Αριθμός 1584/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Δ. του Δ., κατοίκου …………… Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Πιστικού και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Σ. του Λ., κατοίκου …………….. Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Τριχιά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 7/9/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4656/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 580/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/5/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 27.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 580/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία - αφού εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (4656/2018 Μ.Πρ.Αθηνών), με την οποία, από τις συνεκδικασθείσες αγωγές των διαδίκων, είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσίβλητου (και, συγκεκριμένα, ως αόριστη κατά το σκέλος της περί καταβολής σε αυτόν προμηθειών της παραγωγής του ως ασφαλιστικού συμβούλου, δυνάμει συμβάσεως που είχε συνάψει με την αναιρεσείουσα και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το σκέλος της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους) και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας (με την οποία της επιδικάσθηκε ως αποζημίωση, για απώλεια προμηθειών που είχε από την καταγγελία της συμβάσεως συνεργασίας με ασφαλιστική διαμεσολάβηση που είχε συνάψει με τον αναιρεσίβλητο λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του, το ποσό των 28.929,75 ευρώ από την επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως) - έγινε δεκτή ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη η ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο έφεση με την ενσωματωμένη σε αυτήν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, και αφού συνεκδικάστηκαν οι δύο ως άνω αγωγές απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 2.000 €, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του και την καταδίκασε στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης ποσού 1.200 €. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566§1 Κ.ΠολΔ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 3870/527/2021 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577§1 Κ.ΠολΔ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ). Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, θεωρείται κάθε παρακωλυτικό της τήρησης δικονομικής προθεσμίας γεγονός, που ήταν απρόβλεπτο (ή ανεπίτρεπτο) και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με τη λήψη μέτρων άκρας επιμελείας και σύνεσης, συνεπαγόμενο αντικειμενικά, χωρίς, δηλαδή, οποιοδήποτε πταίσμα του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου του ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, μη εξαιρουμένης ούτε της ελαφράς αμέλειας των τελευταίων, την παρακώλυση του αιτούντος διαδίκου στην τήρηση της δικονομικής προθεσμίας. Κατά την εξειδίκευση της αορίστου νομικής έννοιας της ανωτέρας βίας στο χώρο του δικονομικού δικαίου και ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτή ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια εκείνης του ουσιαστικού δικαίου. Διαφοροποιείται, όμως, έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη. Κατά το περιεχόμενό της, επομένως, η "δικονομική" ανώτερη βία είναι η κατάστασή της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας από μέρους του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, αδυναμίας ανταπόκρισης σε δικονομικό βάρος του, εξαιτίας της οποίας η διαδικαστική πράξη του πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο. Στην έννοιά της περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο εξαιρετικής φύσης γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από τον διάδικο ούτε με την επίδειξη άκρας επιμελείας και συνέσεως, ανεξάρτητα εάν είναι εξωτερικό γεγονός ή όχι (Ολ.ΑΠ 29/1992, ΑΠ 275/2019, ΑΠ 178/2011, ΑΠ 366/2010, ΑΠ 518/2010, ΑΠ 1587 - 8/2009, ΑΠ 308/2007 Νόμος). Η εξειδίκευση, ειδικότερα, της έννοιας της ανώτερης βίας στο χώρο του δικονομικού δικαίου, το οποίο δεν επιδιώκει να εξισορροπήσει τα ιδιωτικά συμφέροντα των διαδίκων, αλλά τα δημόσια συμφέροντα της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης, αφενός, και της ασφάλειας και βεβαιότητας της διαδικασίας, αφετέρου, εναρμονίζεται και με τη θεμελιακή αρχή της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), η οποία δεν επιτρέπει την έκπτωση του διαδίκου από την άσκηση δικονομικής ευχέρειας, αν δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα (ΑΠ 275/2019). Η αίτηση επαναφοράς, απευθυνόμενη στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο, ασκείται είτε με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο και στο υποχρεωτικό περιεχόμενό της ανήκει η αναφορά των λόγων, για τους οποίους δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η ως άνω προθεσμία, του χρόνου άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, καθώς και των αποδεικτικών μέσων για την εξακρίβωση της αληθείας τους, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο, χωρίς την έκδοση παρεμπίπτουσας περί αποδείξεως αποφάσεως, να σχηματίσει σχετική δικανική πεποίθηση (ΑΠ 275/2019, ΑΠ 204/2014, ΑΠ 980/2008, ΑΠ 462/2002). Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει τη δυνατότητα της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της ορισμένης ως άνω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή την ανωτέρα βία ή το δόλο του αντιδίκου του. Περαιτέρω, γεγονός δικονομικής ανώτερης βίας αποτελεί και η αιφνίδια και απρόβλεπτη σοβαρή ασθένεια του µόνου πληρεξουσίου δικηγόρου διαδίκου, λόγω της οποίας κατέστη αδύνατη τόσο η άσκηση της έφεσης από αυτόν, όσο και η έγκαιρη ειδοποίηση του εντολέα του για την αντικατάστασή του. Όμως, δεν συνιστά ανωτέρα βία η ελαφρά ασθένεια του δικηγόρου, η οποία δεν εµπόδιζε αυτόν να επικοινωνήσει µε άλλον δικηγόρο έστω και µη συνεργάτη του και να αναθέσει σ' αυτόν την εντολή άσκησης του ενδίκου µέσου. Η επαναφορά πρέπει να ζητηθεί εντός προθεσμίας τριάντα ηµερών από την ηµέρα της άρσης του κωλύµατος που συνιστά την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου. Η αίτηση επαναφοράς γίνεται µε το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων ή µε τις προτάσεις ή µε ιδιαίτερο δικόγραφο και απευθύνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είναι αρµόδιο για την έφεση. Πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η έφεση δεν ασκήθηκε εµπρόθεσµα, καθώς και τα αποδεικτικά µέσα για την εξακρίβωση της αλήθειάς τους. Αν η ανωτέρα βία συνίσταται σε ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πρέπει να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκεια της, ώστε να δύναται το δικαστήριο να κρίνει αν αποτέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για την εμπρόθεσμη άσκηση έφεσης και αν τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλο δικηγόρο έστω και μη συνεργάτη του. Η συζήτησή της γίνεται μαζί με την συζήτηση περί του παραδεκτού της έφεσης, ενώ, αν η αίτηση γίνει δεκτή, κρίνεται παραδεκτή η έφεση, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 2021/2017, ΑΠ 456/2013). Εξάλλου, στο χώρο του δικονομικού δικαίου η ανώτερη βία συνιστά κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, μ' αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη. Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως η συνδρομή αυτής καθαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 800/2019, ΑΠ 219/2016, ΑΠ 490/2009). Με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της ανωτέρας βίας, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, αφού το Εφετείο αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος του αντιδίκου της και, επομένως, το ως άνω δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 528/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, των δικογράφων των διαδίκων, καθώς και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα επέδωσε στον ήδη αναιρεσίβλητο την υπ' αριθ. 4656/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 24-5-2018, ενώ ο τελευταίος κατέθεσε την έφεσή του στο αρμόδιο τμήμα της γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την σωρευόμενη σε αυτήν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, την 20-7-2018 και - κατόπιν της καταθέσεως του δικογράφου της στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, στις 23/7/2018, για ορισμό δικασίμου - την επέδωσε στην αναιρεσείουσα στις 25-7-2018. Μεταξύ άλλων, στη σωρευόμενη στην έφεση αίτηση επαναφοράς πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, προκειμένου να γίνει δεκτή η αίτησή του αυτή, ιστορούσε συγκεκριμένα ότι "Επειδή, συγκεκριμένα, εξαιτίας ανωτέρας βίας, συγκεκριμένα λόγω αιφνίδιας σωματικής νόσου του πληρεξουσίου μου δικηγόρου, ο οποίος διαρκούσης της προθεσμίας της εφέσεως υπέστη στις 09/06/2018, ήτοι κατά την 16η ημέρα της σχετικής προθεσμίας, οξύ κατώτερο έμφραγμα του μυοκαρδίου και εισήχθη στη μονάδα εμφραγμάτων της Β' Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου "ΑΤΤΙΚΟΝ", από την οποία εξήλθε στις 14/06/2018 με σειρά ιατρικών οδηγιών, μεταξύ των οποίων η αυστηρή αποφυγή σωματικής κοπώσεως και η αποχή από οιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός και ως εκ τούτου δεν κατέστη δυνατή η τήρηση της προθεσμίας ενός (1) μηνός από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επειδή εν όψει των ανωτέρω συντρέχει περίπτωση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ήτοι την επανέναρξη της μηνιαίας προθεσμίας για την άσκηση της εφέσεως, η οποία διεκόπη την 9η Ιουνίου 2018, από την 15η Ιουλίου 2018, ημερομηνία κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου μπορούσε να ασχοληθεί εκ νέου με την επαγγελματική του δραστηριότητα και να προβεί στη διενέργεια της εξεταζόμενης διαδικαστικής ενέργειας. Επειδή προς διαπίστωση της αληθείας των αναφερομένων ως άνω λόγων, για τους οποίους δεν κατέστη δυνατή η τήρηση της προθεσμίας, επικαλούμαι: α) το από 14/06/2018 Εξιτήριο της Β' Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου "ΑΤΤΙΚΟΝ", που υπογράφεται από τον Επιμελητή ……………., Κ. Φ. και β) το από 18/06/2018 Ιατρικό Σημείωμα του ………………. Λ. Ε. (.....), ως αποδεικτικά στοιχεία περί της νοσηλείας και της ακόλουθης πλήρους αδυναμίας του πληρεξουσίου δικηγόρου μου να ασκήσει τα καθήκοντά του από 09/06/2018 μέχρι και 14/07/2018". Όπως δε, αντιστοίχως, γίνεται δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (πρώτη σελίδα 3ου φύλλου, προτελευταία και τελευταία περίοδος αυτής έως και πρώτη περίοδο δεύτερης σελίδας του ιδίου φύλλου αυτής) "....Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο, από 14.6.2018 εξιτήριο του άνω νοσοκομείου, ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου, και εισήχθη στην καρδιολογική κλινική του άνω νοσοκομείου, όπου υπεβλήθη στην άνω επέμβαση νοσηλεύθηκε δε έως 14.6.2018, οπότε εξήλθε με ιατρική οδηγία για αποφυγή σωματικής κόπωσης και αποχή από την εργασία του, για χρονικό διάστημα ενός μηνός μετά την έξοδό του. Οπότε η προθεσμία έφεσης των 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ) στον εκκαλούντα, η οποία είχε εκκινήσει από 24.5.2018 διεκόπη από 9.6.2018 έως και 14.7.2018, (την 16η ημέρα της προθεσμίας,) λόγω της ως άνω αιφνίδιας ασθένειας του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που συνιστά ανωτέρω βία κατά την έννοια που εκτέθηκε στην νομική σκέψη και μέχρι την κατάθεση του δικογράφου της έφεσης (με τη σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς) την 20.7.2018 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου [και την επίδοση αυτής στην εφεσίβλητη την 25.7.2018, όπως προκύπτει από την αρ.3011 Ι/25.7.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ………, Ι. Π.], δεν είχε παρέλθει η 30ήμερη προθεσμία και ως εκ τούτου η έφεση πρέπει να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα".Υπό τις ανωτέρω παραδοχές - και αναφερόμενη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στην προηγηθείσα σε αυτή νομική σκέψη, σύμφωνα με την οποία, μεταξύ άλλων, "...Όμως, δεν συνιστά ανωτέρα βία η ελαφρά ασθένεια του δικηγόρου, η οποία δεν εμπόδιζε αυτόν να επικοινωνήσει με άλλον δικηγόρο έστω και μη συνεργάτη του και να αναθέσει σ' αυτόν την εντολή άσκησης του ενδίκου μέσου (ΑΠ 2021/2017)" - έστω και με συνοπτικές παραδοχές δέχεται, αν και σιωπηρά, ότι, η ως άνω αιφνίδια και απρόβλεπτη ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου (που παραπάνω, διηγηματικώς, εκτίθεται ότι ήταν ο μόνος πληρεξούσιος δικηγόρος του) ότι η ασθένεια αυτή ήταν σοβαρή, αφού, όπως κατωτέρω αναφέρεται, "συνιστά ανωτέρα βία κατά την έννοια που εκτέθηκε στην άνω νομική σκέψη" (εφόσον η έννοια αυτής - ανωτέρας βίας - δεν συντρέχει, κατά την προεκτεθείσα νομική σκέψη, επί ελαφράς ασθενείας). Το γεγονός δε αυτό (της σοβαρότητας της ασθένειας - οξύ κατώτερο έμφραγμα του μυοκαρδίου), πέραν του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν συνιστά "ελαφρά ασθένεια", ώστε να θεωρείται ότι δεν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας και ότι ο υποστάς αυτό είναι σωματικά και ψυχολογικά σε τέτοια κατάσταση που να του επιτρέπει να ασχολείται με τις επαγγελματικές του υποθέσεις, επιρρωνύεται (σε σχέση με τη συνδρομή λόγου ανωτέρας βίας) και από ότι, με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου εξήλθε από την καρδιολογική κλινική του νοσοκομείου "Αττικόν" με ιατρική οδηγία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφαση εξιτήριο και ιατρικό σημείωμα, για αυστηρή αποφυγή σωματικής κόπωσης και αποχή από την εργασία του για χρονικό διάστημα ενός μηνός μετά την έξοδό του, ενώ, τέλος, η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, περί της συνδρομής περιπτώσεως ανωτέρας βίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, εναρμονίζεται και με τη θεμελιακή αρχή της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), η οποία δεν επιτρέπει την έκπτωση του διαδίκου από την άσκηση δικονομικής ευχέρειας, αν δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα. Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 152 § 1 ΚΠολΔ, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της "ανωτέρας βίας", ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της, την οποία ορθώς εφάρμοσε, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον στοιχεία για την εξειδίκευσή της και δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της αποφάσεως, συνέτρεχαν οι νόμιμες σχετικές προϋποθέσεις και, κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πρώτος , από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση με εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 152 επ. ΚΠολΔ δέχθηκε ότι συνέτρεχε περίπτωση ανωτέρας βίας και ότι είχε υποβληθεί εμπροθέσμως η αιτούμενη από τους αναιρεσείοντες επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Για τους ίδιους δε λόγους, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος από τους λόγους αναιρέσεως, που προβάλλεται, αντιστοίχως, με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, μη απαιτουμένου οποιουδήποτε άλλου στοιχείου για το ορισμένο της αιτήσεως επαναφοράς, αφού, για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της ανωτέρας βίας, η επικληθείσα αιφνίδια και απρόβλεπτη ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου παρίστατο ως σοβαρή (δεδομένου ότι αναφερόταν πως εδόθησαν οι αναφερόμενες, με βάση τα επικαλούμενα ιατρικά σημειώματα, οδηγίες για "...αυστηρή αποφυγή σωματικής κοπώσεως και η αποχή από οιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός") και αυτό εξετίθετο επαρκώς στην αίτηση επαναφοράς, τα δε λοιπά ζητήματα αποτελούσαν αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και, επομένως, δεν παραβίασε τη διάταξη του ως άνω άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μη κηρύσσοντας απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία . Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1933/2022). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Κατά την έρευνα δε της ουσιαστικής της βασιμότητας ελέγχεται πλέον η αξιοπιστία των αποδεικτικών μέσων (και μαρτυρικών καταθέσεων ή ενόρκων βεβαιώσεων) με κριτήριο και τη συγκεκριμενοποίηση των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται σε αυτά. Δεν αποτελεί δε έλλειψη, ή ανεπάρκεια αιτιολογίας, ή αντιφατικότητα αυτής, ελεγχόμενη κατ' άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, το γεγονός ότι το Εφετείο έκρινε πειστικότερα ορισμένα αποδεικτικά μέσα σε σχέση με άλλα, που όλα τους εκτιμώνται ελευθέρως, με βάση το ως άνω κριτήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την ως ανωτέρω υπ' αριθ. 580/2020 προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση του ως προς το ζήτημα, κατ' αρχήν, της υπάρξεως ανωτέρας βίας αναφορικά με την άσκηση εμπροθέσμως ή μη της εφέσεως, δέχθηκε, τα προπαρατιθέμενα. Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο από τους λόγους αναιρέσεως προβάλλει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία αλλά και έλλειψη και της στοιχειώδους αιτιολογίας του Εφετείου ως προς το ουσιώδες ζήτημα γιατί η συγκεκριμένη ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αντιδίκου της στοιχειοθετεί την έννοια της ανώτερης βίας, ώστε να κριθεί εμπρόθεσμη η ασκηθείσα έφεσή του, με συνέπεια να καταστεί αναιρετέα η κρίση της, ελλείψει νομίμου βάσεως κατ' άρθρο 559 αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ.]. Όπως, όμως, παραπάνω (αναφορικά με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως) αναφέρεται, έστω και με συνοπτικές αλλά σαφείς και πλήρεις επιτρέπουσες τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι συνέτρεχε περίπτωση ανωτέρας βίας. Η απόφαση αυτή δεν έχει αντιφατικές παραδοχές, ούτε ανεπαρκείς τέτοιες, ή καθόλου, αφού η ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου παρίστατο ως σοβαρή (δεδομένου ότι ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος "...εξήλθε με ιατρική οδηγία για αποφυγή σωματικής κόπωσης και αποχή από την εργασία του για χρονικό διάστημα ενός μηνός μετά την έξοδό του") και, επομένως, δεν επρόκειτο περί ελαφράς ασθένειας ώστε να κριθεί, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι δεν συνέτρεχε λόγος ανωτέρας βίας και ότι η νόσος αυτή δεν τον εμπόδιζε να επικοινωνήσει με τον εντολέα του ή με άλλον δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του, ώστε να αναθέσει σε αυτόν την εντολή άσκησης του ενδίκου μέσου [πέραν του ότι δεν έγινε δεκτό ότι υπήρχε συνεργάτης του κατά τον κρίσιμο χρόνο, ισχυρισμό που η αναιρεσείουσα επιχείρησε να θεμελιώσει με μόνη αναφορά σε δικόγραφο αναγόμενο σε κατά πολύ (2014) προγενέστερο χρόνο, με υπογράφουσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων την Ε. Μ., ως μέλος της δικηγορικής εταιρείας "…………….. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ενώ δεν υφίσταται αντίστοιχη εταιρική σφραγίδα στο εφετήριο (με την σωρευόμενη σε αυτό αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση) της κρινομένης αναιρετικώς υποθέσεως, αλλά ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος (Μ. Τ.) υπογράφει ατομικώς το δικόγραφο της εφέσεως και με άλλη διεύθυνση από αυτήν της προαναφερόμενης δικηγορικής εταιρίας]. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 και ο σχετικός (τρίτος) λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 43/2013, ΑΠ 335/2012).Εξάλλου, με τη διάταξη του εδ. β της παρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης και είναι απαράδεκτος (αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1300/2022, 273/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014). Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 559/2020, ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π.282/2012). Περαιτέρω, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 85/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως "αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (ΑΠ 559/2020, ΑΠ1437/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την επί της ουσίας της υποθέσεως (μετά τη γενομένη τυπικά δεκτή έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου) κρίση επί της υποθέσεως, όπως προκύπτει από την κατά τα ανωτέρω παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης (υπ' αριθμ. 