Αριθμός 209/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αυγερινό Ανδρέου. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Τσαβδαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1452/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2045/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθ. 2045/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 1452/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για το ποσό των 44.325 ευρώ, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή κατά την ως άνω επικουρική της βάση ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των άρθρων 15 και 17 του ν. 1337/1983, 22 του ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.), 4 του α.ν.410/1908, όπως η παρ.1 αυτού αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 2 και 3 του ν. 651/1977, σαφώς συνάγονται, εκτός άλλων, και τα εξής: α) Ότι κάθε εργασία δόμησης, που επιτρέπεται να γίνει, υπό τις ισχύουσες διατάξεις, εντός οιουδήποτε οικισμού ή εκτός αυτού, πρέπει να μην εκτελείται άνευ αδείας της αρμόδιας Αρχής. Κάθε δε εργασία δόμησης, που εκτελείται άνευ αδείας της αρμόδιας Αρχής, θεωρείται αυθαίρετη. Ο χαρακτηρισμός κατασκευής τινός ως αυθαίρετης, η επιβολή προστίμου και η κατεδάφιση αυτής γίνεται με απόφαση του προϊσταμένου της, κατά τόπον, αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής και ότι πλέον τούτων, ήτοι της επιβολής προστίμου και της κατεδάφισης της αυθαίρετης κατασκευής, επιβάλλονται και ποινικές κυρώσεις εις βάρος του ιδιοκτήτη και του εργολάβου οικοδομών, που ανέλαβε την εκτέλεση της αυθαιρέτου κατασκευής. Και β) ότι παρά τις ως άνω αυστηρές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, που προβλέπονται για τα αυθαίρετα κτίσματα, ο νομοθέτης, με τις άνω διατάξεις, θέλησε να απαγορεύσει μόνο την παροχή του εργολάβου, ήτοι την κατασκευή του κτίσματος χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής και όχι και τη σύμβαση εργολαβίας, που καταρτίζεται μεταξύ του κυρίου του ακινήτου και του εργολάβου, για την κατασκευή του αυθαιρέτου κτίσματος. Δηλαδή στην άνω περίπτωση η σύμβαση εργολαβίας είναι έγκυρη και έχει εφαρμογή και επ` αυτής η διάταξη του άρθρου 365 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 362 - 364 του ίδιου Κώδικα, στις οποίες παραπέμπει η άνω διάταξη. Ειδικότερα: 1) αν ο εργολάβος αγνοεί, ανυπαιτίως, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εργολαβίας, ότι για την κατασκευή του κτίσματος, που ανέλαβε να ανεγείρει, χρειάζεται άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, τότε αυτός (εργολάβος) απαλλάσσεται από την υποχρέωση, που πηγάζει από τη σύμβαση αυτή, 2) αν ο εργολάβος γνωρίζει ή υπαιτίως αγνοεί ότι για την εκτέλεση του ως άνω έργου χρειάζεται άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, τότε υποχρεούται στο διαφέρον εκπληρώσεως, ήτοι σε αποζημίωση του εργοδότη για τη ζημία που έπαθε από τη μη εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου και, 3) αν η εκτέλεση του ως άνω έργου γίνεται χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, τότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, ήτοι παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιδικάσει μειωμένη αποζημίωση, ή να απαλλάξει εντελώς τον εργολάβο. Στην περίπτωση όμως που και οι δύο συμβαλλόμενοι τελούσαν εν γνώσει της απαγόρευσης και ήθελαν, ακριβώς, υπόσχεση της απαγορευμένης παροχής, ως τοιαύτης, ήτοι απέβλεπαν και οι δυο, με τη σύμβαση αυτή, στην εν γνώσει τους εκτέλεση παρανόμως των οικοδομικών εργασιών, που συμφώνησαν να εκτελεσθούν χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, τότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι άκυρη και η ως άνω σύμβαση εργολαβίας και όχι μόνον η παροχή του εργολάβου για έλλειψη πρόθεσης παραγωγής εννόμου αποτελέσματος. Εάν δε οι συμβαλλόμενοι έχουν εκπληρώσει τις παροχές τους, δικαιούνται να τις απαιτήσουν κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και μάλιστα για αιτία παράνομη, κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ. Ήτοι ειδικότερα, ο μεν εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει την αμοιβή, που κατέβαλε στον εργολάβο, ο δε εργολάβος δικαιούται να απαιτήσει, κατ` αναλογία αυτών, που ισχύουν επί άκυρης σύμβασης εργασίας, μόνο την απόδοση της ωφέλειας, που αποκόμισε ο εργοδότης, από την εκτέλεση της ως άνω παρανόμου παροχής του, η οποία (ωφέλεια), στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα συνίσταται στο χρηματικό ποσό, που θα δαπανούσε ο εργοδότης για την εκτέλεση του ίδιου ως άνω έργου, κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο και με τις ίδιες ως άνω συνθήκες και περιστάσεις, αν υπήρχε η άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, για την εκτέλεση του ως άνω έργου και όχι με βάση τις διατάξεις περί μίσθωσης έργου (Α.