Αριθμός 137/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κριθαρά. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου διανομής της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΔΕΗ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρήσιο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2004 αγωγή της αρχικά αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3627/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5091/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης δήλωσε την καθολική διαδοχή του αποσχισθέντος κλάδου διανομής της αρχικά αναιρεσίβλητης "ΔΕΗ Α.Ε." από την ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε δε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Α.Π.399/ 2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 (περ.β) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτά προταθέντα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμό της ότι ουδέποτε προστηθέντες υπάλληλοί της εκτέλεσαν εργασίες επί της οδού … στα …. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας συνιστούσε άρνηση της από 10-5-2004 αγωγής της αρχικά αναιρεσίβλητης "ΔΕΗ Α.Ε.", με την οποία η τελευταία ζητούσε αποζημίωση για τη βλάβη υπογείου καλωδίου της από αμέλεια των προστηθέντων οργάνων και υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, και συνακόλουθα δεν συνιστούσε πράγμα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] τεχνική εταιρεία, ως μέλος της κοινοπραξίας "Αττική Οδός"... εκτελούσε στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου Βριλησσίων Αττικής εργασίες... κατά το χρονικό διάστημα από 19-3-2001 έως 14-6-2001. Ειδικότερα... η εναγομένη εκτελούσε για λογαριασμό του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. έργα υποδομής και οδοποιίας στη Λεωφόρο … και συγκεκριμένα προέβαινε στη διάνοιξη χαντακιού στις παρακείμενες οδούς, προκειμένου ο Δήμος Βριλησσίων να τοποθετήσει στη συνέχεια αγωγό ύδρευσης... Κατά την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας και συγκεκριμένα στις 14-6-2001.., στην οδό … που τέμνει κάθετα τη Λεωφόρο … και στο δεξιό της τμήμα ανεβαίνοντας προς βορράν από τη Λεωφόρο …, στη συμβολή της με την οδό … και στο σημείο όπου η προέκταση αυτής αρχίζει να ονομάζεται οδός .., οι προστηθέντες από την εναγομένη εργατοτεχνίτες, κατά τη διάνοιξη χαντακιού για την τοποθέτηση του ως άνω αγωγού, προκάλεσαν ζημία στο υπόγειο καλώδιο μέσης τάσης 20 KV της γραμμής "Κ/Δ Παλλήνης - ΦΒ" του δικτύου της ενάγουσας [αρχικά αναιρεσίβλητης, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη], το οποίο είχε τοποθετηθεί από την τελευταία στις 26-9-2000 κάτω από το πεζοδρόμιο, κατάλληλα προστατευμένο σε κανονικό βάθος και ήταν εκτός τάσης. Τη βλάβη διαπίστωσε συνεργείο της ενάγουσας που μετέβη στις 17-7-2002 στο εν λόγω σημείο για να το θέσει υπό τάση, πλην όμως τούτο δεν ήταν εφικτό και για το λόγο αυτό προέβη σε εκτεταμένες ανασκαφές για ν' αποκαλύψει το καλώδιο και να εξακριβώσει την αιτία της βλάβης. Για τη βλάβη αυτή του καλωδίου της ενάγουσας αποκλειστικά υπαίτια είναι η εναγομένη, η οποία δεν μερίμνησε δια μέσου των προστηθέντων αρμοδίων οργάνων και υπαλλήλων της να λάβει από την ενάγουσα, πριν προβεί στην εκσκαφή, πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη, στο συγκεκριμένο σημείο της οδού, υπογείων καλωδίων του δικτύου της τελευταίας, όπως είχε υποχρέωση προς τούτο από το νόμο (αρ.78 και 79 π.δ.1073/1981) και επιπλέον δεν άσκησε την προσήκουσα επίβλεψη του έργου, δίνοντας τις απαραίτητες οδηγίες στο προστηθέν από αυτή εργατοτεχνικό προσωπικό προς διάνοιξη δοκιμαστικών τομών για τον εντοπισμό του υπάρχοντος στο σημείο εκείνο υπογείου δικτύου καλωδίων της ενάγουσας, όπως όφειλε από το νόμο, με αποτέλεσμα να προκληθεί η επίδικη ζημία σε βάρος της ενάγουσας...". Με βάση αυτές τις παραδοχές και την επί πλέον παραδοχή ότι η ζημία της αρχικά αναιρεσίβλητης ανερχόταν στο ποσό των 27.599,64 ευρώ, όπως αυτό αναλυτικά υπολογίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αρχικά αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης της αναιρεσείουσας από την αδικοπραξία των προστηθέντων οργάνων και υπαλλήλων της. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του κατά το οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του εφετείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο όρος πράγματα έχει την έννοια που αναφέρθηκε προηγουμένως σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 (περ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι: α) δέχθηκε ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) δια των προστηθέντων υπαλλήλων της προξένησε ζημία στο καλώδιο της αρχικά αναιρεσίβλητης που βρισκόταν στην οδό …, ενώ εκείνη με την αγωγή της είχε ισχυρισθεί ότι η ζημία είχε λάβει χώρα στην οδό … και β) δέχθηκε ότι η αγωγή της αρχικά αναιρεσίβλητης ήταν νόμιμη και ορισμένη ως προς το στοιχείο του χρόνου προκλήσεως της ζημίας και απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεώς της, στη συνέχεια όμως δέχθηκε ότι η ζημία αυτή επήλθε στις 14-6-2001, ενώ εκείνη με το δικόγραφο της αγωγής της είχε ισχυρισθεί ότι η ζημία επήλθε στις 2-5-2001. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του διότι τα ανωτέρω επί μέρους στοιχεία της αγωγής (ακριβής χρόνος και τόπος τελέσεως της επικαλούμενης με αυτήν αδικοπραξίας) δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης οι οποίες προπαρατέθηκαν προκύπτει ότι το εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε ότι η αποδοθείσα στην αναιρεσείουσα αδικοπραξία τελέσθηκε υπό συνθήκες μη ταυτιζόμενες μεν απολύτως προς τις εκτιθέμενες στην αγωγή, μη διαφέρουσες όμως ουσιωδώς από αυτές από απόψεως χρόνου, τόπου και λοιπών περιστάσεων. Ειδικότερα δεν μετέβαλε ουσιωδώς τον τόπο τελέσεως της αδικοπραξίας (στην οδό …του Δήμου Βριλησσίων αντί της οδού … του ιδίου δήμου), αφού δέχθηκε ότι η δεύτερη από τις πιο πάνω οδούς είναι προέκταση της πρώτης και ότι η βλάβη έλαβε χώρα στο σημείο όπου η προέκταση της οδού … αρχίζει να ονομάζεται …, ούτε το χρόνο τελέσεως αυτής (14-6-2001 αντί 2-5-2001), ενόψει και των περαιτέρω παραδοχών της ότι το καλώδιο της αρχικά αναιρεσίβλητης στο οποίο προξένησαν ζημία οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας ήταν εκτός τάσεως και ότι η ζημία του διαπιστώθηκε πολύ αργότερα, ήτοι στις 17-7-2002, όταν συνεργείο της αρχικά αναιρεσίβλητης επιχείρησε να το θέσει υπό τάση, από τις οποίες (παραδοχές) συνάγεται ότι ο ακριβής χρόνος τελέσεως της αδικοπραξίας (η διαπίστωση του οποίου κατά τ' ανωτέρω δεν ήταν ευχερής) δεν είναι κρίσιμος εν προκειμένω. Περαιτέρω, αν εκτιμηθεί ότι με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού αποδίδεται στην προσβαλλομένη και η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου (άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ.), ήτοι της μη απορρίψεως της αγωγής της αρχικά αναιρεσίβλητης ως αόριστης, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και κατά τούτο ως απαράδεκτος, αφού το επικαλούμενο για τη θεμελίωσή του γεγονός ότι άλλο χρόνο τελέσεως του αδικήματος επικαλέσθηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη και άλλο δέχθηκε το εφετείο, αληθές υποτιθέμενο, δεν συνεπαγόταν αοριστία της αγωγής. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Α.Π.828/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα εκτίμησε ότι από το Φ50/30/806/19-3-2003 έγγραφο της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών και Περιβάλλοντος του Δήμου Βριλησσίων που απευθυνόταν στην αναιρεσίβλητη "αποδείχθηκε ότι τις εργασίες διάνοιξης του χαντακιού στο συγκεκριμένο σημείο είχε ενεργήσει η εναγομένη", ενώ στο εν λόγω έγγραφο, του οποίου το κείμενο παρατίθεται στο αναιρετήριο, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για εργασίες στην οδό …και δη κατά την ημερομηνία της 14-6-2001, την οποία η προσβαλλομένη προσδιορίζει ως χρόνο επελεύσεως της ζημίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχημάτισε την κρίση του για τον τόπο και το χρόνο τελέσεως της αδικοπραξίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο αλλά εκτίμησε αυτό σε συνδυασμό με τα άλλα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Μάλιστα δε, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, όσο μεν αφορά το χρόνο τελέσεως της αδικοπραξίας μνημονεύει ειδικά ότι έλαβε υπόψη "το προσκομιζόμενο από την εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] ημερολόγιο του έργου", όσον αφορά δε τον τόπο το "προσκομιζόμενο λεπτομερές σχεδιάγραμμα του τόπου της ζημίας" και όχι το ανωτέρω έγγραφο του Δήμου Βριλησσίων του οποίου το περιεχόμενο κατά την αναιρεσείουσα παραμορφώθηκε. Εξάλλου για το σχηματισμό της κρίσεώς του για το ότι τη ζημία προξένησαν οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας μνημονεύει μεν το ανωτέρω έγγραφο του Δήμου Βριλησσίων σε συνδυασμό όμως με άλλο αποδεικτικό μέσο και δη το ημερολόγιο του έργου που προσκόμισε η ίδια η αναιρεσείουσα. Με το άρθρο 559 αριθ.11 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ.2 εδ.α και β Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων αλλά και στην κατ' έφεση δίκη κατά το άρθρο 524 παρ.1 του ίδιου κώδικα: "Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394". Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, στις προαναφερθείσες υποθέσεις, εφόσον είναι επιτρεπτή η δια μαρτύρων απόδειξη, λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους (Α.Π.1/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 (περ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη το οποίο δεν φέρει υπογραφές ούτε βεβαία χρονολογία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από καμία διάταξη δεν προκύπτει ότι τα έγγραφα τα οποία προσκομίζονται για την απόδειξη αδικοπραξίας, για να έχουν αποδεικτική ισχύ, πρέπει να φέρουν βεβαία χρονολογία, σε κάθε δε περίπτωση διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη συμπληρωματικά και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αιτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-9-2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία" για αναίρεση της 5091/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