Αριθμός 1367/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Των αναιρεσείοντων: 1. Μ. - Ε. Μ. Π. χας Κ. Μ., 2Γ. Μ. του Κ. και 3 Χ. Μ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοκκονό. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Ν. του Ε. και 2 Μ. Ν. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αλμπανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Β. Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κόντη Των αναιρεσιβλήτων: : 1. Μ. - Ε. Μ. Π. χας Κ. Μ., 2Γ. Μ. του Κ. και 3 Χ. Μ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοκκονό. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Απριλίου 2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων της με στοιχ. Α' υποθέσεως και ήδη αναιρεσιβλήτων της με στοιχ. Β' υποθέσεως που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Εδέσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 750/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με στοιχ. Α' με την από 11 Ιουνίου 2010 αίτησή τους και ο αναιρεσείων με στοιχ. Β' με την από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 27 Αυγούστου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των με στοιχ. Α. 192/11-6-2010 και Β. 194/14-6-2010 αιτήσεων για αναίρεση της 750/16.4.2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγου και την απόρριψη του τετάρτου της με στοιχ. Β' αιτήσεως, ως και την απόρριψη της με στοιχ. Α' αιτήσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α.192/11-6-2010 και Β.194/14-6-2010 αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή, 750/16-4-2010, απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α' και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, σειρά και αρίθμηση με την οποία στη συνέχεια θα αναφέρονται, πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ.2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι'αυτών λόγων με βάση τις νομικές και ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης δι'αυτών αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με το 76/23-4-2007 δικόγραφο αγωγών, με (α) ενάγοντες τους (αα) Μ.-Ε. χα Κ. Μ., (ββ) Γ. Μ. και (γγ) Χ. Μ. και (β) εναγομένους τους (αα) Μ. Κ., (ββ) Α. Π., (γγ) Π. Ν. και (δδ) Μ. Ν., εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις των δι'αυτών εναγόντων (ι) Χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, απορρέουσα από την αποδιδόμενη στους εναγομένους άδικη και υπαίτια, από αμέλεια, πράξη του θανάσιμου τραυματισμού του Κ. Μ., συζύγου της πρώτης και πατρός των λοιπών, που επήλθε και συνδέεται αιτιωδώς, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, με τις αποδιδόμενες στους εναγομένους παραλείψεις κατά την εκτέλεση του αναληφθέντος από τον δεύτερο τούτων, ως εργολάβου, οικοδομικού έργου, στον οποίο πρόσφερε τις υπηρεσίες του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, του πρώτου τούτων, ως επιβλέποντος μηχανικού, και των λοιπών ως εργοδοτών του έργου και (ιι) αποζημιώσεώς τους για αποθετική τους ζημία, ισόποση προς την παρεχομένη από τον θανατωθέντα προς εκείνους διατροφή. Επί των εν λόγω υποκειμενικώς και αντικειμενικώς σωρευομένων με στοιχ. I και II (αα-γγ) αγωγών (ΚΠολΔ 74 περ1, 218 παρ.1) εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή τους, η 198/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Εδεσσας και σε δεύτερο βαθμό ύστερα από τις συνεκδικασθείσες (α1) 95/4-12-2008, (β,αα1) 89/21-11-2008, (βγγ,δδ1) 90/25-11-2008 εφέσεις των διαδίκων, της τελευταίας με πρόσθετους με ιδιαίτερο, 4684/2-12-2008, δικόγραφο λόγους, και (α,2) την κατ'αυτής με τις προτάσεις αντέφεση, η 750/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ερήμην του δεύτερου εφεσιβλήτου-εναγομένου στη με στοιχ. (α1) έφεση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι αναιρεσείοντες με τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ Α και Β αιτήσεις αναιρέσεως, σειρά και αρίθμηση με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια με βάση την δικονομική ιδιότητα των διαδίκων κατά την πρωτοβάθμια δίκη για λόγους εξυπηρετικούς της δομής της παρούσης αποφάσεως . (ι) Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείοντες τους ενάγοντες και αναιρεσίβλητους τους τρίτο και τετάρτη των εναγομένων. Κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του ενδιαφέροντος τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως περιεχομένου του δικογράφου των αγωγών, δι'αυτής οι ενάγοντες διετείνοντο ιδία, " Στις 6.8.2004 ο σύζυγος και πατέρας τους Κ. Μ., ο οποίος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας απησχολείτο από τον εργολάβο οικοδομών Α. Π. (2ο εναγόμενο) κατά την κατασκευή οικοδομής ιδιοκτησίας των 3ου και 4ης εναγομένων, ενώ εργαζόταν πάνω στην τελευταία πλάκα της οικοδομής και καλούπωνε το ζωνάρι ενός υπό κατασκευή παραθύρου, εξαιτίας της ανυπαρξίας κάθε είδους προστατευτικού μέτρου, έπεσε από ύψος έξι μέτρων με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα. Το ατύχημα αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά των εναγομένων, συνιστάμενη του μεν 1ου στο ότι ως πολιτικός μηχανικός, που εξέδωσε τη σχετική οικοδομική άδεια και επέβλεπε την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, επέτρεψε την εκτέλεση αυτών χωρίς προηγουμένως να ληφθούν προστατευτικά μέτρα ασφάλειας (κατασκευή ειδικού προστατευτικού κιγκλιδώματος ή τοποθέτηση ειδικού ανθεκτικού δίχτυ ασφάλειας), του 2ου στο ότι ως εργολάβος, που ανέλαβε την εκτέλεση του ένδικου οικοδομικού έργου, δεν εξασφάλισε συνθήκες ασφαλούς εκτέλεσης του και συγκεκριμένα δεν έλαβε τα προαναφερόμενα προστατευτικά μέτρα ασφάλειας και, τέλος, των 3ου και 4ης στο ότι, ως κύριοι του έργου και συνιδιοκτήτες της οικοδομής, που με προφορική συμφωνία ανέθεσαν σε εργολάβο την κατασκευή τμήματος της οικοδομής και συγκεκριμένα την κατασκευή της τελευταίας πλάκας, στην οποία επισυνέβη το ένδικο εργατικό ατύχημα, δε μερίμνησαν για τη λήψη των ίδιων πιο πάνω αναφερόμενων προστατευτικών μέτρων ασφάλειας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση οι με στοιχ. (α) αγωγές αξιολογήθηκαν κύρια ως μη νόμιμες, με τις παράλληλες αυτοτελείς αιτιολογίες (Ι) ότι οι τρίτος και τέταρτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεν είχαν υποχρέωση, ως εργοδότες του οικοδομικού έργου, να λάβουν προστατευτικά μέτρα ασφαλείας, εξαιτίας της ελλείψεως των οποίων προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του Κ. Μ., εφ'όσον είχαν αναθέσει σε εργολάβο την εκτέλεση του έργου και παράλληλα ( ΙΙ) ότι στο δικόγραφο των αγωγών τους δεν διετυπώνετο ιστορική βάση θεμελιώσεως των αξιώσεών τους κατά των εναγομένων εργοδοτών στην έννομη σχέση της προστήσεως μεταξύ αυτών και του συνεναγομένου τους εργολάβου, και επικουρικώς ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι οι εν λόγω εναγόμενοι διεφύλαξαν για τον εαυτό τους την διεύθυνση του έργου ή οποιαδήποτε άλλη πραγματική κατάσταση δικαιολογούσα έννομη σχέση προστήσεως, επιπρόσθετα δε με επικουρική επάλληλη αιτιολογία αξιολογήθηκαν ως αόριστες κατά τη με στοιχ ( ΙΙ) βάση τους. Σε συνέπεια με την κατά τούτα αξιολόγηση του δικογράφου των αγωγών, κατ' αποδοχή της με στοιχ. (β,γγ,δδ1) εφέσεως των τρίτου και τετάρτης των εναγομένων, εξαφάνιση κατά το εν λόγω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατά τούτο κατ'ουσίαν της υποθέσεως, απέρριψε τις αγωγές κατά την απεύθυνσή τους και κατά του τρίτου και τέταρτης των εναγομένων και συνακόλουθα την κατ'αυτής με στοιχ. (α2) αντέφεση των εναγόντων. Κατά του κεφαλαίου αυτού της δευτεροβάθμιας αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εφεσίβλητοι-αντεκαλλούντες-ενάγοντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε ως νόμιμη ή μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Πρόκειται για τη νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 παρ.1, 262 παρ.1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ο οποίος ιδρύεται όταν, κατά παράβαση δικονομικής διατάξεως, παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, για να γεννηθεί ευθύνη από αδικοπραξία απαιτείται, πλην άλλων (α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια και (β) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από διάταξη νόμου, που επιβάλλει την επιχείρηση συγκεκριμένης πράξεως. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα εκείνη που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ προστήσας είναι εκείνος, ο οποίος με τη βούληση του δέχεται τις υπηρεσίες του προστηθέντος, που απασχολείται διαρκώς ή περιοδικά στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση επαγγελματικών, οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων του προστήσαντος και συνήθως υπόκειται στον έλεγχο ή απλώς στις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος. Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 681, 688-691 ΑΚ, προκύπτει ότι γενικώς ο εργολάβος, ο οποίος δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μετ' αυτού και επομένως είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υποκύπτει στις οδηγίες του, θεωρείται ως προστηθείς. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς επιχείρηση ενέργειας, η παράλειψη της οποίας συνιστά παράνομη συμπεριφορά, επιβάλλουν οι αμέσως παρακάτω σημειούμενες κατά περίπτωση διατάξεις. Ειδικότερα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 του ν.1396/1983 "σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολοκλήρου του έργου σε έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου, να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν να εκτελέσουν οι εργολάβοι ή υπεργολάβοι" Περαιτέρω, κατά το άρθρο 111 του ΠΔ 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού", "δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του ΠΔ 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών",εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας παρίστανται ανελλιπώς καθ'όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων, ενώ οι εργολάβοι και οι υπεργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας. Ακόμη κατά το άρθρο 7 παρ. 1, 4 και 5 του Ν. 1396/1983, ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει την υποχρέωση να δίνει οδηγίες κατασκευής σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, μεταξύ άλλων, σταθερών ικριωμάτων, να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικινδύνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται και να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.1 του ΠΔ 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", "τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών δέον όπως εξασφαλίζονται δι'ανθεκτικών προσωρινών κιγκλιδωμάτων, και θωρακίων ή δια δικτύων. Επίσης, οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος, που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίκτυα προστασίας και σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμεvης νομοθεσίας". Κατά την από το δικαστήριο της ουσίας και ανταποκρινόμενη στα πράγματα εκτίμηση του δικογράφου των αγωγών, κατ'επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση αυτού, ο Κ. Μ. τραυματίσθηκε θανάσιμα κατά την απασχόλησή του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τον δεύτερο των εναγομένων και κατά την εκτέλεση του αναληφθέντος από τον τελευταίο έργου της διενεργείας οικοδομικών εργασιών στον τελευταίο όροφο οικοδομής του τρίτου και τετάρτης των εναγομένων και με την έννοια αυτή δεν υπεχρεούντο οι τελευταίοι, κατά το άρθρο 4 του ν.1396/1983, να τηρήσουν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, αλλά ο συνεναγόμενος τους εργολάβος. Επομένως κατ'ορθή εφαρμογή του άρθρου 4 του ν.1396/1983 αξιολογήθηκαν οι αγωγές ως μη νόμιμες κατά την θεμελίωσή τους στην εν λόγω διάταξη και κατά συνέπεια υποστηρίζουσες τα αντίθετα οι προβαλλόμενες με τον δεύτερο και τρίτο λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.8 (β' σκέλος 2ου λόγου) και 1 (3ος λόγος) ΚΠολΔ, με την έννοια Ι ότι λήφθηκε υπόψη ως αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων, χωρίς να έχει προταθεί, ότι ο δεύτερος των εναγομένων εργολάβος ανέλαβε την πλάκα του τρίτου ορόφου, όπου έλαβε χώρα το θανατηφόρο ατύχημα, ενώ στον τελευταίο ανέθεσαν οι τρίτος και τέταρτη των εναγομένων την κατασκευή της τοιχοποιίας και της κεραμοσκεπής του εν λόγω ορόφου, περίπτωση κατά την οποία οι εναγόμενοι εργοδότες του έργου έχουν ιδία υποχρέωση, τηρήσεως των μέτρων ασφαλείας και ΙΙ της ευθείας παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως, ελέγχονται, ερειδόμενες επί αναληθούς από νομική και ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμες. Επιπρόσθετα η παράλληλα διατυπούμενη με το α' σκέλος του δευτέρου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει επί απορρίψεως της αγωγής ως μη νόμιμης, αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη. Με τον απομένοντα ως προς έρευνα πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ 8, 1, 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (Ι) παρά το νόμο έλαβε υπόψη, ως περιεχόμενη στο δικόγραφο των αγωγών, την μη προταθείσα έννομη σχέση της προστήσεως μεταξύ των εναγομένων εργοδοτών του έργου και του συνεναγομένου τους εργολάβου, τις οποίες αγωγές ( ΙΙ) απέρριψε κατά τούτο ως μη νόμιμες αντί ως αόριστες. Ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι όπως προαναφέρθηκε, κατά την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο δικόγραφο των αγωγών τους δεν διετυπώνετο ιστορική βάση θεμελιώσεως των αξιώσεών τους κατά των εναγομένων εργοδοτών στην έννομη σχέση της προστήσεως μεταξύ αυτών και του συνεναγομένου τους εργολάβου, επιτρεπτώς απετέλεσε αντικείμενο ερεύνης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εν λόγω ιστορική βάση, παραπονουμένων των εναγομένων, ως εκκαλούντων, κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, για την παραδοχή των αγωγών κατά την ιστορική αυτή βάση, με περαιτέρω κατά τούτο αξιολόγηση των αγωγών με τις επάλληλες επικουρικές αιτιολογίες της ως νομικώς αορίστων. Επομένως οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις ελέγχονται ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των δι' αυτής αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των δι' αυτής αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει, στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183). (ιι) Με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως με αναιρεσείοντα τον πρώτο των εναγομένων και αναιρεσίβλητους τους ενάγοντες. Με την προσβαλλόμενη απόφαση οι με στοιχ (αιι) αγωγές (αξίωση αποζημιώσεως) αξιολογήθηκαν ως μη νόμιμες, λόγο για τον οποίο, κατά τις αιτιολογίες της, κατ'αποδοχή της με στοιχ (β,αα1) εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά το εν λόγω κεφάλαιο και εξέταση κατά τούτο κατ'ουσίαν της υποθέσεως, απορρίφθηκαν. Παρά ταύτα στο διατακτικό της την εν λόγω έφεση του αναιρεσείοντος την απορρίπτει στο σύνολό της κατ'ουσίαν, χρήζουσα κατά τούτο διορθώσεως. Η εναντίωση της ένδικης αιτήσεως και των διατυπουμένων δι'αυτής λόγω εντοπίζεται στο με στοιχ (αι) κεφάλαιο της προσβαλλόμενης δι'αυτής αποφάσεως (αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως), κατά το οποίο ηττήθηκε ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την κατ'ουσία κατά τούτο απόρριψη της εφέσεώς του, και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα: (1) Κατά το άρθρο 559 αρ.11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 2/2008). Μη λήψη πάντως δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τον τέταρτο και τελευταίο, κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ 11 ΚΠολΔ, ότι κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την υπεύθυνη δήλωση του τρίτου των εναγομένων, με ημερομηνία θεώρησης την 12-11-2008, που κατατέθηκε στο Τμήμα Πολεοδομίας Εδέσσης, στην οποία διαλαμβάνει, κατ'ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "έλαβα γνώση της έκθεσης του επιβλέποντος μηχανικού της προσθήκης ενός ορόφου καθ'ύψος και συμφωνώ με τα αναφερόμενα σε αυτήν και αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη για κάθε εργασία που θα εκτελεστεί πέραν των αναφερομένων στην τεχνική έκθεση του επιβλέποντος μηχανικού". Από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, δεν δημιουργούνται αμφιβολίες, αλλ'αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη το εν λόγω έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση, με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχεται ως αβάσιμη. (2). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική απολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 περ.7 του ν.1396/1983 ως επιβλέπων ορίζεται το πρόσωπο, που με σύμβαση με τον κύριο και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης. Με την ιδιότητά του αυτή υποχρεούται να δίνει οδηγίες για την τήρηση των αναφερομένων στο άρθρο 7 του ν.1396/1983 και τα π.δ/τα 1073/1981 και 778/1980 μέτρων ασφαλείας. Ο νομοθέτης αυτονόητα αναφέρεται σε έργο για το οποίο νομότυπα έχει εκδοθεί οικοδομική άδεια, χωρίς εντεύθεν να αναιρείται η υποχρέωσή του για τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ευθύνη του σε περίπτωση παραλείψεώς τους, όταν υπό την επίβλεψή του διενεργούνται οικοδομικές εργασίες καθυπέρβαση ή γενικότερα κατά παράβασης της οικοδομικής αδείας, αντίθετα δε αποτελεί λόγο επιτάσεως της ευθύνης του. Στις ενδιαφέρουσες τους ερευνούμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως ανέλεγκτες αναιρετικώς ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται, ιδία, Ι. ότι οι τρίτος και τέταρτη των εναγομένων, συγκύριοι οικοδομής στην πόλη της 'Εδεσσας, αποτελουμένης μόνο από ισόγειο, κατά το έτος 2004 αποφάσισαν την επέκτασή της κατά δύο ορόφους, ΙΙ. για τον σκοπό αυτό ανέθεσαν στον πρώτο των εναγομένων, πολιτικό υπομηχανικό, την έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας, αυτός δε, πράγματι, εξέδωσε την …/1-6-2004 άδεια προσθήκης ενός καθύψος επέκτασης της εν λόγω οικοδομής ορόφου (2ου) της Πολεοδομίας 'Εδεσσας, στο φάκελο της οποίας περιελήφθη και σχέδιο ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στις οικοδομικές εργασίες, ΙΙΙ. ότι στη συνέχεια οι εναγόμενοι ιδιοκτήτες της οικοδομής ανέθεσαν αρχικά στον μη διάδικο εργολάβο Π. Σ. την κατασκευή του οπλισμένου σκυροδέματος και τρίτου ορόφου, η οποία ήταν αυθαίρετη, καθυπέρβαση της εκδοθείσης οικοδομικής αδείας, και ακολούθως στον δεύτερο εναγόμενο εργολάβο την κατασκευή της τοιχοποιίας του εν λόγω αυθαιρέτου τρίτου ορόφου και της κεραμοσκεπής της οικοδομής, IV. ότι στις 6-8-2004 ο Κ. Μ. έλαβε εντολή από τον δεύτερο των εναγομένων εργολάβο, με τον οποίο συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σε εκτέλεση αυτής πρόσφερε κατ'εκείνο τον χρόνο τις υπηρεσίες του, να ανέλθει στην τελευταία πλάκα της οικοδομής προκειμένου να καθαρίσει από τα καρφιά τα καλούπια που ήδη είχαν αφαιρεθεί από τα μπετά, V. ότι κατά την εκτέλεση της εργασίας του αυτής κινήθηκε προς στιγμή και χωρίς να φέρει κράνος σε ένα μικρού πλάτους εξώστη, που υπήρχε μπροστά από την κατασκευασθείσα ήδη τοιχοποιία, πλην όμως απώλεσε την ισορροπία του και λόγω των μικρών διαστάσεων του χώρου, όπου βρισκόταν και εργαζόταν, και της ελλείψεως στο σημείο εκείνο οποιουδήποτε προστατευτικού μέτρου (κιγκλίδωμα, δίχτυ ή άλλο τι προβλεπόμενο από το νόμο) κατέπεσε στο κενό από ύψος (6) περίπου μέτρων και τραυματίσθηκε θανάσιμα, καταλήγοντας VI. "ότι η συγκεκριμένη εργασία του θανόντος έγινε υπό τις ανασφαλείς πιο πάνω αναφερόμενες συνθήκες επειδή ο 1ος εναγόμενος (μηχανικός-επιβλέπων) δεν έδωσε εγκαίρως τις σχετικές οδηγίες, δηλαδή τη λήψη των παραπάνω μέτρων ασφαλείας, ώστε ευθύνεται αυτός για το ένδικο εργατικό ατύχημα, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη σχετικά με τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος το έργο μηχανικού (άρθρο 7 παρ. 1,4 και 5 του Ν. 1396/1983). Και ναι μεν ο εναγόμενος μηχανικός, που εξέδωσε την άδεια ανέγερσης προσθήκης της ένδικης οικοδομής (2ου ορόφου), ισχυρίζεται ότι δε συντρέχει στο πρόσωπο του οποιοδήποτε πταίσμα, επειδή οι ιδιοκτήτες αυτής προέβησαν στο αυθαίρετο κτίσμα (3ος όροφος) εν αγνοία του και χωρίς να τον ενημερώσουν για το πότε θα άρχιζαν οι εργασίες κατασκευής της κεραμοσκεπής, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Και τούτο διότι όφειλε και ο ίδιος να επιβλέπει τις οικοδομικές εργασίες και να δίνει οδηγίες για τα μέτρα ασφάλειας των εργαζομένων και να επιβλέπει τις εργασίες μέχρι και του τέλους κατασκευής της όλης οικοδομής, δηλαδή μέχρι την κατασκευή και της κεραμοσκεπής της οικοδομής ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι ο πρώτος εναγόμενος (μηχανικός - επιβλέπων) υπήρξε υπαίτιος του θανάτου του Κ. Μ. και απέρριψε τους λόγους της εφέσεώς του με τους οποίους υποστήριξε τα