Αριθμός 604/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Φ. του Ι., 2) Μ. Δ. συζ. Ε. Φ., κατοίκων Κρέντης Αγράφων Ευρυτανίας, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και 6) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ AΕ", που εδρεύει στον Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, ήτοι την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και το δ.τ. "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Λιούλια, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, η 6η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρη Αρτόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 3η και 5η δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2015 αίτηση των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρπενησίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και οι πληρεξούσιοι των 4ης και 6ης των αναιρεσιβλήτων την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 15.10.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 72/2018 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των τρίτης και τετάρτης των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK AΝΩΝΥΜΗ EΤΑΙΡΕΙΑ". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά απευθύνεται και κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 508/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-11-2022). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, η τρίτη και η πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK AΝΩΝΥΜΗ EΤΑΙΡΕΙΑ", δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Από τις υπ' αριθμ. 4329/24-9-2021 και 4343/24-9-2021 όμως εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ευαγγέλου Ασημάκη, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις προαναφερόμενες τρίτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων. Συνεπώς, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 72/2018 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, Ε. Φ. και Μ. Δ., με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρπενησίου από 30-4-2015 αίτησή τους, κατά του αναιρεσείοντος και των τρίτης, τετάρτης, πέμπτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων, ζήτησαν, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1/2018 απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", με την από 14-2-2018 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο Καρπενησίου, στις 7-5-2015), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λ.π. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν, με τις πράξεις ή τις παραλείψεις του, επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021). Στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου δεν εντάσσεται η "ενσυνείδητη αμέλεια", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται, όχι ελπίδα, αλλά πίστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα (A.Π. 1497/2022, Α.Π. 599/2020). Περαιτέρω, με τη ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 847 - 870 του Α.Κ. σύμβαση εγγυήσεως, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή ενός τρίτου προσώπου (πρωτοφειλέτη), την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγύησης είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρέωσης, απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει την παροχή του οφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη (Α.Π. 1497/2022, Α.Π. 1432/2022, Α.Π. 1438/2019). Στην περίπτωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφια 1 και 2 του ν. 3869/2010, ο εγγυητής, προκειμένου να αποκρούσει την ένσταση του δόλου που προβάλλεται από πιστωτή, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι, με βάση τα δικά του εισοδήματα (και όχι εκείνα του πρωτοφειλέτη), πίστευε ότι θα μπορούσε να εξοφλήσει το χρέος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 844/2022, Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 314/2020). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος αιτών (πρώτος αναιρεσίβλητος), ηλικίας σήμερα 55 ετών είναι έγγαμος με τη δεύτερη αιτούσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη), ηλικίας σήμερα 48 ετών, με την οποία έχουν αποκτήσει πέντε τέκνα, ηλικίας 29, 24, 22, 17 και 8 ετών (βλ. το με αρ. πρωτ. 3236716-5-2016 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Αγράφων). Από τα τέκνα τους, η μεγαλύτερη θυγατέρα τους, Β., διαμένει στο Καρπενήσι και είναι Αντιδήμαρχος του Δήμου Αγράφων Ευρυτανίας, ενώ οι Χ. και Ι., ηλικίας 24 και 22 ετών αντίστοιχα, σπουδάζουν στην Αθήνα και συγκεκριμένα, η Χ. από το 2010 είναι φοιτήτρια στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο, η δε Ι. από το 2012 στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ και διαμένουν στην Εστία του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα δύο μικρότερα τέκνα τους είναι μαθητές της Γ' Λυκείου και της Β' Δημοτικού αντίστοιχα. Ο αιτών υπηρετεί ως ιερέας στην ενορία Σύλληψης Ιωάννου Προδρόμου Κρέντης και διαμένει με την οικογένειά του σε κατοικία, η οποία τους έχει παραχωρηθεί από την παραπάνω ενορία. Τα χρέη των αιτούντων, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αιτήσεως, είναι τα εξής: Ο πρώτος αιτών έχει λάβει: 1) Από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." α) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικής πίστης, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 11-12-2013 (ημερομηνία χορήγησης αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών στον αιτούντα), μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το συνολικό ποσό των 39,36 ευρώ, β) δυνάμει της με αρ. ...1/20-10-2009 σύμβασης καταναλωτικής πίστης, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής, στις 11-12-2013, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το συνολικό ποσό των 10,638,56 ευρώ, 2) από τη πιστώτρια τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕURΟΒΑΝΚ ERGΑSΙΑS Α.Ε.", δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 13-12-2013 (ημερομηνία χορήγησης αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών στον αιτούντα), μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το συνολικό ποσό των 7.028,53 ευρώ, 3) από την πιστώτρια τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕURΟΒΑΝΚ ERGΑSΙΑS Α.Ε." ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", δυνάμει της με αριθμό .../22-4-2010 σύμβασης καταναλωτικής πίστης, δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 13-12-2013 (ημερομηνία χορήγησης αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών στον αιτούντα), μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το συνολικό ποσό των 25.979,14 ευρώ, 4) από την πιστώτρια τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" υπό ειδική εκκαθάριση, δυνάμει της με αριθμό .../20-4-2007 σύμβασης, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 23-12-2013 (ημερομηνία χορήγησης αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών στον αιτούντα), μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το συνολικό ποσό των 118.334,44 ευρώ και 5) από τον πιστωτή με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (αναιρεσείον), δυνάμει της με αριθμό .../6-10-2006 σύμβασης, επισκευαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 07-05-2015 (ημερομηνία χορήγησης αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών στον αιτούντα), μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το συνολικό ποσό των 9.368,65 ευρώ. Η αιτούσα έχει λάβει από την πιστώτρια τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ", υπό ειδική εκκαθάριση, δυνάμει της με αριθμό .../20-4-2007 σύμβασης, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια, στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 23-12-2013 (ημερομηνία χορήγησης αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών στον αιτούντα), μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το συνολικό ποσό των 118.334,44 ευρώ. Όλα τα ανωτέρω χρέη θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και ως μη εμπραγμάτως ασφαλισμένα παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους (άρθρο 6 § 3 εδ. β και γ ν. 3869/2010). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τα παραπάνω δάνεια λήφθηκαν το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2007 και 2010, ενώ για την εξυπηρέτηση αυτών οι αιτούντες έπρεπε να καταβάλλουν μηνιαίως τοκοχρεολυτική δόση, που ανερχόταν στο ποσό των 900 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, το συνολικό ύψος των οφειλών του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 171.388,68 ευρώ και της αιτούσας σε 118.334,44 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων ανήλθε κατά το έτος 2015 στο ποσό των 23.532,84 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 23.432,62 ευρώ αφορούσε εισόδημα του αιτούντος και ποσό 100,22 ευρώ εισόδημα της αιτούσας, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος. Ήδη, το έτος 2018, ο μηνιαίος μισθός του αιτούντος, ο οποίος είναι μόνος από την οικογένεια που έχει σταθερά εισοδήματα, ανέρχεται καθαρά μηνιαίως στο ποσό των 1.472,39 ευρώ, ενώ η αιτούσα πλέον δεν εργάζεται, αν και στο παρελθόν ασχολείτο με αγροτικές εργασίες. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι τα τελευταία έτη τα εισοδήματα των αιτούντων έχουν υποστεί μείωση, καθώς, ενώ το έτος 2009 το οικογενειακό τους εισόδημα ανερχόταν στο ποσό των 29.958,11 ευρώ (26.583,65 του αιτούντα και 3.583,97 της αιτούσας), το έτος 2010 περιορίστηκε σε 28.241,84 ευρώ, το 2011 σε 27.387,87 ευρώ, το 2012 μειώθηκε ακόμη περισσότερο στο ποσό των 22.469,65 ευρώ, το 2013 σε 22.054,71 ευρώ, το 2014 ανήλθε σε 22.914,40 ευρώ και το 2015 σε 23.532,84 ευρώ (βλ. τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματος των οικονομικών ετών 2010, 2011, 2012, 2013 και φορολογικών ετών 2014, 2015 και προσκομιζόμενη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2014). Υπάρχει, επομένως, στην περίπτωση των εφεσίβλητων μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, το γεγονός δε αυτό αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας των εφεσίβλητων προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους (ύψους 1.100 ευρώ περίπου), η υπολειπόμενη ρευστότητά τους δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις οφειλών, το ύψος των μηνιαίων δόσεων που καλούνται να καταβάλουν οι αιτούντες προς τους καθών για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων προς αυτές, ανέρχεται σε ποσό που υπερβαίνει αυτό των 900 ευρώ περίπου. Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωσή τους μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις πιστώτριές τους, απορριπτόμενου ως ουσία αβάσιμου του πέμπτου λόγου έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κύριος όγκος των δανειοδοτήσεων των αιτούντων έλαβε χώρα μεταξύ των ετών 2007 με 2010. Η περίοδος αυτή ανάγεται χρονικά πριν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης και μάλιστα σε έτη οικονομικής ευφορίας και σταδιακής ανόδου της οικοδομικής δραστηριότητας και των τιμών των ακινήτων. Τα εισοδήματα δε, τόσο του αιτούντα όσο της αιτούσας, ήταν σταθερά και δεν προοιώνιζαν την ραγδαία πτώση που επακολούθησε την επόμενη δεκαετία. Δεν θα πρέπει επίσης να παροράται ότι στη σύναψη των περισσοτέρων από τις ανωτέρω συμβάσεις με τις καθών οι εφεσίβλητοι ενέχονται ως εγγυητές σε δάνεια που λήφθηκαν με πρωτοφειλέτρια την θυγατέρα τους Β. Φ.. Οι ανωτέρω επισημάνσεις καθίστανται ουσιώδεις αν ήθελε αξιολογηθεί η τυχόν δολιότητα των αιτούντων σε σχέση με τα ληφθέντα δάνεια. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν το ποσό του δανείσματος για την διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου πολυτελούς ζωής το οποίο δεν προσήκε σε αυτούς. Το επιχείρημα αυτό, καίτοι δεν είναι αναντίλεκτο, εντούτοις πολλές φορές καθοδηγεί τη σκέψη σε σχέση με το αν υπήρξε δολιότητα του δανειολήπτη. Παράλληλα, οι καθών δεν απέδειξαν ότι τα ποσά που εκταμιεύονταν δεν κατευθύνθηκαν προς το σκοπό για τον οποίο λήφθηκαν ή ότι η επιλογή να δανειοδοτηθεί είχε άλλη οικονομική στόχευση. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση [...], κρίνεται ότι οι εφεσίβλητοι δεν βαρύνονται με οιουδήποτε είδους δόλο σχετικά την ανάληψη των χρεών τους. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι με πράξεις ή παραλείψεις τους επεδίωξαν την αδυναμία πληρωμών τους ή προέβλεψαν μεν ότι οδηγούνται σε αδυναμία πληρωμών, αλλά εντούτοις δεν άλλαξαν συμπεριφορά, αποδεχόμενοι το αποτέλεσμα. Συνεπώς, αφού συμπληρωθεί το αιτιολογικό της εκκαλουμένης με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία λόγοι έφεσης, συνιστάμενοι σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την εκτίμηση της περιέλευσής τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και της ύπαρξης δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων και ήδη δύο πρώτων εφεσίβλητων". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του πέμπτου των καθ' ων, ήδη αναιρεσείοντος, που είχε προταθεί νομίμως πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε με λόγο της εφέσεώς του, ότι οι αιτούντες, ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, περιήλθαν εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών. Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ανελέγκτως: α) ότι όλες οι δανειακές συμβάσεις καταρτίστηκαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2007 και 2010, β) ότι η συνολική οφειλή του πρώτου αιτούντος, ανέρχεται στο ποσό των 171.388,68 ευρώ, εκ των οποίων, 35.356,79 ευρώ, ως πρωτοφειλέτης και 136.040,91 ευρώ, ως εγγυητής σε δάνεια της θυγατέρας του Β., γ) ότι η οφειλή της δεύτερης αιτούσας, ως συνεγγυήτριας με τον πρώτο, στο στεγαστικό δάνειο της ως άνω θυγατέρας τους, ανέρχεται στο ποσό των 118.334,44 ευρώ, δ) ότι το μηνιαίο ποσό που απαιτείται για την εξυπηρέτηση των ως άνω δανείων, ανέρχεται σε 900 ευρώ, ε) ότι το ποσό αυτό μπορούσε να εξυπηρετηθεί από το οικογενειακό εισόδημα των προαναφερόμενων, οι οποίοι είχαν την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα, ενόψει του ότι κατά το έτος 2009 το οικογενειακό τους εισόδημα ανερχόταν στο ποσό των 29.958 ευρώ, το οποίο όμως έκτοτε μειωνόταν σταδιακά, όπως η μείωση αυτή αναλύεται ειδικότερα στην απόφαση, κατά το έτος δε 2015, ανερχόταν στο ποσό των 23.532,84 ευρώ, στ) ότι οι δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας ανέρχονται στο ποσό των 1.100 περίπου ευρώ μηνιαίως και ζ) ότι, μετά την αφαίρεση των εξόδων διαβίωσης της οικογένειας, η υπολειπόμενη ρευστότητά τους δεν τους επιτρέπει πλέον να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους. Κατόπιν τούτου, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, στην οποία περιήλθαν χωρίς δόλο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, με πράξεις ή παραλείψεις τους, επεδίωξαν την αδυναμία πληρωμών τους ή ότι προέβλεψαν ή μπορούσαν να προβλέψουν, ως ενδεχόμενο, ότι ο δανεισμός τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό. Κρίνοντας έτσι το ως άνω δικαστήριο και απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης, υπ' αριθμ. 1/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ευρυτανίας, που είχε κρίνει ομοίως και είχε κάνει δεκτή την αίτηση των αιτούντων, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο, με την παραδοχή ότι οι αιτούντες περιήλθαν χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξ άλλου, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι σαφώς και επαρκώς αιτιολογημένο, κατά τρόπο που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόστηκε, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον, με σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες και χωρίς την ανάγκη παράθεσης άλλων περιστατικών, το δικαστήριο κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά του, δεχόμενο ότι συντρέχει μόνιμη αδυναμία των αιτούντων, ήδη πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, προς πληρωμή των ληξιπροθέσμων χρεών, η οποία δεν οφείλεται σε δόλο τους. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της ανεπάρκειας αιτιολογιών, απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται, ότι με ελλιπείς αιτιολογίες το δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμά του 1) περί μη συνδρομής του στοιχείου του δόλου στα πρόσωπα του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι, κατ' αυτό (αναιρεσείον), έλαβαν μεγάλου ύψους πιστωτικά προϊόντα, δημιουργώντας χρέη δυσανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση, εν γνώσει τους ότι στο μέλλον είναι πιθανό να αδυνατούν να τα καλύψουν, ή σε κάθε περίπτωση, αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανό το αποτέλεσμα αυτό και 2) περί της μόνιμης και πραγματικής αδυναμίας πληρωμής, ενόψει του ότι, ως προς την αιτούσα α) δεν αναφέρει το χρονικό διάστημα που δεν εργαζόταν, ούτε αναφέρει έγγραφα (π.χ. βεβαίωση του ΟΑΕΔ ή κάρτα ανεργίας), από τα οποία να προκύπτει η ανεργία της, ούτε αναφέρει αν έλαβε επίδομα ανεργίας, β) δεν αναφέρει αν αυτή είναι σε θέση να ανεύρει εργασία, για να διερευνηθεί η μελλοντική εξέλιξη της ρευστότητας των συζύγων και γ) δεν αναφέρει πότε τα ήδη ενήλικα τέκνα θα παύσουν να είναι προστατευόμενα και, κατά λογική αναγκαιότητα, θα είναι σε θέση να αυτοδιατρέφονται, αλλά και να συνεισφέρουν στις μηνιαίες οικογενειακές βιοτικές ανάγκες. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικάσαν δικαστήριο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως της άνω ουσιαστικής διάταξης, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο από τον αριθμό 6 άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 486/2021, ΑΠ 897/2020). Τέλος, διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθροα 746 Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15.10.2020 (με αρ. κατ. 1/2020) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 72/2018 οριστικής αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Απριλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