Αριθμός 917/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Τ. Τ. Κ. Ε. Ε. Π. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Τ. Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ι. Τ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νατάσα Ζαραλίδου- Ιντζεσίλογλου. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανέστη Τσινικόρη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 318/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1247/2021 του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2021 αίτησή τους και τους από 17-12-2022 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 20-7-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1247/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο, δικάζοντας ερήμην του τρίτου εφεσίβλητου Σ. Π. (μη όντος διαδίκου στην προκειμένη δίκη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων που συνδέονταν μεταξύ τους με τον δεσμό της απλής ομοδικίας, δέχθηκε την από 26-2-2020 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 318/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 28-5-2018 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων και του Σ..Π., έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη επιδόθηκε στις 20-7-2021, όπως προκύπτει από την επ' αυτής επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, και η αναίρεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου ... στις 21-7-2021, ενώ έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552,553, 556, 564 § 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Κατά το άρθρο 569 § 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004). Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης ως άνω από 20-7-2021 αίτησης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (30-1-2023). Οι αναιρεσείοντες με το από 17-12-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατέθεσαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22-12-2022 και επέδωσαν στην αναιρεσίβλητη στις 23-12-2022 (βλ. την υπ'αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Θ.. Κ.), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, άσκησαν πρόσθετους λόγους αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για το ίδιο κεφάλαιο, ήτοι αυτό στο οποίο στηρίζεται η αγωγική αξίωση της αναιρεσίβλητης. Συνεπώς οι πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ'ουσίαν. Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1979/2017). Για την κατάφαση της "παρανομίας", δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 346/2017, ΑΠ 1029/2015). Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις και αυτές των άρθρων 299 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 1569/2021, ΑΠ 532/2011). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, αφού αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα του άρθρου αυτού και είναι νομικά δυνατό συγκεκριμένη συμπεριφορά του υπαίτιου προσώπου να είναι αντίθετη τόσο προς την πρώτη όσο και τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές. Περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 919 ΑΚ είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη αυτού. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Ειδικότερα, προκειμένου να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, υπό την ανωτέρω έννοια, (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς. Αναφορικά με την πρόθεση δεν απαιτείται να ενήργησε το πρόσωπο τη ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης του άλλου, αλλά αρκεί η θέλησή του για την επελθούσα ζημία, δηλαδή αρκεί ότι γνώριζε ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 773/2022, ΑΠ 601/2022, ΑΠ 488/2010, ΑΠ 55/2003). Κριτήριο περί του αν η συγκεκριμένη συμπεριφορά ενέχει αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, αποτελεί το κατά τον κρίσιμο χρόνο και τον αντίστοιχο χώρο, κοινό για την επιβαλλομένη συμπεριφορά συναίσθημα, το εκφραζόμενο στις σχετικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, Προκειμένου δε να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την ανωτέρω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, συνεκτιμώνται τα κίνητρα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 486/2017, ΑΠ 488/2010). Περαιτέρω, με το άρθρο 926 ΑΚ καθορίζονται, στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσοτέρων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά. Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014). ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 αρ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 § 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/2014). Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014). Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1467/2009). Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 810/2017). Στο πλαίσιο αυτό ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με σαφήνεια στην ιστορική βάση της αγωγής του, με την οποία αιτείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και να αποδείξει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 § 1, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, όλα τα γεγονότα, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 914 ΑΚ, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 473/2016). Επίσης, για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ πληρότητα της αγωγής, που στηρίζεται στο άρθρο 919 ΑΚ, πρέπει αυτή να περιέχει, κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά γεγονότα τα οποία καλύπτουν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, καταφάσκουν προς το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ και συγκεκριμένα θα πρέπει στο αγωγικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται προς δικαστική κρίση η σχετική αξίωση, να αναφέρονται τα κίνητρα και ο σκοπός του υποκειμένου, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού αυτού, καθώς και οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωση της συμπεριφοράς του (ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 864/2014, ΑΠ 488/2010). ΙΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015). Η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αυτού ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να είχε προταθεί στο εφετείο νόμιμα και να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο νόμιμος τρόπος προβολής του (ΑΠ 1711/2017, ΑΠ 1289/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 28-5-2018 αγωγής της κατά των