Αριθμός 157/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. Κ., Αντιπροέδρου του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …, κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Φ., δικηγόρου, κατοίκου … ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Κλουκίνα, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1042/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3059/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 17 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού). Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητας του ανθρώπου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξ άλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ. ΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ'ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως , ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, που ορίζει ότι το νομικό πρόσωπο (όπως είναι και η ανώνυμη εταιρία) ευθύνεται για πράξεις ή παραλήψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι οι ακόλουθες: α) Πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις του ΑΚ, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, β) να πρόκειται πράξη ή η παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο, και γ) η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων αυτών κατά κατάχρηση της εξουσίας του. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια που παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρον και αυτό και το νομικό πρόσωπο, δηλαδή το νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη μετά του καταστατικού οργάνου του ευθύνη αποζημίωσης (ΑΠ 1485/2010). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ` αυτή προκύπτει (αρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: << Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία …(δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), ήταν από το έτος 1969 εμπορικός αντιπρόσωπος της βελγικής εταιρίας με την επωνυμία "PIONEER EUROPE N.V.". Η τελευταία στις 31-03-2003 δεν προέβη στην ανανέωση της πολυετούς μεταξύ τους συμβατικής σχέσης, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διαφοράς μεταξύ των δύο εταιριών. Εξαιτίας δε αυτής της διαφοράς η πρώτη εναγομένη Α.Ε. κατέθεσε την από 28-07-2003 προσφυγή της ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, αρξαμένης της σχετικής υπ' αριθ…/MS διαιτητικής διαδικασίας. Στη διαδικασία αυτή συμμετείχε ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ως ένας εκ των διαιτητών, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της ως άνω βελγικής εταιρίας ήταν ο Βασίλειος Χατζηϊωάννου και ο πατέρας αυτού Αντώνιος Χατζηϊωάννου. Ενώ η υπόθεση είχε συζητηθεί ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου και αναμενόταν η έκδοση αποφάσεως, οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν ότι ο ενάγων υπήρξε επιβλέπων καθηγητής του εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων της αντιδίκου τους, Βασιλείου Χατζηϊωάννου, κατά τη διάρκεια της εκπόνησης της διδακτορικής διατριβής αυτού και Πρόεδρος της Επιτροπής Καθηγητών της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, η οποία είχε εγκρίνει τη διδακτορική διατριβή του. Ο εν λόγω πληρεξούσιος δικηγόρος είχε εκπονήσει διδακτορική διατριβή με τίτλο "Τα ασφαλιστικά μέτρα στο ελληνικό δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού", η οποία είχε δημοσιευθεί το έτος 2004. Την έκδοση αυτή είχε προλογήσει ο ενάγων με το σχετικό από 1-7-2004 σημείωμά του, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος και συγγραφέας είχε ευχαριστήσει τον καθηγητή του με τις από 15-7-2004 ευχαριστίες. Η πρώτη εναγομένη, μόλις πληροφορήθηκε την ως άνω σχέση μεταξύ του ενάγοντος και του πληρεξουσίου δικηγόρου της αντιδίκου της (η οποία δεν μπορεί άνευ άλλου τινός