580/2020) απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, τα οποία ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία: "Ο ενάγων- εναγόμενος απασχολείτο ως ασφαλιστικός σύμβουλος από το έτος 1988, έχοντας αποκλειστική συνεργασία με την ασφαλιστική εταιρία "……………..", υπαγόταν δε σε υποκατάστημα με συντονιστή τον Δ. Δ., πατέρα της εναγομένης-ενάγουσας, η οποία τον διαδέχθηκε το έτος 2006 ως συντονίστρια στο εν λόγω υποκατάστημα. Εν συνεχεία η εναγομένη - ενάγουσα συνήψε με την "…………….. ΑΕ" σύμβαση ασφαλιστικού γραφείου ("………."), συνεργαζόμενου αποκλειστικά με την άνω εταιρία, έπειτα δε συνέστησε πρακτορείο ασφαλιστικών συμβούλων, αναλαμβάνοντας όλα τα λειτουργικά έξοδα αυτού. Ορισμένοι ασφαλιστικοί σύμβουλοι που ανήκαν στην ομάδα της εναγομένης, υπό την εποπτεία της, ως συντονίστρια, έλυσαν τις συμβάσεις τους με την "………….." και συνήψαν συμβάσεις αποκλειστικής συνεργασίας με αυτή (εναγομένη), οι οποίες προέβλεπαν ρήτρα αποκλειστικής συνεργασίας με την ασφαλιστική της επιχείρηση εσαεί. Ο ενάγων-εναγόμενος, λόγω του μεγέθους του χαρτοφυλακίου του και των καλών προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων που διατηρούσε με την εναγόμενη, προκειμένου να υπογράψει τη σχετική σύμβαση συνεργασίας και να μεταφέρει αυτούσιο το πελατολόγιό του στο νεοσυσταθέν πρακτορείο της εναγομένης, ζήτησε η σχετική ρήτρα αποκλειστικότητας να έχει γι' αυτόν περιορισμένη ισχύ για τέσσερα (4) έτη, πράγμα το οποίο αποδέχθηκε η εναγομένη. Έτσι την 3.5.2012, η εναγομένη - ενάγουσα με την ιδιότητα του πράκτορα συνήψε με τον ενάγοντα-εναγόμενο σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε τη διαμεσολάβηση για τη σύναψη των ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ των συνεργαζομένων με την ενάγουσα - εναγομένη ασφαλιστικών εταιριών και των υποψηφίων να ασφαλισθούν πελατών που αυτός θα πρότεινε σε όλους τους κλάδους ασφάλισης. Ως αμοιβή του ενάγοντος - εναγομένου για την ως άνω μεσολάβησή του, ορίστηκε ότι θα λαμβάνει προμήθειες σε ποσοστό επί των πράγματι εισπραττομένων καθαρών ασφαλίστρων κάθε ασφαλιστηρίου συμβολαίου παραγωγής του, όπως το ποσοστό αυτό προσδιορίζεται στο συνημμένο πίνακα προμηθειών, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης. Επιπρόσθετα συμφωνήθηκε ότι κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης ο "ασφαλιστικός σύμβουλος" δεν επιτρέπεται να συνεργάζεται με την ιδιότητα του συμβούλου ή με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα διαμεσολαβούντος προσώπου στην ασφάλιση, με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση. Η παράβαση του εν λόγω περιορισμού συνιστά αυτοτελή παράβαση των όρων της συμβάσεως, προ της 2.5.2016. Επίσης συμφωνήθηκαν τα εξής στην παράγραφο Δ "ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ" : 1 .Η διάρκεια της σύμβασης είναι αόριστη και λύεται: α) με έγγραφη καταγγελία από κάθε συμβαλλόμενο μέρος που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στη διεύθυνση του μέρους που απευθύνεται και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μετά την πάροδο δύο (2) μηνών, από την περιέλευσή της στον έτερο των συμβαλλομένων... β)..., γ) Διευκρινίζεται ότι μετά τη συμπλήρωση 4 ετών από την υπογραφή της σύμβασης και συγκεκριμένα μετά την 2.5.2016 και σε περίπτωση που ο σύμβουλος το επιθυμεί, για μέρος ή και για όλο το χαρτοφυλάκιο που ανήκει στον υποκωδικό του (το χαρτοφυλάκιο που έχει παράγει ή εξυπηρετεί δηλαδή), έχει τη δυνατότητα να το μεταφέρει σε δική του ή άλλη συνεργαζόμενη επιχείρηση, κατά την απόλυτη διακριτική του ευχέρεια. 2.Η λύση της σύμβασης επέρχεται αμέσως μετά την επίδοση της καταγγελίας, αν η καταγγελία από την "πράκτορα" έγινε για σπουδαίο λόγο ή μετά την παρέλευση δύο (2) μηνών εάν η καταγγελία έγινε είτε από την "πράκτορα" είτε από τον "ασφαλιστικό σύμβουλο" χωρίς σπουδαίο λόγο. Συνομολογήθηκε ρητά ότι συνιστά, μεταξύ άλλων, σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης από την "πράκτορα", η συνεργασία του "ασφαλιστικού συμβούλου" με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, προ της 2.5.2016 χρόνου αναμονής που αναφέρεται στην παράγραφο Δίγ ή μετά την παραπάνω ημερομηνία. .. 3. Αν η "πράκτορας" καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς σπουδαίο λόγο, τότε ο "ασφαλιστικός σύμβουλος" θα δικαιούται, για διάστημα τριών (3) ετών από την καταγγελία , τις προμήθειες που αναλογούν στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί για το διάστημα αυτό να παραμένει στην "πράκτορα". Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει ο χρόνος αναμονής (2.5.2016) που αναφέρεται στην παρ. ΔΙγ.... 4. Αν η σύμβαση καταγγελθεί από την "πράκτορα" για σπουδαίο λόγο, τότε ο "ασφαλιστικός σύμβουλος" δεν θα δικαιούται καμία προμήθεια από την καταγγελία και εφεξής. Ειδικά δε προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης για οποιοδήποτε λόγο, ο "ασφαλιστικός σύμβουλος" υποχρεούται να μην προβαίνει σε ενέργειες που"- αποβλέπουν είτε στην ακύρωση των ασφαλιστηρίων παραγωγής του, είτε στην ακύρωση και μεταφορά αυτών σε άλλη εταιρία. Σε περίπτωση δε παράβασης της υποχρέωσης αυτής, τότε ο ασφαλιστικός σύμβουλος ευθύνεται να αποκαταστήσει κάθε ζημία της πράκτορος, το δε ποσό αποζημίωσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τις προμήθειες που αντιστοιχούν στα μεταφερθέντα ή ακυρωθέντα ασφαλιστήρια από την "πράκτορα". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήταν ένας από τους πιο παραγωγικούς ασφαλιστικούς συμβούλους του πρακτορείου της εναγομένης - ενάγουσας, γεγονός που συνομολογείται από τους διαδίκους. Στα τέλη Σεπτεμβρίου 2013 η εναγομένη - ενάγουσα, κάλεσε στο πρακτορείο της, τους πέντε (5) καλύτερους ασφαλιστές (μεταξύ αυτών και τον ενάγοντα). Στη συνάντηση αυτή η εναγομένη, παρουσία και του ενάγοντος, ανακοίνωσε ότι με τον ενάγοντα είχε υπογράψει διαφορετική σύμβαση, ως προς την ισχύ της ρήτρας αποκλειστικότητας, εν συνεχεία δε ζήτησε από αυτόν να υπογράψει τροποποίηση της μεταξύ τους σύμβασης, με την οποία θα καταργείτο ο χρονικός περιορισμός της ρήτρας αποκλειστικότητας και πλέον θα είχε, αόριστη ισχύ για το μέλλον. Ό ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει, έκτοτε δε η εναγομένη πίεζε συνεχώς αυτόν να δεχθεί την ως άνω τροποποίηση. Τον Νοέμβριο του 2013, η εναγομένη κλιμάκωσε την πίεση σε βάρος του, δηλώνοντας σε αυτόν ότι εάν δεν συναινέσει στην τροποποίηση της σύμβασης θα καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση για σπουδαίο λόγο. Ο ενάγων προσκομίζει την από 18.11.2013 τροποποίηση της από 3.5.2012 σύμβασης, την υπογραφή της οποίας απαίτησε η εναγομένη, αλλά αυτός αρνήθηκε. Η εναγομένη εμμένοντας στην τροποποίηση της σύμβασης, άρχισε να ζητά επιτακτικά από τον ενάγοντα να μεταφέρει στο πρακτορείο της το πελατολόγιο της συζύγου του Ε. Μ., (η οποία σημειωτέον είναι ανεξάρτητη ασφαλιστική σύμβουλος) και να του ζητεί να παραδεχθεί ότι συνεργάζεται με άλλο πρακτορείο. Ο ενάγων δεν υποχώρησε και τότε απροειδοποίητα την 26.11.2013 η εναγόμενη "κλείδωσε" τους ατομικούς του κωδικούς πρόσβασης στο λογισμικό σύστημα ηλεκτρονικής διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του, ήτοι τον εμπόδισε να έχει πρόσβαση στο πελατολόγιό του και την 5.12.2013 κοινοποίησε σε αυτόν (βλ. σχ. την 11493ΕΓ/ 5.12.