αναιρεσειόντων και του Σ. Π., ισχυρίστηκε με αυτή τα εξής: Ότι ασχολείται κατά κύριο επάγγελμα με την εκτροφή αιγοπροβάτων, ούσα επαγγελματίας κτηνοτρόφος, και ότι περί το έτος 2010 επιθυμώντας να μεταστεγάσει την κτηνοτροφική της μονάδα σε νέα τοποθεσία και δη σε αγροτεμάχιο κυριότητος του συζύγου της, αποφάσισε να υποβάλει αίτηση για να ενταχθεί στο επιδοτούμενο πρόγραμμα "ΜΕΤΡΟ 121-ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ" του προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013, μέσω του οποίου θα επιδοτείτο σε ποσοστό 60% επί της συνολικής πραγματοποιουμένης δαπάνης για την ανέγερση και κατασκευή του ποιμνιοστασίου, που θα φιλοξενούσε την επαγγελματική της δραστηριότητα. Ότι απευθύνθηκε σε αρμόδιο γραφείο μελετητών, οι οποίοι ετοίμασαν τον σχετικό φάκελο που υποβλήθηκε προς έγκριση στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, ο οποίος τελικά εγκρίθηκε με την επικαλούμενη απόφαση του αρμοδίου Υπουργείου. Ότι προκειμένου να κατασκευάσει εξωτερικό σκελετό, εξωτερική τοιχοποιία και την οροφή του ποιμνιοστασίου, προέβη σε αναζήτηση συνεργείων και τελικά της υποδείχθηκε, από τον γνωστό της Ν.. Κ., η πρώτη εναγομένη τεχνική -κατασκευαστική εταιρία με την επωνυμία "Τ.. Ε.", η οποία, όπως της είπε ο ανωτέρω, είχε κατασκευάσει και άλλα ποιμνιοστάσια στην περιοχή. Ότι περί τα μέσα Μαίου του έτους 2013, μετά από συνάντηση που είχε με τον τρίτο εναγόμενο, ως υπεύθυνο εκτέλεσης των έργων της πρώτης εναγόμενης κατασκευαστικής εταιρίας "Τ.. Ε.", της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπός της, συμφώνησαν να αναλάβει η πρώτη εναγόμενη την εξωτερική κατασκευή του νέου της ποιμνιοστασίου αντί τιμήματος α) πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000,00) Ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 23% ποσού χιλίων εκατόν πενήντα (1.150,00) ευρώ, ήτοι αντί τιμήματος έξι χιλιάδων εκατόν πενήντα (6.150,00) ευρώ, για αμοιβή της πρώτης εναγόμενης εταιρίας και του συνεργείου που θα απασχολούσε αυτή και β) του ποσού που θα απαιτούνταν για την αγορά όλων των υλικών κατασκευής (ξυλεία, πισσαρισμένες κολώνες, σίδερα, πάνελ κλπ.), το οποίο (ποσό) κατά την ημερομηνία κατάρτισης της συμφωνίας δεν ήταν ακόμη με ακρίβεια καθορισμένο, που όμως τελικά ανήλθε στο ποσό των 22.398,03, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 23%, ποσού 5.151,54 ήτοι στο συνολικό ποσό των 27.549,57 Ευρώ. Ότι τελικά, μετά και από καθυστερήσεις εκτελέστηκε το συμφωνηθέν έργο, καθόλη τη διάρκεια του οποίου, μετά την παράδοση στα χέρια της των παραστατικών - τιμολογίων από τον τρίτο εναγόμενο και κατά δήλωση του υπεύθυνου της πρώτης εναγόμενης κατασκευαστικής εταιρίας, αυτή αμέσως του κατέβαλε το αντίτιμο αυτών, με μετρητά έναντι σχετικής εγγράφου αποδείξεως. Ότι μόλις τελείωσε η πρώτη φάση κατασκευής του έργου, περί τις αρχές του έτους 2015, κατέθεσε στην αρμόδια Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της Περιφερειακής Ενότητας ..., αίτηση για την καταβολή της επιδότησης επί της συνολικής πραγματοποιούμενης δαπάνης της που ανερχόταν στο ποσό των 54.667,63 Ευρώ, από το οποίο θα επιδοτούνταν ποσοστό 60% αυτής, ήτοι θα επιδοτούταν με το ποσό των 32.800,58 Ευρώ. Ότι εκτός από την ως άνω αίτησή της, κατέθεσε και τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή παραστατικά - τιμολόγια των εναγόμενων. Ότι κατόπιν ελέγχου από την αρμόδια επιτροπή, διαπιστώθηκε ότι το σύνολο των επίμαχων ως άνω παραστατικών που της είχαν χορηγήσει οι εναγόμενοι, ήταν εν γνώσει τους πλαστά, κατά τον τρόπο που αναφέρεται στην αγωγή, με αποτέλεσμα η ίδια α) να απωλέσει τη δυνατότητα να επιδοτηθεί κατά το ποσό των 32.800,58 ευρώ, το οποίο θα της καταβάλλονταν με πάσα βεβαιότητα, και β) να μην της επιστραφεί τελικά, ο ΦΠΑ που αναλογούσε στα επίμαχα παραστατικά και είχε καταβληθεί από αυτήν στους εναγόμενους, συνολικού ποσού 6.301,54 ευρώ. Ότι από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και δη την κατά συναυτουργία παράδοση σε αυτήν των κρισίμων πλαστών φορολογικών παραστατικών - τιμολογίων, η ίδια έχει υποστεί ζημία ισόποση με το συνολικό ποσό των 39.102,12 ευρώ, πλέον του ότι έχει υποστεί ηθική βλάβη ένεκα της ψυχικής ταλαιπωρίας την οποία υπέστη, αποτιμούμενη από την ίδια στο ποσό των 5.000 ευρώ. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθούν όλοι οι εναγόμενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 44.102,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ'αριθ. 318/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην του τρίτου εναγομένου Σ. Π. κα αντιμωλία των λοιπών, απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη κατά τη βάση της αδικοπραξίας, περί ευθύνης των εναγομένων από την παραβίαση του ν. 4174/2013, και αόριστη ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, που εφέροντο να τέλεσαν οι εναγόμενοι σε βάρος της ενάγουσας με τη διάπραξη σε βάρος της των ποινικών αδικημάτων της πλαστογραφίας ή της απάτης. Κατόπιν άσκησης έφεσης από την ενάγουσα εκδόθηκε από το εφετείο η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη, γιατί, όπως αναφέρεται, "...περιέχει κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά γεγονότα τα οποία καλύπτουν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, καταφάσκουν προς το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ.... Ειδικότερα, εκτίθεται σε αυτήν τόσο η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη της υπαίτιας (δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών, της καλής πίστης), με το να παραδώσουν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα, εν γνώσει τους, πλαστά φορολογικά στοιχεία, για να τα χρησιμοποιήσει αυτή, στον αρμόδιο φορέα, προς επιδότησή της, η αποδοχή από αυτούς ότι η ενέργειά τους αυτή θα προκαλέσει βλάβη στην εναγόμενη ηθικά και οικονομικά και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς των εναγόμενων και της βλάβης που η ενάγουσα τελικά υπέστη...". Κατόπιν αυτού, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, καθόσον αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας, όπως αναλυτικά στο δικόγραφο αναφέρεται, και συγκεκριμένα έκρινε την αγωγή ορισμένη χωρίς να περιγράφεται το έργο και οι όροι έγκρισης αυτού, οι όροι της συμφωνίας, το περιεχόμενο των εγγράφων το φακέλου που προσκομίστηκε στην υπηρεσία κλπ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα πρόταση, δεν αναφέρεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ότι ο ανωτέρω περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε νομίμως