να χαρακτηρισθεί και ως φιλική), υπέβαλε την από 6-6-2005 αίτηση εξαιρέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εν λόγω δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 84375/4301/2005, καθώς και την από 6-6-2005 αίτηση εξαιρέσεως ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, που απεστάλη στη γραμματεία του. Ακολούθως κατέθεσε την από 9-6-2005 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, μεταξύ άλλων και κατά του ενάγοντος. Στα δικόγραφά της αυτά η πρώτη εναγομένη ανέφερε την ως άνω σχέση καθηγητή-φοιτητή μεταξύ του ενάγοντος και του πληρεξουσίου δικηγόρου της αντιδίκου της βελγικής εταιρίας, καθώς και ότι, εξαιτίας και της άνω σχέσεως, συνέτρεχε λόγος εξαιρέσεως του ενάγοντος από την ανωτέρω διαιτητική δίκη, γεγονός που ο ίδιος εν γνώσει του είχε αποσιωπήσει, τελώντας κατά συνέπεια το αδίκημα του άρθρου 254 ΠΚ. Υποστήριζε ακόμη η πρώτη εναγομένη στα ίδια δικόγραφα ότι ο ενάγων είχε σχέσεις φιλίας με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, γεγονός το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της αποτελούσε λόγο εξαιρέσεως ο οποίος αποσιωπήθηκε από τον ενάγοντα εν γνώσει του και ότι η επιστημονική σειρά "Θρακικές Νομικές Μελέτες", υπό την επιστημονική διεύθυνση του ενάγοντος, είχε συμβάλει στις δαπάνες εκδόσεως της διδακτορικής διατριβής του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου. Η πρώτη εναγομένη κατέθεσε επίσης στη γραμματεία του Διαιτητικού Δικαστηρίου την από 21-6-2005 επιχειρηματολογία της, στην οποία αναφέρει όλα τα ανωτέρω και επιπροσθέτως, προς ενίσχυση του ισχυρισμού της περί σχέσεως εξαρτήσεως μεταξύ του ενάγοντος και του πληρεξουσίου δικηγόρου της αντιδίκου της, ανέφερε ότι ήταν υπό έρευνα εάν ο ενάγων είχε παράσχει γνωμοδοτήσεις σ' αυτούς έναντι ανταλλάγματος. Μετά δε την κατάθεση της άνω επιχειρηματολογίας, η πρώτη εναγομένη κατέθεσε την από 1-7-2005 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθ. καταθ. 8545/2005), στην οποία, αναφέροντας επίσης όλα τα ανωτέρω, ζητούσε να υποχρεωθεί ο ενάγων να επιδείξει τις τυχόν γνωμοδοτήσεις που είχε χορηγήσει στους άνω πληρεξουσίους δικηγόρος της αντιδίκου αυτής σχετικά με την ανωτέρω διαφορά της με την βελγική εταιρία ή σχετικά με οποιαδήποτε άλλη υπόθεση. Παράλληλα η πρώτη εναγομένη στις 16-7-2005 κατέθεσε την από 14-7-2005 μήνυσή της, ενώπιον του ίδιου Εισαγγελέα, σε βάρος, μεταξύ άλλων, και του ενάγοντος, κατηγορώντας αυτόν ότι συμμετείχε σε απόπειρα απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, τελεσθείσα διά της από 15-6-2005 ψευδούς, κατά τους ισχυρισμούς της, επιστολής του εκδότη Α. Σ., που προσκομίστηκε στο δικαστήριο προς απόδειξη του ισχυρισμού του ενάγοντα περί μη καταβολής των δαπανών εκδόσεως της διδακτορικής διατριβής του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου από τη σειρά "Θρακικές Νομικές Μελέτες", που αυτός διηύθυνε. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί επιδείξεως των τυχόν γνωμοδοτήσεων του ενάγοντος απερρίφθη λόγω αοριστίας με την υπ' αριθ. 7283/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης, η Ολομέλεια του ανωτέρω Διαιτητικού Δικαστηρίου με τη σχετική από 26-8-2005 απόφασή της απέρριψε την αίτηση εξαιρέσεως του ενάγοντος από τα καθήκοντα του διαιτητή, που είχε υποβάλλει η πρώτη εναγομένη. Στη συνέχεια μεταξύ της τελευταίας και της άνω βελγικής εταιρίας επήλθε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και υπεγράφη στην …το σχετικό από 20-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό. Μετά την εξέλιξη αυτή, η πρώτη εναγομένη παραιτήθηκε από το δικαίωμα και το δικόγραφο της αιτήσεως εξαιρέσεως, η οποία εκκρεμούσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ σχετικά με τις δύο μηνύσεις της, με τις από 18-10-2005 σχετικές δηλώσεις της ενώπιον του Πταισματοδικείου