Αριθμός 613/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη-Eισηγητή και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βροντάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 136/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΚΥΚΛΑΔΕΣ ΤΡΟΦΙΜΑ Ε.Π.Ε." που εδρεύει στη Βάρη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2006 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1986/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα κατατεθέντα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η γνώση δε αυτή πρέπει ειδικά να αιτιολογείται στην καταδικαστική απόφαση, δηλ. να διαλαμβάνεται σ' αυτήν όχι μόνο τα υπό του μάρτυρος κατατεθέντα ψευδή γεγονότα, αλλά και ποια ήταν τα αληθινά, τα οποία αυτός γνώριζε. Περαιτέρω, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας (άρθρ. 47 παρ. 1 ΠΚ απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως προς διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, όπως με προτροπή και παρακλήσεις που έγιναν με πίεση, πειθώ και φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος συνιστάμενος στη γνώση και την θέληση των στοιχείων της πράξεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης συντελείται, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, αν αυτή υπήρξε η παραγωγός αιτία της παραπλανήσεως αυτού που εξαπατήθηκε, ο οποίος μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον υποστάντα τη βλάβη. Επομένως, μπορεί να τελεσθεί απάτη και με παραπλάνηση του δικαστή, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος (στην τακτική διαδικασία), με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε απόφαση βλαπτική για την περιουσία του αντιδίκου του υποβαλόντος τον ψευδή ισχυρισμό διαδίκου. Εξ άλλου, το έγκλημα της απάτης τιμωρείται, κατά το άρθρο 42 ΠΚ με μικρότερη ποινή στην περίπτωση που δεν τελειώθηκε, αλλά σταμάτησε στο στάδιο της απόπειρας, δηλαδή στη περίπτωση που άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως αυτού, χωρίς όμως και να συντελεσθεί, η οποία (πραγμάτωση) μπορούσε να έχει σαν επακόλουθο τη βλάβη ξένης περιουσίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την αποκτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 136/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, οι αναιρεσείοντες, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει κηρύχθηκαν ένοχοι και ειδικότερα η δεύτερη (Χ2) ψευδορκίας μάρτυρα και ο πρώτος (Χ1) ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και απόπειρας απάτης στο δικαστήριο αναγνωρισθείσης υπέρ αυτών της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Για να καταλήξει δε στην κρίση του αυτή, εδέχθη ειδικότερα τα ακόλουθα: Η μηνύτρια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Κυκλάδες Τρόφιμα Ε.Π.Ε.", που έχει την έδρα της στη Βάρη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, είχε εμπορική συνεργασία με τον πρώτο των κατηγορουμένων, Χ1. Συγκεκριμένα, η ως άνω εταιρεία προμήθευε στον εν λόγω κατηγορούμενο διάφορα εμπορεύματα, τα οποία απέστειλε με τιμολόγια και έναντι των οποίων αυτός κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά, αφού κάθε φορά πιστωνόταν το τίμημα. Όμως, σε κάποια στιγμή το οφειλόμενο από αυτόν χρέος διογκώθηκε και ανήλθε στο ποσό των 16.457.315 δρχ., οπότε και δημιουργήθηκε σοβαρό πρόβλημα στις μεταξύ τους εμπορικές σχέσεις, διακόπηκε η συνεργασία τους και άρχισαν πλέον οι οχλήσεις της μηνύτριας εταιρείας για την καταβολή του χρέους. Είχε προηγηθεί η τμηματική καταβολή διαφόρων ποσών και συγκεκριμένα 1) στις 24-4-1997, 500.000 δρχ, 2) στις 15-5-1997, 3.000.000 δρχ, 3) στις 13-6-1997, 500.000 δρχ., 4) στις 19-6-1997, 600.000 δρχ., 5) στις 5-7-1997, 500.000 δρχ. και 6) στις 11-7-1997, 1.000.000 δρχ. και συνολικά 6.100.000 δρχ. με αποτέλεσμα να απομείνει ως υπόλοιπο το παραπάνω χρηματικό ποσό των 16.457.316 δρχ. Η οικονομική αδυναμία του ως άνω κατηγορουμένου ήταν δεδομένη και όπως χαρακτηριστικά διαλαμβάνει αυτός στην ενώπιον του δικαστηρίου τούτου απολογία του, βρισκόταν "σε οικονομική τρέλα". Στο μεταξύ, λόγω των σχέσεών του με τη δεύτερη κατηγορουμένη, επήλθαν και σοβαρές οικογενειακές διενέξεις, με συνέπεια τη διάσταση με τη σύζυγό του. Ενόψει της σοβαρής αυτής καταστάσεως, η οποία είχε ανακύψει, το έτος 1999 τον επισκέφθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, προκειμένου να συζητήσουν το θέμα και ο κατηγορούμενος, όπως και πάλι διαλαμβάνει στην ίδια απολογία του, του εξέθεσε τη δεινή οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει. Δόθηκε σ' αυτόν προθεσμία για να μπορέσει να τακτοποιήσει το θέμα όπως, άλλωστε, είχε ζητήσει, αλλά ήταν αδύνατη η αντιμετώπιση εκ μέρους της καταστάσεως που είχε ανακύψει, προηγήθηκε η υπ' αριθ. 119/1999 αίτηση συντηρητικής κατασχέσεως εκ μέρους της εταιρείας, η οποία συζητήθηκε κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου και έγινε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη. Εκεί για πρώτη φορά προέβαλε τον ισχυρισμό της πλήρους εξοφλήσεως του επικαλούμενου από την εταιρεία χρέους του. Για να ενισχύσει μάλιστα τον ισχυρισμό του αυτό προσήγαγε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου και εξέτασε ως μάρτυρα τη δεύτερη των κατηγορουμένων, Χ2, η οποία, πλην των άλλων, κατέθεσε και τα ακόλουθα για την ένδικη τότε πολιτική υπόθεση "...