ενώπιον του εφετείου. Ανεξαρτήτως αυτού, η αγωγή, έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, καταφάσκουν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 914, 932, 297, 298 και 299 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 71 και 922 ΑΚ, στις οποίες, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, στηρίζεται η νομική της βασιμότητα, αφού εκτίθενται σε αυτήν: α) τα περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά των εναγομένων, συνισταμένη στην έκδοση και παράδοση στην ενάγουσα πλαστών παραστατικών, β) η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας στην ενάγουσα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν την εν λόγω ζημία, ήτοι περιγραφή αυτής κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στους δε ζημιώσαντες εναγόμενους την άσκηση ανταπόδειξης, και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς των εναγομένων και της προκληθείσας ζημίας. Εκθέτει, συνεπώς, η ενάγουσα επαρκώς στην ιστορική της βάση όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, χωρίς να απαιτείται η αναφορά του είδους και της περιγραφής της κατασκευής, των προδιαγραφών του έργου ούτε το τίμημα των υλικών, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αφού δεν πρόκειται για διαφορά από σύμβαση έργου, αλλά για αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας εκ της εν γνώσει εκδόσεως πλαστών τιμολογίων, εξαιτίας των οποίων η ενάγουσα απώλεσε την επιδότηση. Επομένως το Εφετείο, κρίνοντας την αγωγή ορισμένη, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση των αξιώσεων της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και, ως εκ τούτου, ορθώς, κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αλλ' όμως η σχετική αιτιολογία είναι εσφαλμένη. Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, με βάση τα προαναφερόμενα, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΟλΑΠ 7/2006). Ο ουσιαστικού δικαίου κανόνας που παραβιάστηκε μπορεί να είναι οποιοσδήποτε κανόνας της έννομης τάξης, άσχετα από την ιεραρχική του θέση. Έτσι, μπορεί να εμπεριέχεται στο Σύνταγμα, στις κυρωμένες διεθνείς συμβάσεις (28 § 1 Συντ), όπως είναι η ΕΣΔΑ και τα πρωτόκολλά της (ΟλΑΠ 7,8/2006), καθώς και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν.2462/1997 ΟλΑΠ 21/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 1347/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα, ασχολείται κατά κύριο επάγγελμα με την εκτροφή αιγοπροβάτων, τυγχάνοντας επαγγελματίας κτηνοτρόφος. Περί το έτος 2010, επιθυμώντας να μεταστεγάσει την κτηνοτροφική της μονάδα σε νέα τοποθεσία και μάλιστα στο με αριθμό 1005 αγροτεμάχιο, κείμενο στο αγρόκτημα... της Τοπικής Κοινότητος... της Δημοτικής Ενότητος... του Δήμου... και της Περιφερειακής Κοινότητας ..., κυριότητας του συζύγου της,..., το οποίο και μίσθωσε προς τον σκοπό αυτό με την με αριθμό ... πράξη της Συμβολαιογράφου ......., αποφάσισε να υποβάλει αίτηση για να ενταχθεί στο επιδοτούμενο πρόγραμμα "Μ. 121 Ε. Τ. Γ. «Ε. του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013, μέσω του οποίου προγράμματος θα τύγχανε επιδότησης σε ποσοστό 60% επί της συνολικής πραγματοποιούμενης δαπάνης για την ανέγερση και κατασκευή του νέου της ποιμνιοστασίου. Μέσω του γραφείου μελετητών "E.", ετοιμάστηκε ο απαιτούμενος φάκελός της για την ένταξη στο παραπάνω Πρόγραμμα Σχεδίου Βελτίωσης, ο οποίος και υποβλήθηκε προς έγκριση στις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Τελικά η επιδότηση εγκρίθηκε με την με αριθμόν 21518-2014/21-10-2013 απόφαση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σύμφωνα με την οποία ορίσθηκε ως ανώτατο όριο του προϋπολογισμού του έργου το ποσό των διακοσίων τριάντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων είκοσι ευρώ (234.220,00 €), με το ποσοστό της επιδότησης (δημόσιας οικονομικής ενίσχυσης) να ανέρχεται σε ποσοστό 60% επί των δαπανών του έργου που τελικώς θα πραγματοποιούνταν, ενώ το ποσοστό της δικής της συμμετοχής ορίσθηκε στο υπόλοιπο ποσοστό 40% επί του συνόλου των δαπανών. Κατόπιν ενεργειών της πολιτικού μηχανικού Ά. Ν., και μετέπειτα επιβλέπουσας το έργο, εκδόθηκε η με αριθμό ... Αδεια Δόμησης της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου ..., η οποία αναθεωρήθηκε με τη με αριθμό πρωτ. 895/16-5-2013 αίτησή της, εκδοθείσης προς τούτο της από 13/6/2013 άδειας δόμησης, ως προς την αλλαγή του περιγράμματος του κτιρίου, καθώς η αρχική κατασκευή θα ήταν εξ ολοκλήρου σιδηροκατασκευή με επένδυση πάνελ, και αντικαταστάθηκε από εμπεπηγμένες ξύλινες κολώνες σε σειρά μεταξύ τους, και επενδυμένες όχι με πάνελ αλλά με λαμαρίνα. Στη συνέχεια αφού πραγματοποιήθηκαν από διάφορα συνεργεία, οι εργασίες εκσκαφών, επιχωματώσεων και θεμελιώσεων, η ενάγουσα θα έπρεπε να ανεύρει συνεργείο για την κατασκευή του εξωτερικού σκελετού, της εξωτερικής τοιχοποιίας και της οροφής του ποιμνιοστασίου και συγκεκριμένα την δημιουργία του εξωτερικού σκελετού και της εξωτερικής τοιχοποιίας με εμπεπηγμένες σε σειρά πισσαρισμένες ξύλινες κολώνες, την επένδυση του περιμετρικού αυτού σκελετού του κτιρίου με λαμαρίνες και την επένδυση της οροφής με πάνελ. Τελικά, ο γνωστός της, Ν. Κ., της συνέστησε τον τρίτο εναγόμενο, ως υπεύθυνο εκτέλεσης έργων της πρώτης εναγόμενης τεχνικής - κατασκευαστικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ.. Ε.", η οποία όπως την ενημέρωσε, είχε κατασκευάσει και άλλα ποιμνιοστάσια στην ευρύτερη περιοχή και μάλιστα σε πολύ καλές τιμές. Η ενάγουσα επικοινώνησε με τον τρίτο εναγόμενο, ως υπεύθυνο εκτέλεσης έργων της πρώτης εναγόμενης και όρισαν την πρώτη τους συνάντηση μέσα Μαΐου του έτους 2013, στο σπίτι της στο ... .... Εκεί, ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος της συστήθηκε με την ανωτέρω ιδιότητα, προσήλθε μαζί με τρίτο άτομο, ονόματι Σ. Μ., ο οποίος της παρουσιάστηκε ως συνεργάτης της πρώτης εναγόμενης, και συγκεκριμένα ως επικεφαλής του συνεργείου των εργατών που θα κατασκεύαζε το ποιμνιοστάσιο. Τελικά, συμφώνησαν να εκτελέσει η πρώτη εναγόμενη, το ανωτέρω έργο, και προς επίρρωση επεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, δια του δεύτερου εναγόμενου, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, το από 17-5-2013 Ιδιωτικό Συμφωνητικό. Με βάση το ανωτέρω συμφωνητικό, η πρώτη εναγόμενη, κατασκευαστική εταιρία, αναλαμβάνει εργολαβικά την εξωτερική κατασκευή του ποιμνιοστασίου της ενάγουσας, αντί του τιμήματος : Α) των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000,00 €) ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 23% ποσού χιλίων εκατόν πενήντα (1.150,00 €) ευρώ, ήτοι αντί τιμήματος έξι χιλιάδων εκατόν πενήντα (6.150,00) ευρώ, και Β) του ποσού που θα απαιτούνταν για την αγορά όλων των υλικών κατασκευής (ξυλεία, πισσαρισμένες κολώνες, σίδερα, πάνελ κλπ.), το οποίο ποσό κατά την ημερομηνία κατάρτισης της συμφωνίας τους δεν ήταν ακόμα γνωστό. Τελικά για την αμοιβή της η πρώτη εναγόμενη, εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα, τα με αριθμούς ..., ... και ... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αξίας 2.460,00 €, 2.460,00 € και 1.230,00 € αντίστοιχα, ήτοι συνολικού ποσού έξι χιλιάδων εκατόν πενήντα ευρώ (6.150,00 €). Οσον αφορά, το ποσό της αγοράς των υλικών κατασκευής (ξυλεία, πισσαρισμένες κολώνες, σίδερα, πάνελ κλπ.) ανήλθε κατά το τέλος του έργου, στο ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα οχτώ ευρώ και τριών λεπτών (22.398,03 €), πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 23% ποσού πέντε χιλιάδων εκατόν πενήντα ενός ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (5.151,54 €), ήτοι συνολικά ανήλθε στο ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (22.398,03 € + 5.151,54 € = 27.549,57 €). Μετά την καταβολή του ποσού εγχειρίσθηκαν στην ενάγουσα με χρονολογική σειρά τα κάτωθι τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής, α) (...) ιβ) (....). Κατά τα ανωτέρω, το συνολικό τίμημα, για το έργο που ανέλαβε η πρώτη εναγόμενη, ανήλθε στο ποσό των τριάντα τριών χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (6.150,00 € +27.549,57 € = 33.699.57 €). Αξίζει να σημειωθεί, ότι όσον αφορά, τα υλικά κατασκευής, του εξωτερικού σκελετού του κτιρίου, που ήταν οι πισσαρισμένες κολώνες, η ενάγουσα, τους υπέδειξε, την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. Λ. & Σ. Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και από την οποία τελικώς η πρώτη εναγόμενη κατασκευάστρια εταιρία, μέσω του ανωτέρω υπευθύνου της, τρίτου εναγόμενου Σ. Π., προμηθεύτηκε τις ανωτέρω κολώνες, εκδοθέντων από την πωλήτρια εταιρία και των σχετικών παραστατικών - τιμολογίων αγοράς απευθείας προς την πρώτη εναγομένη. Μετά το τέλος της κατασκευής της πρώτης φάσης του έργου, που έλαβε χώρα αρχές του έτους 2015, η ενάγουσα, υπέβαλε ενώπιον της αρμόδιας Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της Περιφερειακής Ενότητας ..., την από 10/03/2015 αίτησή της, με αριθμό πρωτ. ... με αίτημα την πληρωμή - καταβολή της αναλογούσας επιδοτήσεως - δημόσιας οικονομικής ενισχύσεως, του Μέτρου 121 "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ" του Π.Α.Α. 2007-2013. Η ενάγουσα προσκόμισε στην αρμόδια υπηρεσία, τιμολόγια δαπανών, συνολικού ποσού 54.667,63 ευρώ, μεταξύ των οποίων ήταν και τα προαναφερόμενα παραστατικά - τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (συν. 3) και πωλήσεων (συν. 12) έκδοσης της πρώτης εναγόμενης, συνολικού ποσού καθαρής αξίας (πλην της αξίας του Φ.Π.Α.) 27.398,03 ευρώ (5.000 €+ 22.398,03 €) και μαζί με το ΦΠΑ συνολικού ποσού 33.699.57 € (6.150,00 € + 27.549,57 €). Από το συνολικό αιτούμενο ποσό των δαπανών, των πενήντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εξήντα επτά ευρώ και εξήντα τριών λεπτών - 54,667,63 €, η ενάγουσα θα επιδοτούταν, όπως προαναφέρθηκε κατά το ποσοστό 60% αυτού, ήτοι κατά το ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων οκτακόσιων ευρώ και πενήντα οχτώ λεπτών (32.800,58 €). Ο φάκελος ανατέθηκε στις 11/03/2015 στην 1η Τριμελή Επιτροπή Παρακολούθησης της ανωτέρω Υπηρεσίας για την παραλαβή των επενδύσεων και την καταβολή της αναλογούσας δημόσιας οικονομικής ενίσχυσης του ως άνω προγράμματος. Κατά την εξέταση όμως των κατατιθέντων παραστατικών, υπήρξε αμφιβολία σχετικά με την θεώρηση αυτών, γι' αυτό και η παραπάνω υπηρεσία, απέστειλε το με αριθ. πρωτ. ... έγγραφο προς το αρμόδιο τμήμα Ελέγχου της Δ.Ο.Υ., προκειμένου να ελεγχθεί η εγκυρότητα των εν λόγω παραστατικών. Το αρμόδιο τμήμα ελέγχου της Δ.Ο.Υ. ..., μετά από έρευνα κατέληξε στο πόρισμα ότι το σύνολο των επίμαχων παραστατικών που είχε καταθέσει η ενάγουσα, τα οποία όμως της είχαν χορηγήσει οι εναγόμενοι, ήταν πλαστά. Συγκεκριμένα η ανωτέρω υπηρεσία με το με αριθμό πρωτ. 4789/07-04-2015 απαντητικό έγγραφό της με θέμα "διενέργεια μερικού ελέγχου" αναφέρει ότι "όλα τα παραστατικά που απεστάλησαν από την αρμόδια Υπηρεσία της Π.Ε. ... με το ανωτέρω ... έγγραφό της ήταν πλαστά". Κατόπιν αυτού, επιβλήθηκαν στην ενάγουσα οι κάτωθι κυρώσεις: Α) η επιλέξιμη δαπάνη για τα συγκεκριμένα τιμολόγια κατέστη μηδέν (δηλαδή από τις δαπάνες στις οποίες αφορούσαν τα επίμαχα πλαστά τιμολόγια δεν θα επιδοτούνταν για καμία από αυτές), Β) περικόπηκαν συνολικά οι επενδύσεις που αφορούσαν το αιγοπροβατοστάσιο (δηλαδή δεν θα μπορούσε να επιδοτηθεί και καμία άλλη δαπάνη, στα πλαίσια του προγράμματος), Γ) έγινε περικοπή συνολικά του επενδυτικού σχεδίου (απεντασσόμενη ουσιαστικά από το πρόγραμμα). Αναλυτικά, λόγω της πλαστότητας των ανωτέρω παραστατικών, η ενάγουσα, α) απώλεσε τη δυνατότητα να επιδοτηθεί κατά το ανωτέρω ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων οχτακοσίων ευρώ και πενήντα οχτώ λεπτών (32.800,58 €), τα οποία και θα της καταβάλλονταν με πάσα βεβαιότητα στα πλαίσια του παραπάνω αιτήματος της για την πρώτη πληρωμή, σε περίπτωση που τα επίμαχα παραστατικά των αντιδίκων της ήταν γνήσια και όχι πλαστά όπως αποδείχθηκε, β) δεν κατάφερε να τύχει επιστροφής του αναλογούντος στα επίμαχα παραστατικά και καταβληθέντος από αυτήν στους εναγόμενους Φ.Π.Α., συνολικού ποσού κατά τα προεκτεθέντα 6.301,54 € (1.150 € + 5.151,54 €), το οποίο και θα της επιστρεφόταν ή σε κάθε περίπτωση θα συμψηφιζόταν εάν τα επίμαχα παραστατικά ήταν γνήσια, και γ) απεντάχθηκε από το όλο το έργο συνολικά, μη δυνάμενη να επιδοτηθεί για τις υπόλοιπες εργασίες που θα εκτελούνταν κατά τη δεύτερη και τρίτη και τελική φάση του έργου. Υπέστη δηλαδή η ενάγουσα, τεράστια οικονομική ζημία, της οποίας αποκλειστικά αίτιοι ήταν οι εναγόμενοι. Αξίζει να σημειωθεί, ότι έλεγχος έδειξε ότι η πλαστότητα των ως άνω παραστατικών έγκειτο στο ότι ενώ αφορούσαν υπαρκτές συναλλαγές στα πλαίσια της κατασκευής του ανωτέρω έργου που ανέλαβαν οι εναγόμενοι, τα επίμαχα παραστατικά "...δεν είχαν διατρηθεί και σφραγισθεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχουν καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής, χωρίς να φέρουν τον κωδικό αριθμό της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., ήτοι "4212" της Δ.Ο.Υ. Β' ... ή τον "4921" της Δ.