Π.1026/2019, Α.Π.1401/1994).Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Με την καθιέρωση της ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό επιχειρείται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δύο κοινωνών του δικαίου, που προκλήθηκε από αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση. Προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την ως άνω διάταξη, είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία (ΟλΑΠ 4/2021). Εξάλλου, κατά το άρθρο 908 εδ. α` του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (Α.Π.32/2022, Α.Π.1462/2012, Α.Π.1307/2010, Α.Π.1225/2008). Επιπλέον, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (ολ.Α.Π.18/1998, Α.Π.108/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της από 16-12-2015 αγωγή της, την οποία άσκησε κατά του αναιρεσίβλητου - εναγομένου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεσε με αυτήν τα εξής: Ότι, δυνάμει προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου, ανέλαβε, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, την ανέγερση και κατασκευή τριών αυτοτελών κτιρίων - πολυκατοικιών (Α,Β,Γ), επί ακινήτου συνιδιοκτησίας του εναγομένου καθώς και των Γ. Τ., Σ. Τ. - Τ. και Ν. Τ. και ότι το Κτίριο Γ θα περιελάμβανε υπόγειο, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, πάνω από το ισόγειο, ορόφους. Ότι δυνάμει του ως άνω εργολαβικού, στον εναγόμενο θα περιερχόταν, μεταξύ άλλων, από το κτίριο Γ, οι αναφερόμενοι στην αγωγή δύο χώροι στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου, δύο αποθήκες του υπογείου, τα 29%ο εξ αδιαιρέτου ενός κλειστού χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου του ισογείου, ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου και ένα διαμέρισμα του τετάρτου και πέμπτου (κενού στέγης) ορόφου. Ότι ο εναγόμενος, όπως και οι άλλοι οικοπεδούχοι, υπέγραψαν τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, στην οποία συνομολογούσαν ότι, λόγω έλλειψης συντελεστή δόμησης, δεν πραγματοποιήθηκε η ανέγερση του πέμπτου (κενού στέγης) ορόφου και ότι οι οικοπεδούχοι δικαιούνταν να διαρρυθμίζουν εσωτερικώς τις διαιρεμένες ιδιοκτησίες τους και να ζητήσουν, από την εργολάβο - ενάγουσα, πρόσθετες εργασίες, οι δαπάνες των οποίων θα βάρυναν του ίδιους τους οικοπεδούχους. Ότι ο εναγόμενος ζήτησε από την ενάγουσα, με δικές του δαπάνες, να κλείσει τους ημιυπαίθριους χώρους των οριζόντιων ιδιοκτησιών που θα περιέρχονταν σε αυτόν και να τους μετατρέψει σε χώρους κύριας χρήσης, καθώς και να μετατρέψει το χώρο στάθμευσης του ισογείου σε χώρο κύριας χρήσης - διαμέρισμα. Ότι συμφωνήθηκε ότι οι εργασίες αυτές θα πραγματοποιούνταν με έξοδα του εναγόμενου και θα κοστολογούνταν με τις επικρατούσες τιμές της αγοράς, κατά το χρόνο εκτέλεσής τους. Ότι ως αμοιβή της ενάγουσας - εφεσίβλητης, συμφωνήθηκε ποσοστό 20%, επί του συνολικού κόστους των εργασιών, σύμφωνα με τη γενική συγγραφή υποχρεώσεων. Ότι η ενάγουσα ξεκίνησε τις εργασίες, με σκοπό το κλείσιμο των ημιυπαίθριων χώρων, αλλά μετά από αλλεπάλληλες καταγγελίες προς την αρμόδια πολεοδομία, λόγω την αυθαίρετων κατασκευών, δόθηκε εντολή για διακοπή εργασιών και γκρέμισμα αυτών, ότι συμμορφώθηκαν προς τις εντολές της πολεοδομίας, γκρεμίζοντας τις αυθαίρετες κατασκευές και μετά την έγκριση για συνέχιση των εργασιών, με εντολή του εναγομένου και των άλλων οικοπεδούχων, η ενάγουσα προέβη και πάλι, στις εργασίες κλεισίματος των ημιυπαίθριων χώρων, τρεις (3) φορές συνολικά, κατά τις οποίες την πρώτη φορά προέβη στο κλείσιμο των ημιυπαίθριων χώρων μόνο με τούβλα, ενώ κατά τις επόμενες δύο φορές ολοκληρώθηκε το κτίσιμο αυτών. Ότι κατ' εντολή του εναγομένου η ενάγουσα προέβη στις, στην αγωγή αναλυτικά αναφερόμενες, εργασίες, κατά το χρονικό διάστημα από 10.9.2003 έως 23.10.2003, συνολικού κόστους 2.760 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 