Αριθμός 1772/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΑΜΑΞ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιτσάκη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " …" που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Λαλούση. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28273/1998 μη οριστική, 18676/2006 οριστικής του ίδιου Δικαστηρίου και 2362/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 14-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά την έννοια των άρθρων 534 και 540 Α.Κ., όπως ίσχυαν πριν αντικατασταθούν με το άρθρο 1 του νόμου 3043/21-8-2002 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ο πωλητής ευθύνεται εάν το πωληθέν, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, έχει πραγματικά ελαττώματα που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή την χρησιμότητα αυτού. Ο αγοραστής, σε περίπτωση που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας, δικαιούται να απαιτήσει είτε την αναστροφή της πώλησης είτε την μείωση του τιμήματος. Κατά δε το άρθρο 542 Α.Κ. το δικαστήριο μπορεί καίτοι ο αγοραστής κίνησε την περί αναστροφής αγωγή, να επιδικάσει μόνο μείωση του τιμήματος, εάν από τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται κατά την κρίση του αναστροφή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 554 και 555 εδ. α ΑΚ, προκύπτει ότι οι αγωγές του αγοραστή για αναστροφή ή μείωση του τιμήματος ή για αποζημίωση λόγω ελαττώματος ή ελλείψεως συμφωνημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά πάροδο έξι μηνών για τα κινητά, η παραγραφή δε αυτή αρχίζει από την εγχείριση του πράγματος στον αγοραστή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 557 ΑΚ, ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την πιο πάνω παραγραφή των έξι μηνών για τα κινητά, αν απέκρυψε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας. Δόλια απόκρυψη, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν ο πωλητής κατά το χρόνο μεταθέσεως του κινδύνου στον αγοραστή, δηλαδή επί πωλήσεως πράγματος κατά γένος ορισμένου, κατά το χρόνο της παραδόσεώς του (άρθρα 561 και 562 ΑΚ), καίτοι γνωρίζει ή βασίμως υποπτεύεται την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων που αναιρούν ή μειώνουν την αξία ή την συνήθη ή κατά τη σύμβαση προβλεπόμενη χρησιμότητά τους και επιπλέον ότι η ανακοίνωση των ελαττωμάτων ή της ελλείψεως της ιδιότητας θα απέτρεπε τον αγοραστή, από την αγορά του πράγματος, δεν ανακοινώνει στον αγοραστή το ελάττωμα ή την έλλειψη, παρά την υποχρέωσή του προς τούτο, από την συναλλακτική καλή πίστη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, η οποία συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, που υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το ίδιο άρθρο, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας - ως τέτοια δε νοούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών - μόνον όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή μη τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό. Δεν δημιουργείται δε ο λόγος αυτός όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων, ούτε όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Περαιτέρω με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας αναγόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης από την άνω διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο που δίκασε την έφεση της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης απόφασης που εκδόθηκε επί αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης με την οποία η τελευταία ζήτησε για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους την αναστροφή της αναφερόμενης πώλησης και την απόδοση του αιτούμενου χρηματικού ποσού, δέχτηκε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Η εναγομένη εταιρία "ΒΙΑΜΑΞ ΑΕ", που διατηρεί επιχείρηση εισαγωγής και πώλησης αυτοκινήτων κατασκευής του εργοστασίου ROVER, με έδρα την …και υποκατάστημα στα ..., συμφώνησε την 9-3-1995, δια των αρμοδίων υπαλλήλων του υποκαταστήματός της, να πωλήσει και να παραδώσει στην ενάγουσα εταιρία ένα καινούργιο επιβατικό αυτοκίνητο ROVER 820 ΤΙ ... αντί τιμήματος 11.619.244 δραχμών .... Το αυτοκίνητο παραδόθηκε στην ίδια την 10-3-1995. Το αυτοκίνητο από την αρχή της κυκλοφορίας του παρουσίαζε δυσκολία εκκίνησης και έλλειψη ικανής επιτάχυνσης, ενώ πριν τη συμπλήρωση έτους από την παράδοσή του παρουσίασε ελάττωμα στην κεντρική ηλεκτρονική πλακέττα (CPU), στην ηλεκτρονική πλακέττα αερόσακου, στην τσιμούχα ημιαξονίων, στην τσιμούχα στροφαλοφόρου, στο σύστημα της εξάτμισης, στο σύστημα κλιματισμού, στην τσιμούχα κιβωτίου ταχυτήτων από την οποία υπήρχε διαρροή λαδιού, στην φλάντζα δοχείου λαδιού (κάρτερ) και στο μπαρμπρίζ το οποίο δεν είχε καλή ορατότητα. Λόγω των ως άνω ελαττωμάτων, που οφείλονταν σε ελλιπή ποιοτικό έλεγχο του κατασκευαστή, το αυτοκίνητο εισαγόταν επανειλημμένα για επισκευή στο συνεργείο της εναγομένης, καθώς και στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο για οχήματα ROVER...Πέραν όμως των ως άνω ελαττωμάτων που παρουσίασε το πωληθέν αυτοκίνητο, στις 21-2-1997 και ενώ είχε διανύσει περίπου 28.000 χιλιόμετρα, παρουσίασε βλάβη ο κινητήρας του και συγκεκριμένα ενώ το αυτοκίνητο οδηγούνταν ... έμεινε ακυβέρνητο, γέμισε με καπνούς η καμπίνα των επιβατών και δημιουργήθηκε δυνατός μεταλλικός θόρυβος, με συνέπεια να καταλήξει το όχημα σε παρακείμενο αγρό, χωρίς να προκληθούν δυσμενή αποτελέσματα για τη ζωή των επιβαινόντων. 'Οταν το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στο συνεργείο της εναγομένης διαπιστώθηκε ότι ο κινητήρας είχε διαρρηχθεί και έφερε οπή διαστάσεων, 8χ8 εκατοστών στο πίσω μέρος του, σε απόσταση 10 εκατοστών περίπου από το δοχείο λαδιού, διότι ενώ βρισκόταν σε λειτουργία έσπασε το τρίτο από αριστερά ζεύγος, πιστονίου-διωστήρα (μπιέλλα), το οποίο έφερε στρεβλώσεις, λόγω διάσπασης του πύρου του ίδιου πιστονίου, το κάτω δε μέρος του διωστήρα είχε στρεβλώσει, σπάσει και αποχωριστεί από τον υπόλοιπο διωστήρα, ενώ τα σημεία συγκράτησης του σημείου αυτού είχαν στρεβλώσει και όλα τα σπασμένα και στρεβλωμένα τμήματα είχαν πέσει μέσα στο δοχείο του λαδιού. Η εναγομένη προέβη σε αντικατάσταση του κινητήρα την 31-3-1997, χωρίς δαπάνες της ενάγουσας. Η εμφάνιση του ως άνω ελαττώματος, που αφορούσε το πλέον βασικό τμήμα του αυτοκινήτου, οφειλόταν σε κατασκευαστική ατέλεια και συγκεκριμένα σε κακή χύτευση του υλικού του πύρου, που δεν εντοπίστηκε εξαιτίας του ελλιπούς ποιοτικού ελέγχου του κατασκευαστή και υπήρχε κατά το χρόνο της παράδοσής του στην ενάγουσα, όπως άλλωστε και όλα τα προαναφερθέντα ελαττώματα. Το ελάττωμα του κινητήρα, που υπήρχε από την κατασκευή του και προκάλεσε τη διάσπασή του, αναιρεί ουσιωδώς τη χρήση του αυτοκινήτου κατά τον προορισμό του, αφού καθιστούσε επικίνδυνη τη δυνατότητα ασφαλούς οδήγησης και κυκλοφορίας του, εγκυμονώντας κινδύνους για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των προσώπων που θα το χρησιμοποιούσαν, ενώ παράλληλα μείωνε την αξία του ουσιωδώς, αφού η ελαττωματικότητα του κινητήρα, η