Ο.Υ. ... (από 26.06.2006 έως και 11.10.2013) ή "4923" της Δ.Ο.Υ. Ν. ... (από 12.10.2013), τα δε γράμματα ανάμεσα στον κωδικό της Δ.Ο.Υ. και το διψήφιο αριθμό του μήνα θεώρησης ήταν τρία (3), αντί του ορθού δύο (2), ενώ επίσης στα τιμολόγια οι αριθμοί ή τα γράμματα του αριθμού διάτρησης δεν ήταν ευδιάκριτα/ευανάγνωστα" (όπως προκύπτει από το πόρισμα ελέγχου του αρμοδίου τμήματος της Δ.Ο.Υ. ...). Εξάλλου, λόγω του ότι αφορούσαν υπαρκτές συναλλαγές, δεν επιβλήθηκε καμία διοικητική κύρωση ή πρόστιμο στην ενάγουσα, σε αντίθεση με τους εναγόμενους στους οποίους επιβλήθηκαν πρόστιμα και κυρώσεις. Εξάλλου, όσον αφορά το ποινικό σκέλος της υπόθεσης, ο δεύτερος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης και εκδότριας των επίδικων παραστατικών εταιρίας, ο τρίτος εναγόμενος αλλά και η ενάγουσα, παραπέμφθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ... με την κατηγορία οι μεν δύο πρώτοι της έκδοσης κατά συναυτουργία πλαστών φορολογικών στοιχείων και μάλιστα κατ' εξακολούθηση, και η ενάγουσα για το αδίκημα της αποδοχής αυτών. Με την με αριθμό 794/2017 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η ενάγουσα απαλλάχθηκε ενώ οι δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων καταδικάσθηκαν όπως κατηγορούνταν σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών έκαστος, διότι κατά συναυτουργία εξέδωσαν για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης εταιρίας τα επίμαχα πλαστά παραστατικά. Κατόπιν εφέσεως που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος (εδώ 2ος εναγόμενος) κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε η με αριθμό 58/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία κηρύχτηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων, διότι δεν υπήρχε μηνυτήρια αναφορά από την αρμόδια φορολογική αρχή. Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, ισχυρίζονται, ότι ουδέποτε, η ενάγουσα ήλθε σε οιανδήποτε συμφωνία με αυτούς, ήτοι την πρώτη εναγόμενη, εκπροσωπούμενη από το δεύτερο εναγόμενο, αλλά ότι εξ αρχής συνεργάστηκε με τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος και εν αγνοία τους εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα τα επίμαχα πλαστά παραστατικά. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποδείχτηκαν ουσιαστικά βάσιμοι για τους εξής λόγους : Α) Από το με ημερομηνία 17/5/2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είναι υπογεγραμμένο από το δεύτερο εναγόμενο και διαχειριστή της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, Ι. Τ., το οποίο στη συνέχεια υπέγραψε και η ενάγουσα από την πλευρά της (όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 17-5-2013 Ιδιωτικό Συμφωνητικό που προσκομίζει νόμιμα με επίκληση η ενάγουσα). Το ως άνω Ιδιωτικό Συμφωνητικό, ο τρίτος εναγόμενος, ως υπεύθυνος και λειτουργώντας για λογαριασμό και κατ' εντολή της πρώτης εναγόμενης εταιρίας και του δευτέρου εναγόμενου νομίμου εκπροσώπου αυτής, το εγχείρισε στην ενάγουσα προκειμένου αυτή να το παραδώσει, στην πολιτικό μηχανικό Α. Ν., για να προσκομισθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες, για την έγκριση της επιδότησης, όπως κι έγινε. Β) Οπως προειπώθηκε τα υλικά κατασκευής, του εξωτερικού σκελετού του κτιρίου, (πισσαρισμένες κολώνες), η πρώτη εναγόμενη, τα προμηθεύτηκε, κατόπιν υπόδειξης της ενάγουσας, από την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. Λ. & Σ. Ο.Ε.", Για την προμήθεια αυτή, η εταιρεία της Στ. Λιανίδου, εξέδωσε προς την πρώτη εναγόμενη, α) (...) ε)(...). Όλα τα ως άνω παραστατικά της επιχείρησης "Σ. Λ. & Σ. Ο.Ε." προς την "Τ.. Ε." καταχωρήθηκαν τελικά, στα βιβλία της πρώτης εναγόμενης εταιρίας. Η καταχώρηση αυτή, δεν μπορεί να έγινε, από τον τρίτο εναγόμενο, αλλά μόνο από τον δεύτερο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης, προκειμένου αυτή και να δικαιολογήσει δαπάνες αλλά και να της επιστραφεί ο αναλογών Φ.Π.Α. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει την πλήρη γνώση της πρώτης εναγόμενης εταιρίας όσο και του δευτέρου εναγόμενου νομίμου εκπροσώπου της στην εκτέλεση του επίδικου ως άνω έργου. Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, ισχυρίζονται, ότι τα ανωτέρω παραστατικά, αφορούν άλλες συναλλαγές που είχαν, με την εταιρεία "Σ. Λ. & Σ. Ο.Ε." και όχι, το έργο της ενάγουσας. Όμως όπως προκύπτει από το από 12-12-2015 Υπόμνημα που κατέθεσε η Σ. Λ., προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ..., στα πλαίσιά της ποινικής διαδικασίας, περί εκδόσεως πλαστών φορολογικών στοιχείων από τους εναγόμενους, αυτή, ουδέποτε είχε άλλες συναλλαγές, είτε με την ενάγουσα είτε με τους εναγόμενους, πλην της προπεριγραφείσας. Γ) Όπως αποδείχθηκε, από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της ενάγουσας και συζύγου της Π. Χ., κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου είχε έρθει αυτός σε απευθείας τηλεφωνική επαφή με τον δεύτερο εναγόμενο, Ι. Τ., επειδή ο τρίτος εναγόμενος καθυστερούσε να μεταφέρει και να τους παραδώσει τα απαιτούμενα πάνελ για την επένδυση της οροφής του κτιρίου, οπότε μετά την επικοινωνία τους αυτή και κατόπιν της μεσολαβήσεως του δευτέρου εναγόμενου - νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, ο τρίτος εναγόμενος συμμορφώθηκε και προσήλθε την επόμενη κιόλας ημέρα και παρέδωσε στους εργάτες τα πάνελ αυτά που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση της οροφής της κατασκευής, δ) Ο τρίτος εναγόμενος, πήγαινε στο εργοτάξιο, οδηγώντας πάντοτε το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, μάρκας SCANIA, χρώματος σιέλ - ουρανί, που έφερε γερανό και το οποίο έφερε με μεγάλα γράμματα επί του αμαξώματος του το λογότυπο της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, "Τ.. Ε.", κυριότητας της ιδίας. Εξάλλου, όπως και η ως άνω Σ. Λ., στο Υπόμνημα της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... ανέφερε, ο τρίτος εναγόμενος, οδηγώντας το ίδιο ως άνω με αριθμόν κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, προσήλθε στην εταιρεία της. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τη κατασκευή του επίδικου έργου, την ανέλαβε η πρώτη εναγόμενη, με νόμιμο εκπρόσωπό τον δεύτερο εναγόμενο, και με εκτελεστή και υπεύθυνο των εργασιών τον τρίτο εναγόμενο. Κατά τον χρόνο δε που εκτελούνταν οι συμφωνηθείσες εργασίες στο ποιμνιοστάσιο της ενάγουσας, αποδεδειγμένα έλαβε χώρα η έκδοση των επίδικων παραστατικών, παροχής υπηρεσιών και τιμολογίων πώλησης, τα οποία παραδόθηκαν από τους εναγόμενους, εν γνώσει της πλαστότητας αυτών, στην ενάγουσα, για να χρησιμοποιηθούν από αυτήν προς επιδότησή της για το επίδικο έργο. Από την πλευρά της η ενάγουσα, δεν γνώριζε την πλαστότητα των συγκεκριμένων παραστατικών, δεδομένου ότι το έργο εκτελούνταν κανονικά και σύννομα, υπό τη συνεχή επίβλεψη μάλιστα της επιβλέπουσας μηχανικού καθώς και των αρμοδίων δημοσίων εποπτικών αρχών, και στη συνέχεια κατά τις καθορισθείσες ημερομηνίες που το έργο προχωρούσε, εξοφλούσε τον τρίτο εναγόμενο, όπως αυτός της ζητούσε, τα παραστατικά με μετρητά, και ταυτόχρονα λάμβανε τα σώματά αυτών. Άλλωστε η ενάγουσα δεν είχε έννομο συμφέρον, να προσκομίσει πλαστά παραστατικά, αφού είχε καταβάλει την αξία αυτών πλέον του ότι όλα τα υπόλοιπα παραστατικά που προσκόμισε στα πλαίσια της πρώτης αίτησης πληρωμής του προγράμματος αυτού (και που αφορούσαν τις επιχωματώσεις, την κατασκευή των θεμελίων, τα σίδερα της κατασκευής κλπ.) ετύγχαναν απολύτως νόμιμα στο σύνολό τους. Εξάλλου, και η αρμόδια φορολογική αρχή που διεξήγαγε τον σχετικό έλεγχο, επιρρίπτει ευθύνη σε όλους τους εναγομένους και συγκεκριμένα στο με αριθμό πρωτ. ... πόρισμα ελέγχου της Δ.Ο.Υ. ... αυτολεξεί αναφέρεται ότι "...Από όλα τα παραπάνω συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ελεγχόμενη (πρώτη εναγόμενη εταιρία η οποία εκπροσωπείται αποκλειστικά και μόνον από τον δεύτερο εναγόμενο διαχειριστή της) ήταν γνώστης των ως άνω συναλλαγών, χρησιμοποίησε τους συνεργάτες της, κ. Π. (τρίτο εναγόμενο) και κ. Μάνο, για την πραγματοποίηση του εν λόγω έργου, εξέδωσε τα πλαστά τιμολόγια σε συνεργασία με τον κ. Π., τα οποία όμως δεν καταχώρησε στα τηρούμενα βιβλία της". Οι ανωτέρω παραδοχές επιρρωνύονται και από το ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρία φέρεται να χρησιμοποιούσε ως έδρα μισθωμένο χώρο 30 τ.μ. ως γραφείο εντός του ξενοδοχείου "..." για την άσκηση των δραστηριοτήτων της, όπως αυτό προκύπτει από το με αριθμό θεώρησης ... της Δ.Ο.Υ. ... ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και τη δημοσίευση της σχετικής τροποποίησης του καταστατικού στο με αριθμό ... ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Πλην όμως το ξενοδοχείο "..." εγκαταλείφθηκε ήδη από το έτος 2006, λόγω εκτεταμένων ζημιών που υπέστη από την καταστροφική πυρκαγιά στη χερσόνησο της ..., όντας έκτοτε μέχρι και σήμερα εγκαταλελειμμένο. Από τον έλεγχο που διεξήγαγε το αρμόδιο Τμήμα Ελέγχου της Δ.Ο.Υ. ... προέκυψε ότι η έδρα της πρώτης εναγόμενης, βρίσκεται πλέον στην πόλη της ... και συγκεκριμένα σε μισθωμένο γραφείο οικοδομής κείμενης επί της ... 7, μίσθωση η οποία συνήφθη το έτος 2015 (εννέα χρόνια μετά την καταστροφή της προγενέστερης έδρας της εταιρίας) σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... απόδειξη υποβολής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας. Στις 03/04/2015 οι αρμόδιοι ελεγκτές της Δ.Ο.Υ. ... μετέβησαν στην ... στη ... όπου σύμφωνα με τον δεύτερο εναγόμενο, Ι. Τ., αποτελεί πλέον την έδρα της πρώτης εναγόμενης εταιρίας. Στο συγκεκριμένο χώρο παρέστη και ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος, διαχειριστής της εταιρίας, όπου και υπέδειξε στους ελεγκτές τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία, τα οποία και θεώρησαν οι ελεγκτές. Οι τελευταίοι ρητώς σημειώνουν όμως ότι ο χώρος της έδρας ήταν κενός. Το μόνο που υπήρχε ήταν ένα γραφείο και ορισμένες καρέκλες. Δεν υπήρχε τίποτα που να υποδηλώνει ότι η επιχείρηση ήταν σε λειτουργία (ηλεκτρονικοί υπολογιστές, αρχεία, ντουλάπες). Σε σχετική ερώτηση ελεγκτών, ο δεύτερος εναγόμενος τους ενημέρωσε ότι βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία οργάνωσης της νέας έδρας της πρώτης εναγόμενης 10 περίπου χρόνια από την ολοσχερή καταστροφή λόγω πυρκαγιάς της προηγούμενης έδρας. Επίσης αποδείχθηκε, κατά το πόρισμα του ελέγχου, ότι η σφραγίδα που χρησιμοποιήθηκε τόσο στα επίμαχα πλαστά τιμολόγια όσο και στο από 17-5-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι πανομοιότυπη με σφραγίδα που είχε χρησιμοποιηθεί σε ορισμένα εκ των στοιχείων της πρώτης εναγόμενης εταιρίας που θεώρησαν κατά τον επιτόπιο έλεγχό τους τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της Δ.Ο.Υ. .... Από όλα τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρία ήταν σε απόλυτη γνώση μέσω του δευτέρου εναγομένου νομίμου εκπροσώπου της των ως άνω επιδίκων συναλλαγών, χρησιμοποίησε τον τρίτο εναγόμενο, για την πραγματοποίηση του εν λόγω έργου και εξέδωσε στη συνέχεια τα επίμαχα πλαστά τιμολόγια σε συνεργασία με τον τρίτο εναγόμενο, τα οποία όμως δεν καταχώρησε στα τηρούμενα βιβλία της. Εξάλλου, από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων, η ενάγουσα υπέστη ζημία η οποία συνίσταται ειδικότερα σε: Α) Ζημία ισόποση με ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων οκτακόσιων ευρώ και πενήντα οχτώ λεπτών (32.800,58), τα οποία και θα της καταβάλλονταν στα πλαίσια του παραπάνω αιτήματος της για την πρώτη πληρωμή από το Πρόγραμμα στο οποίο είχε ενταχθεί σε περίπτωση που τα επίμαχα παραστατικά των εναγομένων ήταν γνήσια και όχι πλαστά. Όπως προεκτέθηκε το επίδικο έργο είχε ενταχθεί στο Πρόγραμμα δημόσιας οικονομικής ενισχύσεως του Μέτρου121 "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ" του Π.Α.Α. 2007- 2013. Το συνολικό αιτούμενο από την ενάγουσα ποσό δαπανών, για το αίτημα της πρώτης πληρωμής, ανερχόταν στο ποσό των 54.667,63 ευρώ, σύμφωνα με τα παραστατικά δαπανών του υποβληθέντος φακέλου της (από το οποίο θα επιδοτούνταν ως προαναφέρθηκε ποσοστό 60% της δαπάνης, ήτοι θα της καταβαλλόταν το ποσό των 32.800,58 ευρώ). Καθώς λοιπόν τα παραπάνω παραστατικά ήταν και αποδείχθηκαν πλαστά και αφορούσαν σημαντικό τμήμα του επιδίκου έργου που νομίμως είχε ενταχθεί στο ανωτέρω επιδοτούμενο πρόγραμμα δημόσιας οικονομικής ενίσχυσης, οι κυρώσεις που προβλέπονταν και επιβλήθηκαν στην ενάγουσα, με αποκλειστική αιτιολογία την πλαστότητα των ως άνω παραστατικών που της εγχείρισαν οι εναγόμενοι, ήταν μεταξύ άλλων και η μη είσπραξη του ποσού της αναλογούσας επιδότησης για την πρώτη φάση του έργου, η οποία εν προκειμένω ανερχόταν στο ανωτέρω ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων οκτακοσίων ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (32.800,58 €). Β) Ζημία ισόποση με το ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων ενός ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (6.301,54 €), ποσό που αντιστοιχεί στον Φ.Π.