παραιτήθηκε από την παράσταση πολιτικής αγωγής, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων (μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος) και ότι προέβη στην κατάθεση των σχετικών μηνύσεων από συγγνωστή νομική πλάνη ως προς τα στοιχεία που ετέθησαν υπόψη. Με τα παραπάνω δικόγραφά της η πρώτη εναγομένη με πρόθεση ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων ότι μεταξύ του ενάγοντος και του Βασ. Χατζηϊωάννου, πληρεξουσίου δικηγόρου της αντιδίκου της, υπήρχαν σχέσεις φιλίας, που αποτελούσαν λόγο εξαιρέσεως του ενάγοντος από τα καθήκοντα του διαιτητή στην άνω διαιτητική διαδικασία και ότι ο τελευταίος το είχε αποσιωπήσει εν γνώσει του. Ο ισχυρισμός αυτός της πρώτης εναγομένης αποτελούσε γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, όπως πράγματι συνέβη. Το γεγονός δε αυτό ήταν ψευδές, αφού ο ενάγων ουδέποτε διατηρούσε σχέσεις φιλίας με τον Βασίλη Χατζηϊωάννου, πέραν των τυπικών σχέσεων καθηγητή-σπουδαστή, ούτε βέβαια αποσιώπησε σχετικό λόγο εξαίρεσης, αφού δεν υπήρχε τέτοιος λόγος. Η πρώτη δε εναγομένη ισχυρίσθηκε και διέδωσε το γεγονός αυτό εν γνώσει της ότι ήταν ψευδές, αφού δεν διέθετε κανένα στοιχείο που να την οδηγεί στην πεποίθηση ότι όντως υπήρχαν σχέσεις φιλίας μεταξύ του ενάγοντος και του πληρεξουσίου δικηγόρου της αντιδίκου εταιρίας. Επομένως, αφού πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφήμησης δεν αρκεί το επικαλούμενο από την πρώτη εναγομένη δικαιολογημένο ενδιαφέρον της προς επιφύλαξη του δικαιώματός της για δίκαιη διαιτητική δίκη, προς άρση του παρανόμου της συμπεριφοράς της. Επίσης, η πρώτη εναγομένη με την από 14-7-2005 μήνυσή της ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, την οποία κατέθεσε στις 16-7-2005 σε βάρος και του ενάγοντος, με πρόθεση ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων ότι ο ενάγων συμμετείχε σε απάτη ενώπιον του Δικαστηρίου, τελεσθείσα διά της από 15-6-2005 δήθεν ψευδούς επιστολής του εκδότη Α. Σ., που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη του ισχυρισμού του ενάγοντος περί μη καταβολής των δαπανών εκδόσεως της παραπάνω διδακτορικής διατριβής του Βασ. Χατζηϊωάννου από τη σειρά "Θρακικές Νομικές Μελέτες", που διηύθυνε ο ενάγων. Και ο ισχυρισμός αυτός της πρώτης εναγομένης αποτελούσε γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, όπως και έγινε, ήταν δε ψευδής αφού ο Βασ. Χατζηϊωάννου είχε αναλάβει μόνος του τις δαπάνες εκδόσεως της διδακτορικής του διατριβής ενώ και στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί το επικαλούμενο, από την πρώτη εναγομένη δικαιολογημένο ενδιαφέρον της προς διαφύλαξη του δικαιώματός της για τη δίκαιη διαιτητική δίκη, προς άρση του παρανόμου της συμπεριφοράς της, αφού πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφημήσεως. Αντίθετα η πρώτη εναγομένη, με το δικόγραφο της επιχειρηματολογίας της ενώπιον του ως άνω διαιτητικού δικαστηρίου και με το δικόγραφο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί επιδείξεως τυχόν γνωμοδοτήσεων του ενάγοντος προς τους πληρεξουσίους δικηγόρους της αντιδίκου της εταιρίας, δεν συκοφάντησε τον ενάγοντα, όπως αυτός ισχυρίζεται, ούτε έβλαψε με οποιοδήποτε τρόπο την τιμή και την υπόληψή του, αφού τυχόν ύπαρξη τέτοιων γνωμοδοτήσεων ήταν το ζητούμενο με τα δικόγραφα αυτά, η πρώτη δε εναγομένη δεν ισχυρίσθηκε ότι όντως υπήρχαν τέτοιες γνωμοδοτήσεις, ενώ παράλληλα είναι σύνηθες νομικοί αυξημένου κύρους να παρέχουν εγγράφως γνωμοδοτήσεις επί νομικών θεμάτων, αν αυτό τους ζητηθεί. Με τις παραπάνω συκοφαντίες της (περί υπάρξεως σχέσεων φιλίας μεταξύ του ενάγοντος και του πληρεξουσίου δικηγόρου της αντιδίκου της πρώτης εναγομένης και περί εκδόσεως της διατριβής του τελευταίου από νομική σειρά της οποίας προΐστατο ο ενάγων, ο οποίος αποσιώπησε τους σχετικούς λόφους εξαιρέσεώς του από τα καθήκοντα του διαιτητή ), η πρώτη εναγομένη υποστήριξε και διέδωσε εν γνώσει της αναληθή γεγονότα που εξέθεσαν σε κίνδυνο την πίστη και το επάγγελμα του ενάγοντος, ενώ έβλαψε σημαντικά και με πρόθεση την προσωπικότητα αυτού και ειδικότερα την τιμή και την υπόληψή του, ενώπιον όλων όσων έλαβαν γνώση των ως άνω δικογράφων. Αποδείχθηκε επίσης ότι η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται κατ' αρχήν από το Δ.