20.7.2004 έως 8.11.2004, σε εργασίες συνολικού κόστους (μαζί με το εργολαβικό όφελος) 15.524 ευρώ και για το χρονικό διάστημα μετά τις 15.3.2005, σε εργασίες συνολικά κόστους (μαζί με το εργολαβικό όφελος) 15.524 ευρώ και συνολικά 33.808 ευρώ. Ότι το κόστος της μετατροπής του χώρου στάθμευσης του ισογείου σε χώρο κύριας χρήσης ανήλθε στο ποσό των 65.184 ευρώ, ενώ η αναλογία του εναγομένου (που ήταν συνιδιοκτήτης σε ποσοστό 29%ο) ανέρχεται στο ποσό των 18.903,36 ευρώ. Ότι περαιτέρω, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τη γενική συγγραφή υποχρεώσεων, οι δαπάνες σύνδεσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που θα περιέρχονταν στον εναγόμενο, με τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, φυσικό αέριο κλπ) και η αξία των χρησιμοποιηθεισών συσκευών, βάρυναν αυτόν (εναγόμενο), αυτός οφείλει στην ενάγουσα, για την αιτία αυτή, το ποσό των 10.192 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να της καταβάλει, για τις άνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 62.903,36 ευρώ, επικουρικά, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η ως άνω σύμβαση ήταν άκυρη, ως αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1452/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως προς την κύρια βάση της (της σύμβασης έργου), μόνο ως προς το κονδύλιο των 10.192 ευρώ, το οποίο εν συνεχεία απέρριψε ως ουσία αβάσιμο, και ως προς τα λοιπά κονδύλια - πρόσθετες εργασίες την έκρινε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και την δέχθηκε εν μέρει, για το ποσό των 44.325 ευρώ, ως ουσία βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με την παρούσα αίτηση αναίρεσης, υπ'αριθ. 2045/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής...προκύπτει ότι...ως προς το αιτούμενο κονδύλιο των 52.711,36 ευρώ, για αμοιβή και κόστος εργασιών της εργολάβου - ενάγουσας..., για πρόσθετες εργασίες στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που επρόκειτο, κατά τη σύμβαση, να περιέλθουν στον εναγόμενο...,εφόσον αυτές (οι πρόσθετες εργασίες), υπό τα στην αγωγή εκτιθέμενα ήταν παράνομες, αφού εξαιτίας της εκτέλεσής τους διακόπηκε, κατ' επανάληψη, η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών, με αποφάσεις της αρμόδιας πολεοδομίας, ενώ, εξάλλου στην αγωγή δεν εκτίθεται ότι η εκτέλεση των παρανόμων εργασιών γινόταν με ανυπαίτια άγνοια της εργολάβου - ενάγουσας. Αντιθέτως, εκτίθεται ότι κατ' επιμονή του εργοδότη - εναγομένου...εν γνώσει της εργολάβου - ενάγουσας...επιχειρήθηκε κατ' επανάληψη, παρανόμως, το κλείσιμο των ημιυπαίθριων χώρων των οριζοντίων ιδιοκτησιών που επρόκειτο να περιέλθουν στον εργοδότη - εναγόμενο... και να αλλάξει η χρήση του χώρου στάθμευσης. Επομένως,...για την εκτέλεση των παράνομων αυτών εργασιών, που συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, με άκυρη σύμβαση, μπορεί να ζητηθεί, από την εργολάβο - ενάγουσα, μόνο η ωφέλεια την οποία, εκ των εργασιών, αποκόμισε ο εναγόμενος - εργοδότης, η οποία πρέπει να υπολογιστεί,...ως η δαπάνη που εξοικονομήθηκε, στην οποία θα υποβαλλόταν, ο εργοδότης - εναγόμενος, αν την εκτέλεση των ίδιων εργασιών ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε τρίτο πρόσωπο, που διέθετε τα ίδια, με την ενάγουσα - εργολάβο, επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες και κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δηλαδή, με βάση τις τιμές, που αποτέλεσαν την οικονομική προσφορά μεταξύ των συμβληθέντων και έγιναν αποδεκτές από τον εναγόμενο - εργοδότη, κατά την κατάρτιση της άκυρης σύμβασης κατασκευής πρόσθετων, αυθαίρετων εργασιών. Από την επισκόπηση, όμως, του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι το αιτούμενο ποσό, επικουρικά με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εκ 52.711,36 ευρώ, για αυθαίρετες, πρόσθετες εργασίες, δεν αποτελεί την χρηματική αποτίμηση των εργασιών, δηλαδή την εξοικονομηθείσα δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, ο εργοδότης - εναγόμενος, αν την εκτέλεση των ίδιων εργασιών ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε τρίτο πρόσωπο, που διέθετε τα ίδια, με την ενάγουσα - εργολάβο, επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες, το κόστος των οποίων έχει υπολογιστεί με βάση τις τιμές, που αποτέλεσαν την οικονομική προσφορά μεταξύ των συμβληθέντων και έγιναν