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ.), την από 3.12.2013 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση και καταγγελία της σύμβασης, με την οποία δήλωσε ότι καταγγέλλει τη μεταξύ τους σύμβαση, για σπουδαίο λόγο, επειδή αυτός παρέβη τη ρήτρα αποκλειστικής συνεργασίας, με τη μεταφορά μεγάλου μέρους του χαρτοφυλακίου του σε άλλο πρακτορείο, επ' ονόματι της συζύγου του. Ο ενάγων με την από 18.12.2013 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 18.12.2013 (βλ.σχ. την 5433Θ /18.12.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Π.), αρνήθηκε τον σπουδαίο λόγο και απέκρουσε την καταγγελία ως καταχρηστική. Ακολούθως άσκησε την από 1.4.2014 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και την ένδικη αγωγή. Αναφορικά με τον λόγο καταγγελίας, η βασιμότητα αυτού δεν αποδείχθηκε. Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, υπήρξε απολύτως συνεπής στις έναντι αυτής υποχρεώσεις του, δεν αθέτησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ουδέποτε διατάραξε την ομαλή συνεργασία τους, καθώς έως τον χρόνο καταγγελίας, δεν συνεργάστηκε με άλλο ασφαλιστικό πρακτορείο ή εταιρία, δεν πρότεινε σε πελάτες του, που ήταν ήδη ασφαλισμένοι στο πρακτορείο της εναγομένης - ενάγουσας, να ασφαλιστούν σε άλλες μη συνεργαζόμενες ασφαλιστικές εταιρίες, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων μεταξύ τους, με συνέπεια τη σταδιακή και σημαντική μείωση της παραγωγικής δραστηριότητάς του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη. Ειδικότερα η εναγομένη- ενάγουσα, προς απόδειξη του σπουδαίου λόγου καταγγελίας, προσκομίζει μεταξύ άλλων, το από 24.4.2014 έγγραφο της ……….. με τίτλο "αναλυτικό ……….. ασφαλιστικών συμβούλων". Σε αυτό εμφαίνεται ότι την 24.4.2014 η ασφαλιστική παραγωγή του πρακτορείου της (Τ600000), ήτοι το σύνολο του χαρτοφυλακίου Ζωής & Υγείας, κατά το έτος 2013 ανερχόταν σε 221.113 ευρώ, ενώ το έτος 2014, μέχρι το χρόνο εκτύπωσης-ενημέρωσης του άνω εντύπου (24.2.2014), μειώθηκε στο ποσό των 81.574 ευρώ, ήτοι κατά 63,11%. Κατ' αρχήν το έγγραφο αυτό αποτυπώνει την ασφαλιστική παραγωγή κατά το έτος 2013 και αυτή του 2014 που είναι μετά την καταγγελία, ενώ η επικαλούμενη (ως σπουδαίος λόγος) μείωση-μεταφορά του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος, θα έπρεπε να έχει λάβει χώρα μέχρι την καταγγελία. Επιπρόσθετα δεν προκύπτει ότι το έγγραφο αυτό αφορά αποκλειστικά το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος (με τον κωδικό Τ600122), δεδομένου ότι φέρει τον κωδικό της εναγομένης Τ600000, η οποία συνεργαζόταν με άλλους 25 τουλάχιστον ασφαλιστικούς συμβούλους, όπως αναφέρει στην αγωγή της, (30 αναφέρει ο ενάγων και τόσοι είναι και οι κωδικοί του πρακτορείου της) οπότε το έγγραφο προφανώς αφορά στο σύνολο των χαρτοφυλακίων των ασφαλιστικών συμβούλων του πρακτορείου της και όχι μόνον αυτού του ενάγοντος. Επίσης η ενάγουσα προσκομίζει την από 11.11.2013 προσφορά ασφάλισης του με αρ.κυκλ……… ΕΙΧ αυτοκινήτου, προς την ασφαλιστική εταιρία "…………" της Ε. Μ., συζύγου του ενάγοντος- εναγομένου, όπου παραπλεύρως στο επώνυμο αυτής "εντός παρενθέσεως" αναγράφεται το επώνυμο του ενάγοντος -συζύγου της, ήτοι "(……..)". Όμως η μνεία του επωνύμου του ενάγοντος, δικαιολογείται ένεκα της συζυγικής σχέσης και δεν αποδεικνύει από μόνο του, χωρίς τη συνδρομή άλλων αποδεικτικών στοιχείων, ότι υποκρύπτεται κατ' ουσίαν ο ενάγων ως ασφαλιστής και τύποις η σύζυγός του. Περαιτέρω, η εναγομένη προσκομίζει αντίγραφο φωτογραφίας ανηρτημένης στο διαδίκτυο, όπου απεικονίζεται τον Μάιο του 2013 να συμμετέχει ο ενάγων σε ταξίδι στην Ινδία που πραγματοποίησε η ασφαλιστική εταιρία "……….. ΑΕ" για τους ασφαλιστικούς της συμβούλους και ότι εξ αυτής προκύπτει ότι ήταν συνεργάτης της άνω εταιρίας και μάλιστα διακρίθηκε ως παραγωγικός ασφαλιστικός σύμβουλος. Πλην όμως η παρουσία του στην άνω φωτογραφία δεν συνδέεται με τη δραστηριότητα που του αποδίδει η εναγομένη, αλλά δικαιολογείται διότι συνοδεύει τη σύζυγό του Ε. Μ., η οποία απεικονίζεται δίπλα του στην ίδια φωτογραφία, έχει άδεια εξάσκησης επαγγέλματος από το έτος 2009, αυτοαπασχολείται ως ασφαλίστρια και συνεργάζεται, μέσω διαφόρων πρακτορείων, με αρκετές ασφαλιστικές εταιρίες (πλην της ………), μεταξύ των οποίων και με την ως άνω εταιρία "…….. ΑΕ", η οποία την επιβράβευσε για την επιτυχή ανάπτυξη του χαρτοφυλακίου της, με έπαθλο ταξίδι στην Ινδία, όπου κέρδισε διπλή συμμετοχή και τη συνόδευσε ο σύζυγός της (βλ. σχ. την με αρ.4742/23.1.2018 ένορκη βεβαίωση της ιδίας). Επίσης η εναγομένη, προσκομίζει την από 11.6.2011 πρόταση ασφάλισης αυτοκινήτου, με ασφαλισμένο τον Λ. Λ., από συνεργάτη της εταιρίας "……….. ΑΕ" με αρ.10……./123.00.001 -vester Μεσίτης Ασφαλίσεων Α.Ε., ο οποίος φέρεται να είναι πελάτης της εναγομένης, και ασφαλισμένος της ………, με το αρ.00069………… ασφαλιστήριο συμβόλαιο (κλάδος αυτοκινήτων) σε ισχύ την 29.11.2013. Το στοιχείο όμως αυτό δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό της εναγομένης, περί συνεργασίας του ενάγοντος με την εταιρία "………… ΑΕ" και ότι αυτός προέβη σε πρόταση ασφάλισης προς τον ανωτέρω, καθώς η άνω πρόταση ανάγεται σε χρόνο προ της καταρτίσεως της από 3.5.2012 συμβάσεώς τους και ως εκ τούτου δεν συνδέεται με την καταγγελία αυτής. Περαιτέρω η εναγομένη-ενάγουσα, επικαλείται τη μεταφορά πελάτη από το πρακτορείο της εναγομένης, στην εταιρία "……… ΑΕ", με ενέργεια του ενάγοντος - εναγομένου και προσκομίζει: α) την από 30.5.2013 αίτηση τροποποίησης - επαναφοράς κλάδου υγείας του συνεργάτη (………..) της "……….. ΑΕ", με ασφαλιζόμενο τον Ε. Β. και λήπτη της ασφάλισης τον Ν. Β., με την οποία ζητείται η επαναφορά σε ισχύ του ασφαλιστήριου του, για το οποίο σημειώνεται η κατάθεση των ασφαλίστρων με πιστωτική κάρτα, (β) το από 29.11.2013 έγγραφο της ………………, σύμφωνα με το οποίο υπάρχουν σε ισχύ, στο πρακτορείο της, με το ονοματεπώνυμο του ως άνω λήπτη της ασφάλισης (Ν. Β.), τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια, το αρ.000702…….. συμβόλαιο κλάδου υγείας, έτερο του κλάδου πυρός και έτερό του κλάδου αυτοκινήτων], ενώ άλλα τρία συμβόλαια αναγράφονται ως άκυρα (το αρ.000702…… υγείας, τα αρ.000135……. και 000144……. ζωής). Πλην όμως δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο άνω ισχυρισμός της, διότι το πρώτο έγγραφο αφορά τροποποίηση -επαναφορά σε ισχύ ασφαλιστηρίου συμβολαίου που προϋπήρχε στην "…….. ΑΕ", και δεν είχαν πληρωθεί τα ασφάλιστρά του, και όχι για κατάρτιση νέας ασφαλιστικής σύμβασης, ενώ συγχρόνως δεν προκύπτει ο χρόνος ακύρωσης των συμβολαίων της …………… στο ως άνω υπό στοιχ. β) έγγραφο, ώστε να μπορεί να εξαχθεί με βεβαιότητα ότι οι ακυρώσεις συνδέονται με την άνω αίτηση και πράγματι πρόκειται για απόσπαση-μεταφορά του άνω ασφαλισμένου. Εξάλλου το αρ.7024…. ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, με έναρξη ασφάλισης το έτος 2012, με εισπραχθέντα ασφάλιστρα 925,67 ευρώ ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο καταγγελίας. Σε κάθε περίπτωση η μείωση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος προ της καταγγελίας δεν ήταν τόσο μεγάλη, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη και δικαιολογείται από την οικονομική κρίση, Βάσει των ανωτέρω, ο ενάγων δεν εκδήλωσε την αντισυμβατική συμπεριφορά, στην οποία στήριξε την καταγγελία της η εναγομένη - ενάγουσα και συνεπώς η καταγγελία έγινε άνευ σπουδαίου λόγου, χωρίς υπαιτιότητα του ενάγοντος. Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από τη μικρή χρονική απόσταση μεταξύ της άρνησης του ενάγοντος να υπογράψει την από 18.11.2013 τροποποίηση της σύμβασης, και του χρόνου της επίδικης καταγγελίας (3.12.2013). Επίσης αντίκειται στους κανόνες της λογικής, να εμμένει η εναγομένη στη συνέχιση της συνεργασίας τους, ενώ ο ενάγων έχει εκδηλώσει από το πρώτο έτος της συνεργασίας τους (βλ. σχ. σελ.8 της αγωγής της) την ως άνω αντισυμβατική και αθέμιτη συμπεριφορά, που του καταλογίζει, η οποία έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντά της και οπωσδήποτε είχε κλονίσει την εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό του. Επομένως, ο ενάγων δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων του νόμου αλλά και του προβλεφθέντος ρητού συμβατικού όρου, δικαιούται για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών από την καταγγελία την ετήσια σταθερή προμήθεια που θα ελάμβανε από την εναγομένη αν παρέμενε ασφαλιστικός σύμβουλος αυτής, από τα επαρκώς αναφερόμενα στην αγωγή ασφαλιστήρια συμβόλαια, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτά παρέμειναν και θα παρέμεναν ενεργά στην εναγομένη για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, και για τα οποία ως βάση υπολογισμού λαμβάνονται υπόψη οι προμήθειες από ασφαλιστικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν με τη μεσολάβησή του, και τις, οποίες χάνει λόγω της καταγγελίας, ενώ οι αναφερόμενοι πελάτες-ασφαλισμένοι αποτελούν πλέον σταθερή πελατεία της εναγομένης, που αποκτήθηκε από τη δική του δραστηριότητα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια που είχαν συναφθεί με τη μεσολάβηση του ενάγοντος, τα 298 συμβόλαια που αναφέρονται στις από 24.1.2018 προτάσεις του, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν παρέμειναν ενεργά στο πρακτορείο της εναγομένης διότι μετά την παρέλευση τριών μηνών από την καταγγελία, αυτός τα μετέφερε σε νέο πρακτορείο με το οποίο πλέον συνεργάζεται (βλ. σχ. 3ος λόγος έφεσης, σελ. 10). Ο ενάγων με τις από 24.1.2018 προτάσεις του, περιορίζει το αγωγικό αίτημα, και συγκεκριμένα αφαιρεί από την αξίωσή του ποσού 87.115,95 ευρώ, το ποσό των 47.860,80 ευρώ, που αντιστοιχεί στις προμήθειές του, επί 298 ασφαλιστηρίων συμβολαίων παραγωγής του, (τα οποία προσδιορίζει ανά πελάτη και αριθμό συμβολαίου), επί τρία έτη. Επίσης από το από 19.5.2014 έγγραφο της ……….., που προσκομίζει η εναγομένη, προκύπτει η μεταφορά 118 ασφαλιστηρίων συμβολαίων παραγωγής του ενάγοντος σε άλλο πρακτορείο της ………….., με κωδικό συνεργάτη Θ850…... Ενόψει των παραπάνω, αφενός δεν αποδεικνύεται ότι τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που καταρτίστηκαν με τη μεσολάβηση του ενάγοντος παρέμειναν ενεργά κατά το ένδικο διάστημα των 3 ετών μετά την καταγγελία, στο πρακτορείο της εναγομένης, αφετέρου κατά τον συμβατικό όρο Δ.3, τελευταίο εδάφιο της επίδικης σύμβασης, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης χωρίς σπουδαίο λόγο, αν κατά τη διάρκεια του χρόνου (3 ετών από την καταγγελία) που η "πράκτορας" υποχρεούται σε καταβολή των προμηθειών που αναλογούν στην παραγωγή του "ασφαλιστικού συμβούλου", η οποία για το διάστημα αυτό εξακολουθεί να παραμένει στην "πράκτορα", συντρέξει γεγονός, το οποίο θα αποτελούσε λόγο καταγγελίας της σύμβασης από την "πράκτορα", παύει αμέσως και η υποχρέωση αυτής για καταβολή προμήθειας. Εν προκειμένω, όπως ομολογεί ο ενάγων προέβη σε μεταφορά των συμβολαίων του, οπότε έπαυσε να υπάρχει η υποχρέωση της εναγομένης - πράκτορος για καταβολή προμήθειας για το σύνολο των συμβολαίων, σύμφωνα με τον ως άνω συμβατικό όρο. Υπό τα άνω περιστατικά, ο ενάγων-εναγόμενος δεν ενήργησε αντισυμβατικά, επιδιώκοντας συνεργασία με ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, και δεν υφίστατο σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης, η δε εναγομένη επικαλέστηκε ψευδή σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος, και με αυτόν τον τρόπο προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του, έβλαψε την επαγγελματική του αξιοπιστία και τον απαξίωσε ηθικά και κοινωνικά, αφού δημιουργήθηκαν υπόνοιες σε βάρος του, ότι ήταν υπαίτιος κατά τα ανωτέρω για την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως. Τα διαλαμβανόμενα στην καταγγελία ψευδή γεγονότα, ήταν ικανά κατ' αντικειμενική κρίση να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντος, ως άτομο, αφού θέτουν υπό αμφισβήτηση την επαγγελματική του αξία και εντιμότητα. Για την καταγγελία και το περιεχόμενό της, έλαβαν γνώση οι συνάδελφοι και συνεργάτες του ενάγοντος, ήτοι υπάλληλοι και στελέχη της ασφαλιστικής εταιρίας "………. ΑΕ"). Επομένως δικαιούται ο ενάγων χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος του αδικοπραξία και προσβολή της προσωπικότητάς του, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη σχετική μείζονα σκέψη, το οποίο κατ' εύλογη κρίση, ορίζεται στο ποσό των 2.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης της προσβολής, το μέγεθος και την ένταση της προσβολής, το βαθμό του πταίσματος της εναγομένης, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και την αρχή της αναλογικότητας. Ενόψει των παραπάνω δεν απεδείχθη δόλια και αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε ζημία στην ενάγουσα ποσού 26.929,72 ευρώ. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος - ενάγων προσέβαλε την προσωπικότητα της ενάγουσας με δυσφημιστικές διαδόσεις, για την επαγγελματική της υπόληψη. Συνεπώς έσφαλε η εκκαλουμένη που δέχθηκε εν μέρει την από 7.9.2015 αγωγή ως ουσία βάσιμη και απέρριψε την από 3.3.2014 αγωγή ως αόριστη και ουσία αβάσιμη κατά το μέρος που την έκρινε νόμιμη και ορισμένη. Επομένως, δεκτού γενομένου και του τρίτου λόγου εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει η από 7.9.2015 αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, και να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η από 3.3.2014 αγωγή". Με το σκέλος Ι του τέταρτου από τους λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ενώ τόσο με την αγωγή του όσο και με τις προσαχθείσες σε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας προτάσεις της, ισχυρίστηκε ότι κατήγγειλε τη μεταξύ αυτής και του αντιδίκου της σύμβαση συνεργασίας, επειδή αυτός παραβίασε ρητώς προβλεπόμενο στην εν λόγω σύμβαση όρο, σύμφωνα με τον οποίο αποτελούσε λόγο καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο η συνεργασία του με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση προ της 2-5-2016 και ότι παρά την προσκόμιση και επίκληση ικανού αριθμού εγγράφων (τα οποία επικαλείται συγκεκριμένα), που αποδείκνυαν ότι ο αντίδικος της παρέβη τη ρήτρα αποκλειστικότητας και συνεργαζόταν με άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και εκ του λόγου αυτού έλαβε χώρα καταγγελία της σύμβασης για σπουδαίο λόγο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιτιολόγητα, αντιφατικά και παράλληλα αντίθετα στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δέχθηκε ότι η καταγγελία έλαβε χώρα από αυτήν χωρίς σπουδαίο λόγο, ενώ ούτε καν στο δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσιβλήτου υπήρχε ισχυρισμός περί ασκήσεως πιέσεως από την ήδη αναιρεσείουσα για να υπογράψει την τροποποίηση της μεταξύ των συμβάσεως ως προς τη χρονική της διάρκεια. Πλην, όμως, αφ' ενός μεν, ο ισχυρισμός αυτός προβαλλόταν στο εμπεριεχόμενο στις από 19/9/2019 προτάσεις του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος επί της αγωγής της αντιδίκου του στο ενιαίο επί των δύο αντίθετων αγωγών, ενώπιον του Εφετείου, δικόγραφο των προτάσεων του (σελ. 28 - 29 υπ'αριθμ. 6 και 7) της πρωτοβάθμιας δίκης, ενώ μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως συνεκδικάστηκαν επί της ουσίας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι αγωγές αυτές με την επαναφορά των ισχυρισμών των διαδίκων, αφ'ετέρου δε, και κατά τα λοιπά, η αναιρεσείουσα πλήττει κατ'ουσίαν, με τον λόγο αυτό, την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση περί την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η οποία - όπως προκύπτει από το παραπάνω εκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είχε επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς να χρειάζεται να αναφέρεται επιμέρους και αναλυτικά στο αποδεικτικό υλικό σε σχέση με έκαστο ισχυρισμό των διαδίκων (πλην της αρχικής αναφοράς της στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη) και, επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά το σκέλος του αυτό, που προσδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αναφορικά με τα εκτιθέμενα και στο πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, αλλά ιδιαίτερα στο υπό ΙΙ σκέλος αυτού σχετικά με την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εφόσον η σχετική πλημμέλεια δεν συναρτάται με την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς, αλλά για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα αποδεικτέα περιστατικά και για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης και, επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος [σημειουμένου και ότι, εφόσον στο τέλος του λόγου αυτού γίνεται αναφορά σε ότι, λόγω των αναφερομένων για την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, υπήρξε παραβίαση και του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς καμία, όμως, αναφορά σε διάταξη που παραβιάστηκε, αλλά σε συνάρτηση με όσα εκτίθενται ανωτέρω στον λόγο αυτό (τέταρτο υπό ΙΙ σκέλος αυτού) και ο λόγος αυτός αναιρέσεως (αριθμ. 1 εδ β' άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος]. Με τον πέμπτο από τους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι παρότι στην πρωτοβάθμια δίκη όσο και στη δευτεροβάθμια προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι κατήγγειλε τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση συνεργασίας, για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην παραβίαση εκ μέρους του αντιδίκου της όρου της εν λόγω σύμβασης περί αποκλειστικής συνεργασίας του με το πρακτορείο της μέχρι 2-5- 2016, όρο τον οποίο ο αντίδικος της παραβίασε, αφού συνεργάστηκε, διαρκούσης της μεταξύ τους σύμβασης με άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και για τον λόγο αυτό έλαβε χώρα εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασής του για σπουδαίο λόγο, παρά δε το γεγονός ότι προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού της προσκόμισε με τις προτάσεις της τα στον προηγούμενο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία τον αποδείκνυαν πλήρως, εν τούτοις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε στην ουσίαν τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν και ενώ ο αντίδικος της ισχυρίστηκε για την απόρριψη των ισχυρισμών της διαφορετικά πράγματα από αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το δικαστήριο όμως αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως πέραν δε τούτου δεν συνιστούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, πολύ περισσότερο δεν συνιστά "πράγμα" η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος στο σύνολό του. Ως προς τον έκτο από τους λόγους αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα προσκόμισε (όπως αναφέρονται και στον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως), και ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος, αφού, από την επαρκώς αιτιολογημένη ως προς την ουσία της υποθέσεως αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αποδεικνύεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Σημειωτέον δε ότι προς τούτο (λήψη υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων), εφόσον η απόφαση έχει επαρκή αιτιολόγηση, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, ενώ μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (και εν προκειμένω μόνο για την υπεύθυνη δήλωση της Κ. Μ., η οποία μνημονεύεται στη γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων, δεν γίνεται περαιτέρω ειδική αξιολόγηση στην ελάσσονα πρόταση, χωρίς όμως εκ του λόγου αυτού να συνάγεται ότι δεν ελήφθη υπόψη ώστε να ανατραπεί το αποδεικτικό πόρισμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, στηρίζεται σε επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία), ενώ η αναιρεσείουσα, κατ' ουσίαν πλήττει απαραδέκτως και πάλι, με τον υπό κρίση λόγο, την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση περί την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο). Τέλος, με τον έβδομο (επικουρικώς προβαλλόμενο για την περίπτωση απορρίψεως των λοιπών) από τους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι τα αναφερόμενα εκ μέρους της στην εξώδικη καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως δεν ήταν, όπως έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ικανά να βλάψουν, κατ' αντικειμενική κρίση, την προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου αντιδίκου της. Η σχετική κρίση υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η εν λόγω νομική κρίση αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, αφού δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των αναφερόμενων στην εξώδικη καταγγελία της γεγονότων και της προσβολής της προσωπικότητας του αντιδίκου της, αφ'ετέρου δε, επειδή δεν περιέχονται καθόλου, και δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία η προσβαλλομένη στήριξε την κρίση της περί ύπαρξης και αδικοπραξίας, για την επιδίκαση σε βάρος της (αναιρεσείουσας) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. επί ζητήματος, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι της αδικοπραξίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του Α.