Σ. αυτής, που ενεργεί συλλογικά (άρθρο 18 του ν. 2190/1920). Δυνάμει δε του από 9-2-2004 πρακτικού της γενικής συνελεύσεως αυτής, που καταχωρήθηκε στο σχετικό μητρώο της Νομαρχίας Αθηνών στις 10-3-2004 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσείων) ορίστηκε αντιπρόεδρος του πενταμελούς Δ.Σ. αυτής, καθώς επίσης (όπως υπήρχε σχετική δυνατότητα από το καταστατικό της) ότι μπορούσε και μόνος του να εκπροσωπεί την εταιρία ειδικά και μόνον ενώπιον των πάσης φύσεως δικαστηρίων και δικαστικών αρχών. Κατά την εκτέλεση λοιπόν των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ως άνω και δυνάμει των σχετικών από 8 και 28 Ιουνίου 2005 πρακτικών του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης, ο δεύτερος εναγόμενος ενεργώντας ως όργανο εκπροσώπησης αυτής, κατέθεσε με πρόθεση τις παραπάνω μηνύσεις της, μεταξύ άλλων και κατά του ενάγοντος. Επίσης, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του παρείχε με πρόθεση εντολή στους δικηγόρους της να συντάξουν και να καταθέσουν για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης τα λοιπά προαναφερόμενα δικόγραφα, διά των οποίων προσεβλήθη σε μεγάλο βαθμό η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντος και εκτέθηκε σε κίνδυνο η πίστη και το επάγγελμα αυτού, όπως προεκτέθηκε. Συνεπώς, ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται εις ολόκληρον για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων από τις ανωτέρω πράξεις. Με βάση δε το βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων, το μέγεθος της βλάβης που προξένησαν στον ενάγοντα, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων και τις εν γένει συνθήκες τέλεσης των αδικημάτων, κρίνεται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, ευθύνονται εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής>>. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, και της εκπροσωπούμενης απ' αυτόν πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία επεδιώκετο η για την ηθική βλάβη αυτού χρηματική ικανοποίηση, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του από τον αναιρεσείοντα, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, με συμπεριφορά αυτού (αναιρεσείοντος), που συνιστούσε συκοφαντική δυσφήμηση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 71, 914, 920, 926, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, 363 και 367 του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου με συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση, η οποία τελέσθηκε υπό την άνω ιδιότητά του και στα πλαίσια των ανατεθέντων σ' αυτόν καθηκόντων από την πρώτη εναγομένη, και μη διάδικο στην παρούσα δίκη, ανώνυμη εταιρία, και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής και την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσειόντος από τη διάταξη του άρθρου 367 §1 του ΠΚ, αφού η προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος τελέσθηκε με πράξη συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση, ώστε να μην μπορεί να τύχει εν προκειμένω εφαρμογής η τελευταία αυτή διάταξη, ενόψει της αντίστοιχης τοιαύτης του άρθρου 367 παρ. 2α ΠΚ, που αποκλείει στην περίπτωση αυτή την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 71, 914, 920, 926, 932 του ΑΚ και 361, 362, 363 και 367 ΠΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, σε ότι αφορά τη γνώση του αναιρεσείοντος