του και από τα οποία συνάγεται το στοιχείο της εξάρτησης, αποτελεί άρνηση του χαρακτήρα της εργασίας ως εξηρτημένης (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1064/2020, ΑΠ 1327/2010, ΑΠ 563/2005). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αυτός δε ο λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 8/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι το Εφετείο: α) δεν απάντησε επί του πρώτου λόγου της έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε τη με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών του διατυπωθείσα ένστασή του ότι είναι αόριστη η ένσταση των αναιρεσίβλητων περί δήθεν κατάρτισης μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσίβλητης σύμβασης έργου και μη σύναψης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και β) παρά το νόμο (άρθρο 262 του ΚΠολΔ) δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ως άνω ένσταση των αντιδίκων του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Τούτο διότι, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων, ότι η έννομη σχέση που συνέδεε την πρώτη αναιρεσίβλητη και τον αναιρεσείοντα ήταν σύμβαση έργου, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής του τελευταίου, με την οποία ισχυρίζεται ότι είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγομένη - πρώτη αναιρεσίβλητη με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι από την αθέτηση της εν λόγω εργασιακής σύμβασης προέκυψαν οι με την ένδικη αγωγή επιδιωκόμενες χρηματικές του απαιτήσεις. Επομένως, αφού πρωτοδίκως δεν προβλήθηκε ένσταση των εναγομένων -αναιρεσιβλήτων, καταλυτική των δια της ένδικης αγωγής επιδιωκόμενων αξιώσεων του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, αλλά οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι -αναιρεσίβλητοι αιτιολογημένα αρνήθηκαν το χαρακτήρα της συναφθείσας μεταξύ της πρώτης εξ αυτών και του ενάγοντος-εκκαλούντος -αναιρεσείοντος σύμβασης, το Εφετείο, που δεν απάντησε στον πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, με τον οποίο, εσφαλμένα, υποστηριζόταν ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων- εφεσιβλήτων -αναιρεσιβλήτων, περί ύπαρξης μεταξύ της πρώτης εξ αυτών και του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος σύμβασης έργου, συνιστά ένσταση (ενώ είναι αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής), και δεν απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αόριστο, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. . Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 409/2022, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018), ούτε το περιεχόμενο νομικής διάταξης, για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 409/2022). Με το δεύτερο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο: α) έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι έκρινε ως ορισμένη την ένσταση των αναιρεσίβλητων περί δήθεν κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου και β) δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτά και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη της την αντένσταση του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της ως άνω ένστασης των αντιδίκων του. Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο του σκέλη είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ισχυρισμός των εναγομένων -αναιρεσίβλητων ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης -αναιρεσίβλητης σύμβαση έργου και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν συνιστά ένσταση, αλλά αιτιολογημένη άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί ύπαρξης μεταξύ των ως άνω διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που έχει ως συνέπεια, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010, με το οποίο καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο υπέρ της εξαρτημένης εργασίας, οι εναγόμενοι -αναιρεσίβλητοι να οφείλουν να αποδείξουν (κατά κύρια απόδειξη) το αντίθετο του συναγόμενου ως άνω νόμιμου μαχητού τεκμηρίου (περί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας). Επομένως, με δεδομένο ότι η απλή ή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, κατά την αμέσως ως άνω εκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν στοιχειοθετούνται οι αποδιδόμενες στο Εφετείο με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναιρετικές πλημμέλειες. Από τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (ΟλΑΠ 5/2003, ΟλΑΠ 3/1991, ΟλΑΠ 30/1995, ΑΠ 328/2020, ΑΠ 473/2019, ΑΠ 1477/2013). Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση δεν ιδρύεται ούτε ο από τον αριθμό 1 ή από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται στην πλημμέλεια της εκ μέρους του ίδιου δικαστηρίου ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί της καθ' ύλην αρμοδιότητας διατάξεις είναι δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το εν λόγω δικαστήριο την κρίση του περί αρμοδιότητας ή μη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάσθηκε, αφού τελικά με την απόφαση εκείνου, δεν επιλύεται τίποτε άλλο παρά μόνο το δικονομικό ζήτημα του ποίο είναι το για τη συγκεκριμένη υπόθεση καθ' ύλη αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1477/2013, ΑΠ 257/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της έφεσής του, εσφαλμένα έκρινε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, δεν ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να τη δικάσει κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Το αποδιδόμενο αυτό σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε από άλλο αριθμό αυτού του άρθρου. Τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 ή από άλλο αριθμό του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης, ως εν προκειμένω. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος είναι απαράδεκτος. Τέλος, οι αιτιάσεις που διατυπώνονται στα 15ο και 22ο φύλλα του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο υπέπεσε και στις από τους αριθμούς 1, 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, χωρίς, όμως, να αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε συγκεκριμένη πλημμέλεια από αυτές που ορίζονται στους ως άνω αριθμούς του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστες. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη, από 2.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2646/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης και τρίτου αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν με κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Ο αναιρεσείων, όμως, δεν πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή και των δικαστικών εξόδων του δεύτερου αναιρεσίβλητου, διότι ο τελευταίος δεν παρέστη, ούτε εκπροσωπήθηκε κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από πληρεξούσιο Δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2646/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης και τρίτου αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