αντίθετα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά τη κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω σημειούμενες διατάξεις του ν. 1396/1983, και των ΠΔ 1073/1981 και 778/1980, χωρίς να διαλάβει στην απόφασή του αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες και συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές και οι διατυπούμενες με τους λοιπούς λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 (1ος, 3ος) και 19 (2ος) ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, στη προσβαλλόμενη απόφαση διατυπώνεται σαφώς το αποδεικτικό αυτής πόρισμα ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι οι ιδιοκτήτες της ένδικης οικοδομής προέβησαν στην κατασκευή του αυθαιρέτου κτίσματος (3ου ορόφου) εν αγνοία του και χωρίς να τον ενημερώσουν για το πότε θα άρχιζαν οι εργασίες κατασκευής της κεραμοσκεπής, αποδείχθηκε αβάσιμος και τούτο διότι, όπως περαιτέρω αιτιολογείται στην απόφαση, αυτός, ως επιβλέπων μηχανικός, όφειλε και ο ίδιος να επιβλέπει τις οικοδομικές εργασίες και να δίνει οδηγίες για τα μέτρα ασφάλειας των εργαζομένων και να επιβλέπει τις εργασίες μέχρι και του τέλους κατασκευής της όλης οικοδομής, δηλαδή μέχρι την κατασκευή και της κεραμοσκεπής της οικοδομής. Δηλαδή, όπως αυτονοήτως εξυπονοείται, ήταν αδιάφορο αν αυτός παρέλειψε την υποχρέωσή του αυτή, δηλαδή να προβεί στη πιο πάνω επίβλεψη μέχρι να περατωθούν οι οικοδομικές εργασίες με την κατασκευή και της κεραμοσκεπής της οικοδομής, (αφού δεν μεσολάβησε εκ μέρους του νόμιμη διακοπή των εργασιών), ευθυνόμενος έτσι και για τις μέχρι τότε γενόμενες αυθαιρεσίες (κατασκευή τρίτου ορόφου). Κατά τη γνώμη, όμως, του μέλους του Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, οι εν λόγω αιτιολογίες και ιδία οι τελευταίες με στοιχ VI της παρούσης αξιολογούνται ως ανεπαρκείς. Ειδικότερα δεν διαλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αν ο αναιρεσείων γνώριζε για την καθυπέρβαση της οικοδομικής άδειας ανέγερση τρίτου ορόφου, στον χώρο του οποίου έλαβε χώρα το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα, και επέβλεπε εν τοις πράγμασι των οικοδομικών αυτών εργασιών, ώστε να υποχρεούται στην λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας και να ευθύνεται σε περίπτωση παραλείψεώς τους, και με την έννοια αυτή τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν αρκούν και δεν δικαιολογούν την κατ'ορθή εφαρμογή των παραπάνω σημειουμένων διατάξεων αποδοθείσα στον αναιρεσείοντα από αμέλεια υπαιτιότητα, τις οποίες εντεύθεν ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε κατά τις βάσιμα περί τούτου διατυπούμενες με τους λοιπούς λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ 1 (1ος, 3ος ) και 19 (2ος ) ΚΠολΔ. Η κατά τούτο ανεπάρκειά τους δεν καλύπτεται από την αιτιολογία της ότι ο αναιρεσείων όφειλε να επιβλέπει τις οικοδομικές εργασίες μέχρι του τέλους κατασκευής της όλης οικοδομής, μέχρι την κατασκευή και της κεραμοσκεπής, η οποία, κατά τις παραδοχές της πάντοτε, περιλαμβανόταν στην εκδοθείσα από εκείνον οικοδομική άδεια, με συμβατική του υποχρέωση επιβλέψεως, πλην αφορούσε τον δεύτερο σε αντιδιαστολή προς τον τρίτο αυθαίρετο τρίτο όροφο, στην διαμόρφωση του χώρου του οποίου και την έλλειψη μέτρων ασφαλείας αποδίδεται η απώλεια της ισορροπίας και η πτώση του από την αιτία αυτή θανάσιμα τραυματισθέντος Κ. Μ. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα πάντοτε γνώμη, να απορριφθεί η με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του δι' αυτής αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των δι' αυτής αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει, στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις με στοιχ. Α.192/11-6-2010 και Β.194/14-6-2010 αιτήσεις για αναίρεση της 750/16-4-2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Και Ι. Καταδικάζει τους με στοιχ. Α αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δι' αυτής αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) Ευρώ. ΙΙ. Καταδικάζει τον με στοιχ. Β αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των δι' αυτής αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