Α. που αναλογούσε στα επίμαχα πλαστά παραστατικά - τιμολόγια που κατήρτισαν οι εναγόμενοι και το οποίο ποσό είχε καταβάλει η ενάγουσα και εξοφλήσει σε αυτούς και ανέμενε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να της επιστραφεί. Δηλαδή η συνολική θετική ζημία της ενάγουσας, ανήλθε στο ποσό των τριάντα εννέα χιλιάδων εκατόν δύο ευρώ και δώδεκα λεπτών (32.800,58 € + 6.301,54 € = 39.102,12 €), την οποία είναι υποχρεωμένοι οι εναγόμενοι, αλληλέγγυα και εις ολόκληρο έκαστος, να καταβάλλουν σε αυτήν (ενάγουσα), ο δεύτερος εναγόμενος, με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης και ενεργώντας για λογαριασμό της, καθώς και ο τρίτος εναγόμενος, διότι παρέδωσαν στην ενάγουσα, πλαστά τιμολόγια πώλησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών για υπαρκτές συναλλαγές και μάλιστα πλήρως εξοφλημένες από αυτήν, με αποτέλεσμα κατά την υποβολή τους από μέρους της προς την αρμόδια αρχή, στα πλαίσια ένταξης του επιδίκου έργου στο Πρόγραμμα δημόσιας οικονομικής ενισχύσεως του Μέτρου 121 "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ" του Π.Α.Α. 2007-2013, να διαπιστωθεί η πλαστότητά τους, με συνέπεια να απενταχθεί από το Πρόγραμμα και να μην λάβει την προβλεπόμενη και ήδη εγκεκριμένη επιδότηση σε ποσοστό 60% επί της συνολικής πραγματοποιηθείσης έως τότε δαπάνης. Περαιτέρω, εξαιτίας της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων, η ενάγουσα υπέστη όχι μόνο οικονομική ζημία αλλά και ηθική βλάβη αφού υπέστη και ψυχολογική δοκιμασία, εφόσον εκτός των άλλων ασκήθηκε και ποινική δίωξη εναντίον της, ως αποδέκτης πλαστών φορολογικών στοιχείων. Ως εκ τούτου, συνεκτιμώντας το Δικαστήριο τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων, την φύση της αδικοπραξίας, το μέγεθος και την φύση της ζημίας καθώς και το βαθμό πταίσματος των εναγόμενων, πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα, το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο και ανάλογο της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των διάδικων μερών. Ως εκ τούτου, επειδή από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων, η οποία ευρίσκεται σε προφανή αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας της ενάγουσας, ως η μόνη και αποκλειστική ενεργός αιτία αυτής, πρέπει η υπό κρίση αγωγή, να γίνει μερικά δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη......". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν δύο ευρώ και δώδεκα λεπτών (39.102,12 € θετική ζημία + 5.000,00 € ηθική βλάβη = 44.102,12 €} νομιμοτόκως από την ημερομηνία επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή της. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297, 298 και 299 ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 71 και 922 ΑΚ, οι οποίες, όπως ήδη εκτέθηκε, ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, έστω και αν κάποιες από αυτές δεν μνημονεύει αριθμητικά η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, συνισταμένη στην έκδοση και παράδοση στην αναιρεσίβλητη πλαστών παραστατικών, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στην αναιρεσίβλητη ζημία, αφού η συμπεριφορά αυτή αντικειμενικά κρινόμενη ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ανωτέρω βλάβη, την οποία και επέφερε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη δεν εισέπραξε την αναλογούσα επιδότηση για την πρώτη φάση του έργου ποσού 32.800,58 ευρώ και τον αναλογούντα στα πλαστά παραστατικά Φ.Π.Α. ποσού 6.301,54 ευρώ, ώστε να στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και να δικαιολογείται, έτσι, η παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τα ουσιώδη ζητήματα αφενός μεν της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και αφετέρου της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής των αναιρεσειόντων και της επελθούσας ζημίας, υπό την έννοια της κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας προσφορότητας αυτής για την επέλευση της τελευταίας, καθόσον διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, συνισταμένη στην εκ μέρους των αναιρεσειόντων, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, έκδοση και χορήγηση στην αναιρεσίβλητη των κρισίμων πλαστών φορολογικών παραστατικών, ήτοι τιμολογίων αγοράς και αποδείξεων παροχής υπηρεσιών για το έργο που ανέλαβαν να εκτελέσουν και εκτέλεσαν, καίτοι γνώριζαν ότι το έργο ήταν επιδοτούμενο και τα παραστατικά θα κατατίθεντο στην αρμόδια δημόσια αρχή, εξαιτίας δε της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, η ενάγουσα υπέστη τόσον περιουσιακή ζημία όσον και ηθική βλάβη, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται. Ενόψει αυτών, η εσφαλμένη μνεία, στη μείζονα πρόταση του συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, της μη εφαρμοζόμενης στην ένδικη περίπτωση διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ, αντί των πράγματι εφαρμοζόμενων πιο πάνω διατάξεων, δεν επιδρά στο διατακτικό της, αφού η υπαγωγή στις διατάξεις αυτές απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, εφόσον εν προκειμένω το διατακτικό είναι ορθό, πλην όμως το αιτιολογικό εσφαλμένο, πρέπει να αντικατασταθεί η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με βάση την οποία υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ αντί των άρθρων 71, 914, 922, 926, 932 ΑΚ και να απορριφθεί, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, ο εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο αυτού σκέλη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφ` όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο και εφ` όσον αυτά είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής έγγραφης απόδειξης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη κλπ), και από την ειδική αναφορά της απόφασης σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη. Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Ειδικώς, όταν πρόκειται για απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει, όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 834/2019, ΑΠ 125/2018, ΑΠ 808/2017). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, και αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 83/2021, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 50/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και τον ταυτόσημο με αυτόν τέταρτο πρόσθετο λόγο, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη της την υπ'αριθ. 4245/2020 απόφαση του Γ' Μονομελούς Πλημμ/κείου ..., την οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο ως σχετικό με αριθ. 6Α, με την οποία καταδικάστηκε ο τρίτος εναγόμενος Σ. Π., σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για την πράξη της πλαστογραφίας των κρισίμων τιμολογίων-δελτίων αποστολής, καθώς και του από 17-5-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης αναιρεσείουσας/εναγομένης εταιρίας, ισχυριζόμενοι ότι αν την είχε λάβει υπόψη της η προσβαλλομένη, θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση σχετικά με τη βασιμότητα της αγωγής. Όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στις προτάσεις των αναιρεσειόντων, κατά της εν λόγω καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως, ασκήθηκε έφεση και στις 23-3-2021, ήτοι μετά την συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η νυν προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, εκδόθηκε η υπ'αριθ.324/23-3-2021 επίσης καταδικαστική του Σ. Π. απόφαση του Α'Τριμελούς Πλημμ/κείου ..., η οποία μεταγενέστερα κατέστη αμετάκλητη. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, "και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχετικής ποινικής διαδικασίας τα οποία εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια" και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως, οι οποίες αφορούν τον αρνητικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, προς απόδειξη του οποίου αυτοί επικαλέστηκαν την προαναφερόμενη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου (δηλαδή ότι η ενάγουσα ουδέποτε ήλθε σε οποιαδήποτε συμφωνία με την πρώτη εναγομένη, αλλά εξ αρχής αυτή συνεργάστηκε με τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος και εν αγνοία τους εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα τα επίμαχα πλαστά παραστατικά) και με τις οποίες (παραδοχές) αντικρούει, με πολλαπλά επιχειρήματα, τον παραπάνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την ως άνω φερόμενη ως αγνοηθείσα ποινική απόφαση, η οποία, ενόψει των ανωτέρω και μη ούσα αμετάκλητη, δεν έχρηζε ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, όπως και ο τέταρτος πρόσθετος, είναι αβάσιμοι. ΙΙΙ. Με το άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ, τέλος, τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, τόσο το άρθρο 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997, αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον και στο άρθρο 71 ΚΠΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας", με τον νόμο 4586/2019. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ. ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει τον χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Εξάλλου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται αποδεικτικά από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να υφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Το πολιτικό δικαστήριο, όμως, πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 368/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, μέμφονται τη προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν εναρμόνισε, όπως όφειλε, τις πραγματικές παραδοχές της με τις παραδοχές της ποινικής με αριθ. 58/2019 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία κηρύχτηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, λόγω ελλείψεως μηνυτήριας αναφοράς από την αρμόδια φορολογική αρχή, ώστε να αποκλείσει έτσι την αστική του ευθύνη, αφού το ποινικό αδίκημα ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το επίδικο αστικό αδίκημα, αλλά αντίθετα, παραβιάζοντας το υπέρ του δεύτερου εξ αυτών τεκμήριο αθωότητας, έκανε δεκτή την επίδικη αγωγή, δεχόμενη την αστική του ευθύνη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 § 2 ΕΣΔΑ και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή κάνει ιδιαίτερη μνεία τόσον της υπ'αριθ. 794/2017 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., όσον και της ανωτέρω καταστάσης αμετακλήτου με αριθ. 58/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμ/κείου .... Ωστόσο, το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της εν λόγω ποινικής αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθόσον, κατά τη μείζονα σκέψη, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξετάζοντας το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλυόταν να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως αποδεικτική βάση στην απόφασή του. Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση αυτή δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω απαλλακτική για το δεύτερο αναιρεσείοντα απόφαση με το προεκτεθέν σκεπτικό της, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του ανωτέρω αναιρεσείοντος ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του παραγόμενου, εκ της απαλλακτικής ποινικής απόφασης, τεκμηρίου αθωότητάς του για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και απαλλάχθηκε. Το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν εξέτασε την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που αυτό έλαβε υπόψη αλλά ούτε και χρησιμοποίησε χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αθωωτική αυτή κρίση, αλλά με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ανέδειξε την αδικοπρακτική συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος, κάνοντας μνεία, συνδυαστικά, κρισίμων αποδεικτικών εγγράφων, τα οποία παραδεκτά έλαβε υπόψη. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 922/2018). Όμως δεν συνιστούν έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432-449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 152/2015, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 861/1994) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 488/2020, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 792/1993) καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που τις συνοδεύουν (ΑΠ 1106/2014,1914/2014). Κατά συνέπεια, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχομένο της από 22-10-2018 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής γραφολόγου Π. Φ., με την οποία η ως άνω γραφολόγος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή δεν είναι του 2ου αναιρεσιβλήτου αλλά τα γράμματα στη θέση αυτής ανήκουν στον Σ. Π.., είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις με σχετικό αίτημα (άρθ. 106, 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-7-2021 αίτηση και τους από 17-12-2022 πρόσθετους λόγους της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Τ. Τ. Κ. Ε. Ε. Π. Ε." και του Ι. Τ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 1247/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