Αριθμός 838/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Δ. Τ., 2) Χ. Τ. του Δ., και 3) Μ. Τ. του Δ., συζ. Ι. Σ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Δ. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ο. Τ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2003 του ιδίου Δικαστηρίου και 430/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/12/2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 12/1/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά παροδοχή των ως άνω λόγων της. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, για την άσκηση της αναίρεσης, όπως και για κάθε κατ' ιδίαν λόγο αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον (άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ). Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία αυτού κρίνεται από την πλημμέλεια που αποδίδεται με το αναιρετήριο στην προσβαλλομένη απόφαση και από την βλάβη, που υφίσταται ο αναιρεσείων από την πλημμέλεια αυτή. Για το ορισμένο, επομένως, του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης είναι απαραίτητο να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ως άνω βλάβη, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δέχθηκε, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της ένδικης διεκδικητικής αγωγής της ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, αφού η δήλωσή της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι "δεν εισάγει την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο" δεν ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικόγραφο. Οι αναιρεσείοντες όμως δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο κανένα περιστατικό, από το οποίο να προκύπτει το έννομο συμφέρον τους για την αναίρεσή της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη διάταξή της με την οποία θεωρήθηκε καταργημένη η δίκη ως προς τον δεύτερο εναγόμενο. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτος ως αόριστος. 2- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση που πρόβαλαν με λόγο έφεσης για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελές Πρωτοδικείο) και δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ'ύλην Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα, και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού (άρθρο 974 ΑΚ). Εκείνος, που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του. Για την έναρξη της 20ετίας δεν απαιτείται να γνωστοποιήσει σε κανένα ο χρησιδεσπόζων την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων, όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας. Εξάλλου, ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 7/2002, 8/2001). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τα επίδικα ακίνητα είναι 1) ένα οικόπεδο με αριθμό 7, που βρίσκεται στον οικισμό του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Σελλών Ιωαννίνων, εμβαδού 540 τμ, το οποίο συνορεύει βόρεια με οικόπεδο αριθμό 8 και από τις ο λοιπές πλευρές με κοινόχρηστο χώρο και 2) ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στην ίδια πιο πάνω περιοχή και στη θέση ..., εμβαδού 6.000 τ.μ. και συνορεύει με ιδιοκτησίες Φ. Π., Γ. Δ. και με δημοτικό δρόμο. Τα πιο πάνω ακίνητα είχαν περιέλθει στην κυριότητα του πατέρα των διαδίκων Χ. Τ., το πρώτο δυνάμει του 267/9-11-1971 παραχωρητηρίου του Κέντρου Κοινωνικής Πολιτικής Νομαρχίας Ιωαννίνων, που μεταγράφηκε νόμιμα και το δεύτερο με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον κατείχε και νεμόταν αυτό πέραν της εικοσαετίας. Το έτος 1977 πέθανε ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των διαδίκων και κατέλιπε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε. και τα τρία τέκνα του, μεταξύ των οποίων και οι διάδικοι, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου τον καθένα. Στις 18-12-1989 πέθανε και η μητέρα των διαδίκων, η οποία το πιο πάνω ποσοστό της επί της κληρονομιάς του συζύγου της κατέλειπε στην ενάγουσα θυγατέρα της δυνάμει της .../16-3-1987 δημόσιας διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Ευθυμιάδη, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 278/ 1999 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Με τις ... και .../2000 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ι. Παππά, που μεταγράφηκαν νόμιμα, η ενάγουσα αποδέχθηκε τόσο την εξ αδιαθέτου κληρονομία του πατέρα της κατά το ποσοστό των 2/8 αδιαιρέτως, όσο και την εκ διαθήκης της μητέρας της κατά το έτερο ποσοστό των 2/8 αδιαιρέτως, που είχαν περιέλθει στην τελευταία από την κληρονομιά του συζύγου της. Έτσι, η ενάγουσα έγινε συγκυρία