Κ., συνάγεται ότι όποιος προσβάλλεται παρανόμως από πρόθεση στην προσωπικότητά του και ειδικότερα προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψή του, είτε με δυσφημιστικούς (συκοφαντικούς ή απλούς) ισχυρισμούς είτε με εξυβριστική συμπεριφορά, έχει το δικαίωμα να ζητήσει, πλην άλλων, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη. Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις προκύπτει ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ, για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.Α.Π. 812/1980). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. (ΑΠ 430/2021). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει, για κάποιον άλλο, γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της απλής δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια, που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ, από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές (ΑΠ 605/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, για το ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης το Εφετείο δέχθηκε όπως προκύπτει από την κατά τα άνω επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα ακόλουθα: "....την 5.12.2013 κοινοποίησε σε αυτόν (βλ. σχ. την 11493ΕΓ/5.12.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ.) την από 3.12.2013 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και καταγγελία της σύμβασης, με την οποία δήλωσε ότι καταγγέλλει τη μεταξύ τους σύμβαση, για σπουδαίο λόγο, επειδή αυτός παρέβη τη ρήτρα αποκλειστικής συνεργασίας, με τη μεταφορά μεγάλου μέρους του χαρτοφυλακίου του σε άλλο πρακτορείο, επ' ονόματι της συζύγου του. Ο ενάγων με την από 18.12.2013 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση,....αρνήθηκε τον σπουδαίο λόγο και απέκρουσε την καταγγελία ως καταχρηστική. Ακολούθως άσκησε την από 1.4.2014 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και την ένδικη αγωγή. Αναφορικά με τον λόγο καταγγελίας, η βασιμότητα αυτού δεν αποδείχθηκε. Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, υπήρξε απολύτως συνεπής στις έναντι αυτής υποχρεώσεις του, δεν αθέτησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ουδέποτε διατάραξε την ομαλή συνεργασία τους, καθώς έως τον χρόνο καταγγελίας, δεν συνεργάστηκε με άλλο ασφαλιστικό πρακτορείο ή εταιρία, δεν πρότεινε σε πελάτες του, που ήταν ήδη ασφαλισμένοι στο πρακτορείο της εναγομένης - ενάγουσας, να ασφαλιστούν σε άλλες μη συνεργαζόμενες ασφαλιστικές εταιρίες, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων μεταξύ τους, με συνέπεια τη σταδιακή και σημαντική μείωση της παραγωγικής δραστηριότητάς του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη......Υπό τα άνω περιστατικά, ο ενάγων-εναγόμενος δεν ενήργησε αντισυμβατικά, επιδιώκοντας συνεργασία με ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, και δεν υφίστατο σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης, η δε εναγομένη επικαλέστηκε ψευδή σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος, και με αυτόν τον τρόπο προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του, έβλαψε την επαγγελματική του αξιοπιστία και τον απαξίωσε ηθικά και κοινωνικά, αφού δημιουργήθηκαν υπόνοιες σε βάρος του, ότι ήταν υπαίτιος κατά τα ανωτέρω για την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως. Τα διαλαμβανόμενα στην καταγγελία ψευδή γεγονότα, ήταν ικανά κατ' αντικειμενική κρίση να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντος, ως άτομο, αφού θέτουν υπό αμφισβήτηση την επαγγελματική του αξία και εντιμότητα. Για την καταγγελία και το περιεχόμενό της, έλαβαν γνώση οι συνάδελφοι και συνεργάτες του ενάγοντος, ήτοι υπάλληλοι και στελέχη της ασφαλιστικής εταιρίας ("………….. ΑΕ"). Επομένως δικαιούται ο ενάγων χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος του αδικοπραξία και προσβολή της προσωπικότητάς του, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη σχετική μείζονα σκέψη, το οποίο κατ' εύλογη κρίση, ορίζεται στο ποσό των 2.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης της προσβολής, το μέγεθος και την ένταση της προσβολής, το βαθμό του πταίσματος της εναγομένης, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και την αρχή της αναλογικότητας". Επομένως, εφόσον στις ανωτέρω παραδοχές περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για τη στοιχειοθέτηση υποκειμενικώς και αντικειμενικώς του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης (ισχυρισμός από την αναιρεσείουσα για τον αναιρεσίβλητο, με την από 3.12.2013 εξώδικη δήλωση, πρόσκληση και καταγγελία της σύμβασης - με την οποία δήλωσε ότι καταγγέλλει τη μεταξύ τους σύμβαση, για σπουδαίο λόγο, επειδή αυτός παρέβη τη ρήτρα αποκλειστικής συνεργασίας, με τη μεταφορά μεγάλου μέρους του χαρτοφυλακίου του σε άλλο πρακτορείο, επ' ονόματι της συζύγου του - για γεγονός το οποίο ήταν ψευδές εν γνώσει της αναιρεσείουσας και το οποίο έβλαψε την αξιοπιστία και την υπόληψή του ως επαγγελματία και το οποίο έγινε γνωστό μεταξύ των συναδέλφων και συνεργατών του τελευταίου, που ήταν υπάλληλοι και στελέχη της ασφαλιστικής εταιρείας ………….., και με το οποίο ζημιογόνο γεγονός κατ' αιτιώδη συνάφεια επήλθε το αποτέλεσμα, αφού συνεπεία αυτής της συμπεριφοράς χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγέλθηκε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και υπέστη ζημία ο αναιρεσίβλητος, προσεβλήθη δε, έτσι, παρανόμως και υπαιτίως η προσωπικότητά του), ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως, αναφορικά με την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (για παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το ως άνω Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του ΠΚ που εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, ως και αμέσως ανωτέρω, καλύπτονται όλα τα στοιχεία του ουσιαστικού δικαίου που θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και τον αιτιώδη σύνδεσμο της συμπεριφοράς της αυτής με την επελθούσα ηθική βλάβη από την προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27/5/2021 αίτηση της Α. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 580/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