ο καθ' ού δεν χρωστά στην αιτούσα, ότι ο ίδιος (καθ' ού) έδινε χρήματα, παίρναμε εξοφλητικές αποδείξεις και τις έχουμε στα χέρια μας". Η εξέταση αυτής έγινε με την προτροπή και πειθώ τούτου. Όμως, τα πραγματικά αυτά περιστατικά, τα οποία επικαλέσθηκε ο πρώτος και κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας η δεύτερη, ήσαν εντελώς ψευδή, πράγμα που γνώριζαν αυτοί. Αξίζει, μάλιστα, στο σημείο αυτό να αναφερθεί, ότι η ίδια ως μάρτυρας σε προηγούμενη κατάθεσή της που είχε λάβει χώρα κατά τη συζήτηση αιτήσεως πτωχεύσεως κατ' αυτού, είχε παραδεχθεί, ότι πράγματι ο τελευταίος όφειλε στην τότε αιτούσα την πτώχευση και ήδη μηνύτρια εταιρεία. Το επίμαχο δε αυτό τμήμα της καταθέσεώς της, που αποτελεί και στοιχείο του κατηγορητηρίου, κρίνεται ως σημαντικό γεγονός, αφού θα μπορούσε να οδηγήσει στην παραδοχή της ενστάσεως εξοφλήσεως και να απορρίψει την αίτηση συντηρητικής κατασχέσεως ως ουσιαστικά αβάσιμης. Επιπλέον, η ανωτέρω μάρτυρας ανέφερε και περί υπάρξεως εξοφλητικών αποδείξεων. Τις εξοφλητικές αυτές αποδείξεις δεν τις εμφάνισε ο πρώτος των κατηγορουμένων αμέσως κατά τη συνάντησή του με τον εκπρόσωπο της μηνύτριας, αλλ' αργότερα. Πράγματι, ο εν λόγω κατηγορούμενος, έχοντας αποφασίσει να πείσει άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία άλλου, προέβαλε τον ισχυρισμό του περί εξοφλήσεως του οφειλόμενου από αυτόν χρέους και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, προσπαθώντας να παραπλανήσει τους δικαστές τούτου, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε η πιο πάνω αγωγή της μηνύτριας. Όμως, το εν λόγω δικαστήριο δεν πείσθηκε για τις ψευδείς παραστάσεις του με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί η πράξη του από εμπόδια εξωτερικά. Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι και η οριστική απόφαση αναφερόμενη στον ισχυρισμό του αυτό αιτιολογεί την έλλειψη γνησιότητας των αποδείξεων και την αβασιμότητα του προβληθέντος ισχυρισμού. Επιπλέον, ότι οι εξοφλητικές αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, διαφέρουν κατά το έντυπο και τη γραφή του λήπτη από εκείνες που εξέδωσε η μηνύτρια εταιρεία, γεγονός που δέχεται στην αιτιολογία του το εν λόγω δικαστήριο. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα, ηθικής αυτουργίας εις αυτήν και της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του εκθέτει με επάρκεια και σαφήνεια τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, τα οποία η αναιρεσείουσα (Χ2) ενόρκως κατέθεσε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, κατά τη συζήτηση αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ότι τα, περιστατικά αυτά ήταν ψευδή και ότι αυτή εγνώριζε την αναλήθεια των περιστατικών αυτών, όπως τούτο συνάγει η απόφαση από την εν συνεχεία παραδοχή της, ότι η αναιρεσείουσα σε προηγούμενη της ανωτέρω καταθέσεως δίκη, κατά τη συζήτηση αιτήσεως της μηνύτριας εταιρείας περί πτωχεύσεως του πρώτου αναιρεσείοντος "είχε δεχθεί ότι ο τελευταίος (Χ1) όφειλε στην τότε αιτούσα" (δηλ. την μηνύτρια). Προσθέτως αιτιολογημένη πλήρως είναι η απόφαση και ως προς τον αναιρεσείοντα - ηθικό αυτουργό, αφού αναφέρει ότι όσα η αναιρεσείουσα κατέθεσε ήταν αποτέλεσμα της προτροπής και της πειθούς αυτού. Περαιτέρω, ως προς την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης ενώπιον του δικαστηρίου, η προσβαλλομένη δέχεται, ότι ο αναιρεσείων, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία άλλου, προέβαλε τον ισχυρισμό περί εξοφλήσεως χρέους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, προσπαθώντας να παραπλανήσει τους δικαστές, πλην όμως το δικαστήριο (δηλαδή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου) δεν πείσθηκε στις ψευδείς παραστάσεις, με αποτέλεσμα να μη αποδεχθεί τις προσκομισθείσες εξοφλητικές αποδείξεις, διότι εθεώρησε αυτές ως μη γνήσιες. Δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει τόσο τον ψευδή ισχυρισμό της εξοφλήσεως όσο και την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (έγγραφες αποδείξεις) προς υποστήριξη του ψευδούς, ως άνω ισχυρισμού. Συνεπώς όλοι οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 510 παρ. ΙΔ ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και η αίτηση (πρέπει να απορριφθεί) στο σύνολό της, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27.11.2006 αίτηση των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 136/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