ως προς τα όσα ψευδή, εν γνώσει της αναληθείας τους, υπό την άνω ιδιότητά του, διέδωσε για τον αναιρεσίβλητο, με τα προαναφερόμενα δικόγραφα (αιτήσεις εξαιρέσεως κλπ), το Εφετείο, με σαφήνεια και πληρότητα καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων είχε γνώση της αναλήθειας των ψευδών γεγονότων που διέδωσε, με τις παραδοχές ότι με πρόθεση ισχυρίστηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων, με τα άνω δικόγραφα, ότι μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του Βασ. Χατζηϊωάννου, πληρεξουσίου δικηγόρου της αντιδίκου της εκπροσωπούμενης από τον αναιρεσείοντα εταιρίας, υπήρχαν σχέσεις φιλίας, που αποτελούσαν λόγο εξαιρέσεως αυτού από τα καθήκοντα του διαιτητή στη διαιτητική διαδικασία που αφορούσε τη σχετική υπόθεση, και ότι ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) το είχε αποσιωπήσει εν γνώσει του, ενώ το γεγονός αυτό ήταν ψευδές, και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου, αφού ο τελευταίος ουδέποτε διατηρούσε σχέσεις φιλίας με τον Βασίλη Χατζηϊωάνου, πέραν των τυπικών σχέσεων καθηγητή-φοιτητή, ώστε να μην συντρέχει λόγος εξαίρεσης, από την άνω διαιτητική διαδικασία, τον οποίο αποσιώπησε ο αναιρεσίβλητος, τελούσε δε ο αναιρεσείων εν γνώσει της αναληθείας του ψευδούς αυτού γεγονότος, αφού πέραν της ιδιότητας καθηγητή-σπουδαστή που γνώριζε ότι υπάρχει, δεν διέθετε κανένα στοιχείο που να τον οδηγεί στην πεποίθηση ότι όντως υπήρχαν σχέσεις φιλίας μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της αντιδίκου εταιρίας, προς αυτήν που εκπροσωπούσε. Ομοίως, επαρκώς αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το ψευδές γεγονός, που περιέλαβε ο αναιρεσείων στην προρρηθείσα από 15-6-2005 μήνυση, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρίας, και της γνώσης του ως προς την αναλήθεια του γεγονότος αυτού, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσίβλητος συμμετείχε σε απάτη ενώπιον δικαστηρίου, τελεσθείσα διά της από 15-6-2005 δήθεν ψευδούς επιστολής του εκδότη Α. Σ. που προσκομίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί μη καταβολής των δαπανών εκδόσεως της παραπάνω διδακτορικής διατριβής του Βασ. Χατζηϊωάννου από τη σειρά "Θρακικές Νομικές Μελέτες", που διηύθυνε ο αναιρεσίβλητος, με τις παραδοχές ότι αποδείχθηκε ότι ο Βασ. Χατζηϊωάννου είχε αναλάβει μόνος του τις δαπάνες εκδόσεως της διδακτορικής διατριβής του, ο δε αναιρεσείων προέβη στον ισχυρισμό του άνω γεγονότος, εν γνώσει της αναληθείας του, αφού χωρίς καμιά διαπίστωση, ή παράθεση κάποιων στοιχείων υποστήριξε ότι το περιεχόμενο της άνω επιστολής είναι ψευδές, προέβη δε στην ενέργεια αυτή για να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο την αξιόποινη πράξη της απάτης ενώπιον δικαστηρίου. Τέλος, δεν συνιστούν αντίφαση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την αναλήθεια των άνω γεγονότων, οι παραδοχές του Εφετείου ότι "με το δικόγραφο της επιχειρηματολογίας της εναγομένης εταιρίας ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου και με το δικόγραφο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων περί τυχόν γνωμοδοτήσεων του ενάγοντος προς τους πληρεξούσιους δικηγόρους της αντιδίκου της εταιρίας, δεν συκοφάντησε τον ενάγοντα, ούτε έβλαψε με οποιοδήποτε τρόπο την τιμή και την υπόληψή του", αφού τα συγκεκριμένα γεγονότα που αναφέρονται στα δικόγραφα αυτά (τυχόν γνωμοδοτήσεις του ενάγοντος στους πληρεξούσιους δικηγόρους της βελγικής εταιρίας), είναι τελείως διαφορετικά και άσχετα προς αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ότι συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση εις βάρος του αναιρεσίβλητου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 02-12-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3059/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