αποδεκτές από τον εναγόμενο - εργοδότη, κατά την κατάρτιση της (άκυρης) σύμβασης κατασκευής πρόσθετων εργασιών, αλλά, αντιστοιχεί στο κόστος, μαζί με το εργολαβικό αντάλλαγμα, των εργασιών που επιχειρήθηκαν κατά το διάστημα 10-9-2003 ως 23-10-2003, κατά το διάστημα 20-7-2004 ως 8-11-2004 και από 15-3-2005 και μετά, χωρίς να υπολογίζεται η δαπάνη στην οποία θα ανερχόταν το κλείσιμο των συγκεκριμένων ημιυπαιθρίων χώρων και η αλλαγή χρήσης του συγκεκριμένου χώρου στάθμευσης, άπαξ και όχι κατ'επανάληψη, μετά την κατεδάφιση των αυθαιρέτων κατασκευών, που διενεργείτο, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, μετά τη συμμόρφωση προς τις υποδείξεις της πολεοδομίας, ενώ, επίσης, δεν εκτίθεται, με βάση ποιες συφωνηθείσες τιμές, ανήλθε η ωφέλεια, δηλαδή η εξοικονομηθείσα δαπάνη, στο αιτούμενο ποσό εκ 52.711,36 ευρώ και αν ειδικότερα αυτή η εξοικονομηθείσα δαπάνη κοστολογήθηκε με τις επικρατούσες τιμές της αγοράς, κατά το χρόνο εκτέλεσής τους, όπως είχε συμφωνηθεί στην εργολαβική σύμβαση. Με αυτά τα δεδομένα, η κρινόμενη αγωγή, ως προς το αιτούμενο κονδύλιο εκ 52.711,36 ευρώ, για την εκτέλεση πρόσθετων αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών, επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι μη νόμιμη, καθώς ελλείπουν τα άνω αναγκαία, για την εφαρμογή του άρθ. 904 Α.Κ. στοιχεία, δηλαδή η ωφέλεια την οποία, από την εκτέλεση των αυθαίρετων εργασιών, κατ' εκτέλεση άκυρης σύμβασης, αποκόμισε ο εναγόμενος". Με βάση την ανωτέρω αιτιολογία, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα ενώπιόν του οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης του εναγομένου, συνισταμένου στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την επικουρική βάση της αγωγής και, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε απαιτώντας για την εφαρμογή της περισσότερα στοιχεία από όσα η διάταξη αυτή απαιτεί, καίτοι ήταν εφαρμοστέα, αφού τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης, καθόσον εκτίθενται σ' αυτή με επάρκεια και σαφήνεια, όλα τα απαιτούμενα για τη νομική της θεμελίωση στην διάταξη αυτή στοιχεία, ήτοι ο πλουτισμός του αναιρεσιβλήτου, η επέλευση του πλουτισμού σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας του και η έλλειψη νόμιμης αιτίας, με την έννοια της ωφέλειας του αναιρεσιβλήτου από παροχή, χωρίς αντάλλαγμα, εργασιών στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης έργου. Ειδικότερα, αναφέρεται (στην αγωγή) α) η αξία των πρόσθετων - παράνομων εργασιών, τις οποίες η ενάγουσα - αναιρεσείουσα εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο κατ' εντολή αυτού κατ' επανάληψη, κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, δυνάμει άκυρης σύμβασης έργου και οι οποίες, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, κοστολογήθηκαν με τις επικρατούσες τιμές της αγοράς, κατά το χρόνο εκτέλεσής τους και β) ότι το κόστος των εν λόγω εργασιών, το οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν κατέβαλε, συνιστά την ωφέλεια που αυτός αποκόμισε, αφού στην ίδια δαπάνη θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση των ίδιων εργασιών ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε τρίτο πρόσωπο, που διέθετε τα ίδια, με την αναιρεσείουσα εργολάβο, επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες και κάτω από τις ίδιες περιστάσεις και, ως εκ τούτου, υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά η αγωγή ήταν νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στην πιο πάνω διάταξη. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως μη νόμιμη, κάνοντας δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε κρίνει αυτήν νόμιμη, υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 πλημμέλεια και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, είναι βάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας, ενώ δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη των αιτιολογιών ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη ή απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Επομένως, ο από την ανωτέρω διάταξη, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, είναι απαράδεκτος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 2045/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνης που εξέδωσε την απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