Αριθμός 961/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χριστοφοράτο και 2) Π. Τ. του Ο., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστοφοράτο, για αναίρεση της υπ'αριθ.7745/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Δεκεμβρίου 2012 δύο (2) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 13/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 388 παρ. 1 ΠΚ, κατά την οποία όποιος με σκοπό να εισπράξει ο ίδιος ή άλλος το ποσό για το οποίο έχει ασφαλισθεί ένα αντικείμενο κινητό ή ακίνητο, επιφέρει την πραγμάτωση του κινδύνου για τον οποίο έχει γίνει η ασφάλιση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης σχετική με ασφάλειες, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η πραγμάτωση του κινδύνου για τον οποίο έγινε η ασφάλιση, υποκειμενικώς δε δόλος, συνιστάμενος στη γνώση, ότι το αντικείμενο είναι ασφαλισμένο και στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τον κίνδυνο κατά του οποίου ασφαλίσθηκε το πράγμα, προσέτι δε και σκοπός αυτού να εισπράξει, είτε ο ίδιος, αν αυτός είχε καταρτίσει την ασφάλιση, είτε άλλος, αν είναι τρίτος, το ποσό για το οποίο έχει ασφαλισθεί το πράγμα. Τον σκοπό αυτό πρέπει να επιδιώκει ο δράστης, είτε με ψευδείς παραστάσεις ότι ο κίνδυνος πραγματώθηκε τυχαίως ή κατόπιν ενεργειών άλλου, είτε με αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση ότι αυτός ή άλλος εν γνώσει του πραγμάτωσε τον κίνδυνο, είτε και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Με την πραγμάτωση του ασφαλιστικού κινδύνου είναι ήδη τετελεσμένη η πράξη, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωση της περιουσιακής βλάβης του ασφαλιστή. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι απάτη σχετική με τις ασφάλειες είναι μία επικίνδυνη προπαρασκευαστική πράξη απάτης, η οποία κατ' εξαίρεση καθίσταται με τη διάταξη, του άρθρου 386 παρ.1 Π.Κ. αυτοτελές έγκλημα, το οποίο στρέφεται ειδικότερα, κατά του εννόμου αγαθού της ασφαλιστικής πίστεως, το οποίο δεν ταυτίζεται με την έννοια της περιουσίας. Περαιτέρω κατά το άρθρο 230 του ΠΚ όποιος, χωρίς να καθιστά άλλον, ύποπτο, παριστάνει εν γνώσει του ψευδώς στην αρχή ότι τελέστηκε κάποιο κακούργημα ή πλημμέλημα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταγγελία είναι ψευδής. Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 47 ΠΚ "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ.β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης, που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός ...". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, παρεχόμενη στον αυτουργό, η οποία δεν είναι άμεση, εν γνώσει του παρέχοντος αυτή ότι ο αυτουργός τελεί ορισμένο έγκλημα και θέληση ή αποδοχή να συμβάλει με αυτή στην πραγμάτωση του εγκλήματος αυτού, η γνώση δε αυτή μπορεί να συναχθεί και από το σύνολο των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών. Η απλή συνέργεια είναι πράξη που συντελεί στην τέλεση της κύριας πράξης από τον αυτουργό, στην παροχή βοηθείας προς τον φυσικό αυτουργό, η οποία πρέπει να παρέχεται είτε προ της τελέσεως της κυρίας πράξεως είτε κατά την τέλεση αυτής, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση δεν είναι άμεση. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε την έφεση των αναιρεσειόντων δέχθηκε με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.7745/2012, απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης και την απολογία των κατηγορουμένων) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "η πρώτη κατηγορουμένη στις 4.8.2005 μετέβη στο Τ.Α. Βούλας και παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους αστυνομικούς υπαλλήλους ότι το χρονικό διάστημα από 22.30 έως 02.30 μ.μ. της 3 / 4.8.2005 άγνωστοι δράστες έκλεψαν το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, το οποίο είχε σταθμεύσει στην περιοχή της Βούλας Αττικής και επί της οδού ... και ... ενώ γνώριζε ότι δεν τελέστηκε το ως άνω αδίκημα αφού το ως άνω αυτοκίνητο ευρίσκετο στην κατοχή του συζύγου της που δραστηριοποιείται εμπορικά στην περιοχή της Αργολίδας. Το ως άνω αυτοκίνητο η πρώτη κατηγορουμένη το είχε ασφαλίσει για κλοπή στην ΕΓΝΑΤΙΑ Ασφαλιστική Α.Ε. με το υπ' αρ. ... πολυασφαλιστήριο. Έτσι στις 6.4.2006 η πρώτη κατηγορουμένη με σκοπό να εισπράξει η ίδια την ασφαλιστική αποζημίωση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είχε ασφαλίσει το ως άνω αυτοκίνητο για τον κίνδυνο κλοπής παρέστησε ψευδώς στον αρμόδιο εκκαθαριστή της υπό εκκαθάριση τελούσας ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε." ότι κατά το χρονικό διάστημα από 22.30 έως 02.30 μ.