κατάσταση του οποίου αποτελεί το βασικότερο προσδιοριστικό στοιχείο ενός αυτοκινήτου, επιδρά δυσμενώς στην αξία του. Τα υπόλοιπα ελαττώματα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνέτειναν και αυτά στην ουσιώδη μείωση της ασφαλούς και άνετης χρήσης του και της αξίας του. Συνεπώς πληρούνταν, κατ' αρχήν, οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την άσκηση από την ενάγουσα των δικαιωμάτων των άρθρων 542 και 547 ΑΚ, αφού το αυτοκίνητο κατά τον κρίσιμο χρόνο της παράδοσης στην ενάγουσα, έφερε τα προπεριγραφόμενα ελαττώματα που υπήρχαν ήδη από την κατασκευή του και τα οποία αναιρούσαν ουσιωδώς τόσο την κατά τον προορισμό του, ως μέσου κυκλοφορίας, χρήση όσο και την αξία του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα ίδια ή παραπλήσια προβλήματα εμφανίσθηκαν και σε άλλα αυτοκίνητα ROVER το ίδιο διάστημα σε ποσοστό 10% επί του συνόλου των κατασκευαζομένων του ίδιου τύπου. Μάλιστα ... προέβη σε αλλαγές των κινητήρων αυτοκινήτων πελατών της ... 'Ετσι η εναγομένη, ως εισαγωγέας στην Ελλάδα των αυτοκινήτων του εργοστασίου ROVER 820 ΤΙ, γνωρίζοντας την ύπαρξη των κατασκευαστικών ελαττωμάτων που εμφάνιζαν αυτά στο σημαντικό ποσοστό του 10%, όφειλε, τηρώντας τις επιταγές της συναλλακτικής καλής πίστης, να προβαίνει σε ειδικότερο έλεγχο των αυτοκινήτων πριν τα παραδώσει στους αγοραστές και να ενημερώσει την ενάγουσα ότι και το δικό της αυτοκίνητο θα μπορούσε να εντάσσεται στην κατηγορία των αυτοκινήτων που έφεραν κατασκευαστικά ελαττώματα, στοιχείο που αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε ήδη από την εμφάνιση των προπεριγραφομένων ελαττωμάτων. Ο τεχνικός έλεγχος που διενεργούσε η εναγομένη επί των αυτοκινήτων που εισήγαγε, θα έπρεπε ενόψει της γνώσης της για τα κατασκευαστικά τους ελαττώματα και κυρίως αυτών που συνέχονταν με τον κινητήρα τους, να επεκτείνεται και στον κινητήρα τους. Η εναγομένη όμως αν και γνώριζε ότι η ανακοίνωση των κατασκευαστικών ελαττωμάτων των ως άνω αυτοκινήτων στην ενάγουσα θα την απέτρεπε να προβεί στην αγορά του αυτοκινήτου, δολίως απέκρυψε, τόσο κατά το χρόνο της πώλησης όσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο της παράδοσης, τα ως άνω ελαττώματα τα οποία γνώριζε ότι υπήρχε βάσιμη πιθανότητα να εμφανισθούν στο πωληθέν αυτοκίνητο και τα οποία πράγματι εμφανίσθηκαν, αντίθετα δε διαβεβαίωνε κατά τους παραπάνω, χρόνους ότι τα εν λόγω αυτοκίνητα είναι άριστης κατασκευής, ενώ και όταν ήδη υπήρξε η εμφάνιση των ελαττωμάτων και οι επανειλημμένες επισκευές, την καθησύχαζε ότι πρόκειται για ασήμαντα και συνήθη προβλήματα. Επομένως, η ένσταση της εξάμηνης παραγραφής του δικαιώματος της ενάγουσας για αναστροφή της πώλησης, που πρόβαλε νομότυπα κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής η εναγομένη, ισχυριζόμενη ότι από το χρόνο παράδοσης του αυτοκινήτου την 10-3-Ί995 μέχρι την άσκηση του δικαιώματός της με την αγωγή, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου πρέπει να απορριφθεί, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της επίσης νομοτύπως προβληθείσας από την ενάγουσα αντένστασης του άρθρου 557 ΑΚ (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το Ν. 3043/2002) ότι η εναγομένη δόλια απέκρυψε τα πραγματικά ελαττώματα του πωληθέντος αυτοκίνητου. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση δεν δικαιολογείται, με βάση τις γενικές αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών η αναστροφή της επίδικης σύμβασης πώλησης και πρέπει αντ' αυτής να επιδικασθεί στην ενάγουσα μόνο μείωση του τιμήματος του πωληθέντος αυτοκινήτου... Επομένως, πρέπει να επιδικασθεί μόνο μείωση του τιμήματος, η οποία θα υπολογισθεί με την αναλογία μεταξύ της αγοραστικής αξίας ενός ίδιου με το πωληθέν αυτοκίνητου που δεν είχε ελαττώματα με το πωληθέν αυτοκίνητο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάστασης του κίνδυνου που είναι ο χρόνος παράδοσής του στην αγοράστρια. Η μείωση αυτή, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους των ελαττωμάτων του πωληθέντος αυτοκινήτου της αποκατάστασης των ελαττωμάτων αυτών, του χρονικού διαστήματος που διέδραμε από την παράδοση, τη χρησιμοποίηση του πράγματος από τον αγοραστή για το σκοπό για τον οποίο πωλήθηκε, ενόψει μάλιστα ότι επρόκειτο για ένα πολυτελές αυτοκίνητο με ιδιαίτερες απαιτήσεις για άνεση, ασφάλεια, αξιοπιστία και τιμή μεταπώλησης, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 4.000.000 δραχμών η 11.738,81 ευρώ. Μετά από αυτά η πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό των 11.738,81 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς όλοι οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, καθώς και η έφεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν". Με την απόφασή του αυτή το Εφετείο, το οποίο με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές απέρριψε τους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παραβίασε, ειδικότερα, αυτές των άρθρων 554, 555, 557 ΑΚ, που μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ενώ εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του, επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με όλα τα στοιχεία του πραγματικού των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε και οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, με την επίκληση των πλημμελειών των αριθμών 1 και 19 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δια της απορρίψεως της ένστασης παραγραφής της ένδικης αγωγής (που ασκήθηκε στις 3-7-1997) παραβίασε ευθέως τις παραπάνω διατάξεις, εκ πλαγίου δε, λόγω μη καθορισμού στην απόφαση των συνιστούντων τη δόλια απόκρυψη των ελαττωμάτων, πραγματικών περιστατικών, καθώς και εκείνων με βάση τα οποία καθόρισε το ποσό της μείωσης του τιμήματος, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου με την πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως τέτοια δε επικαλείται ότι: "κάθε κατασκευάστρια εταιρεία έχει ένα ποσοστό 10% στην παραγωγή της που θα μπορούσε να δικαιολογηθούν "ελαττωματάκια", όπως επιβεβαίωσε στην κατάθεσή του και ο μάρτυράς της - τεχνικός επιθεωρητής, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, "εφόσον κάθε κατασκευάστρια εταιρεία έχει αστοχίες σε κάποιο ποσοστό εξαγομένων προϊόντων η ανακοίνωση αυτής της πιθανότητας δεν θα απέτρεπε την αγοράστρια, αφού θα ίσχυε για όποιο αυτοκίνητο και να επέλεγε". Όμως, τα ανωτέρω δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας κατά την προεκτεθείσα έννοια αλλά πραγματικά επιχειρήματα για τη στήριξη των απόψεων της αναιρεσείουσας, ανάγονται δε στην εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το εν λόγω σκέλος του είναι απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι με τους οποίους, υπό την επίφαση των επικαλούμενων πλημμελειών πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων (561 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτησης αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-7-2011 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΑΜΑΞ ΑΒΕΕ" για αναίρεση της 2362/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