κατά ποσοστό 4/8 αδιαιρέτως των πιο πάνω ακινήτων, τα οποία συμπεριλαμβάνονταν στην κληρονομιαία περιουσία των γονέων της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων γεωργοκτηνοτρόφος, μέχρι το χρόνο του θανάτου του νεμόταν τα κληρονομιαία ακίνητα, διαμένοντας στην οικία και βόσκοντας τα ζώα του στο αγροτεμάχιο και στη συνέχεια η σύζυγός του, μητέρα των διαδίκων και ουδέποτε παραιτήθηκαν από τη νομή τους, καθόσον είχαν άμεση ανάγκη αυτών, αφού δεν είχαν άλλους πόρους. Ρητή και κατηγορηματική στο σημείο αυτό είναι κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, εξαδέλφης των διαδίκων, η οποία καταθέτει ότι ένα χρόνο πριν πεθάνει ο πατέρας των διαδίκων της είχε πει ότι το σπίτι είναι για όλους. Άλλωστε, ο εναγόμενος ζούσε μόνιμα στη Γερμανία και ουδεμία ανάγκη είχε αυτών, σε αντίθεση με την ενάγουσα η οποία διέμενε κοντά στους γονείς και τους φρόντιζε. Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύει και το γεγονός ότι η μητέρα των διαδίκων το μερίδιό της από την κληρονομία του συζύγου της, πριν το θάνατό της, μεταβίβασε στην ενάγουσα σε αναγνώριση της προσφοράς της σε όλη την οικογένεια. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες οι σχετικές ενστάσεις του (πρώτου) εναγομένου, περί ιδίας κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων και της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, που προβάλλει επικουρικά, "καθόσον οι δαπάνες στις οποίες αυτός προέβη για την επισκευή της πατρικής οικίας, δεν έγιναν λόγω της πεποίθησης που του δημιούργησε η αδράνεια της ενάγουσας, ώστε να δικαιολογείται η θυσία του αξιουμένου από αυτή δικαιώματος, αλλά από ενδιαφέρον στους γονείς και σε κάθε περίπτωση μπορεί να τις αναζητήσει ως καλόπιστος νομέας, κατά τη διάταξη του άρθρου 1103 ΑΚ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμες τις πιο πάνω ενστάσεις ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, που πρότεινε ο αρχικώς πρώτος εναγόμενος, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του οι αναιρεσείοντες, δέχθηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που αφορούν τις ενστάσεις ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αναφορικά με την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση περί απόκτησης ιδίας κυριότητας στα επίδικα ακίνητα εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου-άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν αναφέρει η απόφαση αν έλαβε χώρα ή μη η επικαλούμενη κατά το έτος 1971 άτυπη παραχώρηση των επίδικων ακινήτων στον τελευταίο από τον πατέρα του και δεν γίνεται καμία αναφορά για τη διενέργεια ή μη πράξεων εκ μέρους αυτού, επί των επίδικων ακινήτων και ο χρόνος που αυτές διενεργήθηκαν. Περαιτέρω, ενώ το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται ότι ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων, μέχρι το χρόνο του θανάτου του νεμόταν τα κληρονομιαία ακίνητα, διαμένοντας στην οικία και βόσκοντας τα ζώα του στο αγροτεμάχιο και στη συνέχεια η σύζυγός του, μητέρα των διαδίκων και (ότι) ουδέποτε παραιτήθηκαν από τη νομή τους, στη συνέχεια κατά τρόπο αντιφατικό αναφέρει ότι ο αρχικώς εναγόμενος ήταν καλόπιστος νομέας κατά το χρόνο διενέργειας των δαπανών επισκευής της πατρικής οικίας, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν, (όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει) κατά το χρόνο που οι γονείς του ζούσαν. Τέλος, όσον αφορά την επίσης παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει, αν ο αρχικώς εναγόμενος προέβη ή μη στις επικαλούμενες (σημαντικής αξίας) δαπάνες αξιοποίησης των επίδικων ακινήτων, αν αυτές έγιναν υπό τα όμματα, αρχικώς των γονέων του και μετά το θάνατό τους της ενάγουσας και αν η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δικαιολογούν ή μη τη μεταγενέστερη άσκηση του ένδικου δικαιώματος, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμογής ή μη των προδιαληφθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 974, 1045 και 281 ΑΚ. Επομένως, είναι βάσιμοι οι συναφείς, κατ' ορθή αρίθμηση, τρίτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση (και) της ευθείας παραβίασης της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απαράδεκτος, διότι, εφόσον η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, συνεπεία της οποίας καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμογής ή μη της διάταξης αυτής, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.1 λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού νόμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 430/2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