μ. της 3/4.8.2005 άγνωστοι δράστες έκλεψαν το ως άνω αυτοκίνητο, το οποίο είχε σταθμεύσει στον ως άνω τόπο, ενώ γνώριζε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ευρίσκετο στην κατοχή του συζύγου της - δεύτερου κατηγορούμενου, ο οποίος δραστηριοποιείτο εμπορικά στην περιοχή της Αργολίδας. Έτσι εισέπραξε την ασφαλιστική αποζημίωση ποσού 37000 ευρώ με την υπ' αρ. ... επιταγή της Παγκρήτιας Συνεταιριστικής Τράπεζας, ποσού 37000 ευρώ έκδοσης της "ΕΓΝΑΤΙΑ Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας". Την 15.2.2007 στη Χ/Θ 4 της Ε.Ο. Πούντας - Καλαβρύτων ανευρέθηκε από αστυνομικούς του Τ.Α.Αιγίου εγκατ/νο το ανωτέρω όχημα. Μάλιστα στο χώρο των αποσκευών αυτού, ανευρέθηκε, μετά από την έρευνα που διενεργήθηκε, τμήμα από χαρτοκιβώτιο - δέμα το οποίο έφερε την επιγραφή Τ. Π.. ... καθώς επίσης και η υπ' αρ. .../13.2.2007 απόδειξη μεταφοράς ασυνόδευτου μικροδέματος του ΚΤΕΛ Αργολίδος, με όνομα παραλήπτη Τ. Π. και προορισμό το Άργος. Το ως άνω δέμα προκύπτει ότι είχε παραληφθεί από το δεύτερο κατηγορούμενο σε χρόνο μεταγενέστερο από τον δηλωθέντα ως χρόνο κλοπής του ως άνω αυτοκινήτου και δύο ημέρες πριν από την ανεύρεση του αυτ/του και ότι αυτό είχε παραμείνει στο αυτοκίνητο από τον κατέχοντα το αυτοκίνητο δεύτερο κατηγορούμενο. Στον τελευταίο είχε παραχωρήσει τη χρήση η σύζυγός του πρώτη κατηγορουμένη, αφού η ίδια χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις της άλλο όχημα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα της 6.4.2006 στην κατοχή του το με αρ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της συζύγου του, το οποίο γνώριζε ότι είχε δηλωθεί από την πρώτη κατηγορουμένη ως κλαπέν στο Τ.Α. Βούλας και με τον τρόπο αυτό της κατοχής του ως άνω αυτοκινήτου με πρόθεση παρείχε στην πρώτη κατηγορουμένη βοήθεια πριν από την τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης σχετικά με τις ασφάλειες, η οποία περιγράφηκε ανωτέρω. Τα ως άνω προκύπτουν από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Β. Π. από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και αναγράφονται στα πρακτικά της παρούσας και κυρίως από το υπ' αρ. πρωτ. 1052/4/26-Ζ/7.7.2008 έγγραφο του Τ.Α. Βούλας στο οποίο αναγράφεται ότι την 15.2.2007 ανευρέθη στη Χ/Θ 4 της Ε.Ο. Πούντας - Καλαβρύτων το ως άνω όχημα στο χώρο αποσκευών του οποίου ανευρέθη τμήμα από χαρτοκιβώτιο - δέμα που έφερε επιγραφή Τ. Π.. ... καθώς και η υπ' αρ. .../13.2.2007 απόδειξη μεταφοράς ασυνόδευτου μικροδέματος του ΚΤΕΛ Αργολίδος, με όνομα παραλήπτη Τ. Π.. και προορισμό το Άργος και δεν αναιρούνται από τις ασαφείς απολογίες των κατηγορουμένων ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σ'αυτούς αξιοποίνων πράξεων της παράβασης του άρθρου 230 ΠΚ και της απάτης σχετικής με τις ασφάλειες η πρώτη κατηγορουμένου και της απλής συνέργειας σε απάτη σχετική με τις ασφάλειες ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις άνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορουμένους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 47 παρ.1, 26 παρ.1, 94 παρ.1 , 230 και 388 παρ.1 Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα με τις εκ του πράγματος παραδοχές στο σκεπτικό της αποφάσεως αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου ότι η κατηγορουμένου γνώριζε την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αυτή ανέφερε στην Αστυνομική Αρχή αλλά και στον αρμόδιο εκκαθαριστή της υπό εκκαθάριση τελούσας ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε." αφού το περιστατικό της κλοπής δέχεται η απόφαση, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση της, ότι ουδέποτε έλαβε χώρα. Ωσαύτως από τις παραδοχές της απόφασης, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα της 6-4-2006 στην κατοχή του το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο το οποίο γνώριζε ότι είχε δηλωθεί από την πρώτη κατηγορουμένου ως κλαπέν στο Α.Τ. Βούλας και με τον τρόπο αυτό, δηλαδή της κατοχής του άνω αυτοκινήτου, με πρόθεση παρείχε στην πρώτη κατηγορουμένη βοήθεια πριν από την τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης με τις ασφάλειες, αιτιολογείται σαφώς και ο άμεσος δόλος του δευτέρου κατηγορουμένου. Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυπτε η παραδοχή ότι ο δεύτερος εξ αυτών είχε παραλάβει το επίδικο δέμα που ανευρέθηκε στο αυτοκίνητο, ως αποσταλέν σ' αυτόν από την πρώτη αναιρεσείουσα, ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και είναι απαράδεκτη, γιατί με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 10 Δεκεμβρίου 2012 δύο αιτήσεις του Π. Τ. του Ο. και Α. Ζ. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7745/1-10-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