Αριθμός 1427/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Θ. και της Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο, που ανακάλεσε την από 15-2-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Ε. του Ν. και της Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Μανούσο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Β. Της αναιρεσείουσας: Κ. Ε. του Ν. και της Παναγιώτας, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Μανούσο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Θ. και της Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο που ανακάλεσε την από 15-2-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2014 αγωγή του Ν. Θ.. Κ. (υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντα και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτου), που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 914/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2020 του Εφετείου Ναυπλίου (με τριμελή σύνθεση). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων, με την από 28-7-2021 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 29-10-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος, που παραστάθηκε στο ακροατήριο, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά του και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 28-7-2021 αίτηση αναίρεσης του Ν. Κ. κατά της Κ. Ε. και β) η από 29-10-2021 αίτηση αναίρεσης της Κ. Ε. κατά του αναιρεσείοντος της υπό στοιχείο α' αίτησης Ν. Κ.. Οι αιτήσεις αυτές, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ' αριθμ. 141/2020, απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, έχουν ασκηθεί νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 577 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συναφείς και επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, περαιτέρω δε να εξεταστεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με την ως άνω 141/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) Ν. Κ. κατά της 914/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη αυτή απόφαση, κράτησε και δίκασε τη διεκδικητική αγωγή ακινήτου του εν λόγω αναιρεσείοντος και περαιτέρω, αφού δέχθηκε εν μέρει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της εναγομένης-αναιρεσείουσας Κ. Ε., δέχθηκε ότι αυτός ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα απόδοσης του ακινήτου, όχι όμως και το δικαίωμα αναγνώρισης της κυριότητάς του επ' αυτού, με αποτέλεσμα να δεχθεί εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα με την ως άνω 914/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου είχε απορριφθεί η από 30-9-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος Ν. Κ., με την οποία αυτός είχε ζητήσει να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί ενός διαμερίσματος (οριζόντιας ιδιοκτησίας - κατοικίας μετά των συστατικών, παρακολουθημάτων - παραρτημάτων της) που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ... και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του το αποδώσει, καθώς το Δικαστήριο δέχθηκε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, που πρότεινε η εναγομένη. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που κατά το νόμο είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (Ολ ΑΠ 6/2006, ΑΠ 334/2023, ΑΠ 728/2019, ΑΠ 586/2019). Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών Ν. Κ. είναι αποκλειστικός κύριος της με στοιχείο ..".." σε κύκλο οριζόντιας ιδιοκτησίας-κατοικίας, η οποία βρίσκεται επί ενός αγροτεμαχίου αποκλειστικής κυριότητάς του, εκτάσεως 4.119,34 τ.μ., στη θέση "Μ.-Μ." της κτηματικής περιφέρειας ..., όπως αυτό εμφαίνεται στο από 3-4-1998 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Α. Τ., που νόμιμα χαρτοσημασμένο και υπογραμμένο στην υπ' αριθμ. ... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβ/φου Γιώργου Σπ. Περράκη με τα περιμετρικά αλφαβητικά στοιχεία………... και συνορεύει (το αγροτεμάχιο) Βόρεια με τεθλασμένη γραμμή πλευρά-πρόσωπο….. μήκους μέτρων (13,75 + 14,72 + 22,35 + 11,46 + 11,63 + 8,43 + 3,52 + 11,75 + 13,71) 117,32, με δρόμο, Νότια σε πλευρά τεθλασμένη-πρόσωπο…. μήκους μέτρων (19,56 + 10,90 + 12,52 + 18 + 21,34 + 13,84) 96,16 με δρόμο, Ανατολικά σε πλευρά Κ.Λ. μήκους 66,59 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. και Δυτικά σε πλευρά Α.Ρ. μήκους 20,30 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.. Με την ως άνω υπ' αριθμ. ... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, νομίμως μεταγεγραμμένη, ο ενάγων και ήδη εκκαλών συνέστησε επί του ανωτέρω ακινήτου μία οικοδομή σε διαφορετικά επίπεδα, υπαχθείσα στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ με κατ' ορόφους και μέρη αυτών διηρημένη ιδιοκτησία, ώστε κάθε τμήμα της οικοδομής να αποτελεί χωριστή, αυτοτελή και ανεξάρτητη ιδιοκτησία, με την εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα σε ολόκληρο το αγροτεμάχιο, έχοντας ήδη εκδώσει και την υπ' αριθμ. ... άδεια οικοδομής του τμήματος Πολεοδομίας Ναυπλίου Αργολίδος (προσαρτημένη στο συμβόλαιο σύστασης). Κατά τον τρόπο αυτό η οικοδομή περιλαμβάνει τρεις ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες-κατοικίες, που εμφαίνονται στο ανωτέρω σχεδιάγραμμα με τους αριθμούς … μέσα σε κύκλο, …μέσα σε κύκλο και ... μέσα σε κύκλο. Ειδικότερα, η επίδικη με στοιχεία ... μέσα σε κύκλο οριζόντια ιδιοκτησία-κατοικία εκτείνεται σε δύο επίπεδα με τους εξώστες της και αποτελείται: α) κατά το πρώτο επίπεδο από υπόγειο-αποθήκη που φαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα περιμετρικά με τα γράμματα α.β.γ.δ.ε.κ.λ.α. και έχει επιφάνεια 34,40 τ.μ. και όγκο ιδιόκτητο 79,80 κ.μ. και από ισόγειο κατοικίας, που φαίνεται ομοίως περιμετρικά με τα γράμματα ζ.η.θ.ι.κ.ε.ζ. και έχει επιφάνεια 23,01 τ.μ. και όγκο ιδιόκτητο 69,03 κ.μ. και β) κατά το δεύτερο επίπεδο που φαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα περιμετρικά με τα γράμματα α.β.γ.δ.ε.ζ.η.θ.ι.κ.λ.α. και έχει επιφάνεια 57,41 τ.μ. και όγκο ιδιόκτητο 172,23 κ.μ. Έχει δε συνολική επιφάνεια η ιδιοκτησία αυτή 114,82 τ.μ. (εκ των οποίων 34,40 τ.μ. υπόγειο), όγκο ιδιόκτητο 321,06 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας σε ολόκληρο το αγροτεμάχιο 393/00, ήτοι 1.618,9 τ.μ. εξ αδιαιρέτου και συνορεύει Βόρεια με ακάλυπτο αγροτεμαχίου και μετά από αυτόν με αγροτικό δρόμο, Νότια με ακάλυπτο χώρο αγροτεμαχίου και μετά από αυτόν με αγροτικό δρόμο, Ανατολικά μερικά με ακάλυπτο χώρο αγροτεμαχίου και μερικά με την ιδιοκτησία με στοιχεία ΔΥΟ "2" μέσα σε κύκλο και Δυτικά μερικά με ακάλυπτο χώρο αγροτεμαχίου και μετά με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.. Τόσο το αγροτεμάχιο, όσο και περαιτέρω την επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία-κατοικία, ο ενάγων και ήδη εκκαλών απέκτησε δια παραγώγου τρόπου από τους κληρονόμους του Α. Μ.. του Κ. και της Φ., κάτοικο εν ζωή Α. Ε., και συγκεκριμένα, από τη γιαγιά και συνονόματη της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Κ. χα Ι. Ε., το γένος Κ. Μ., μητέρα του πατέρα της, τον Α. Μ.. του Κ., τον Δ. Μ.. του Κ., τη Μ. συζ. Α.. Ν. το γένος Κ.. Μ.. και την Α. χα Γ.. Π. το γένος Κ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου μερίδων του ίδιου ως άνω συμβ/φου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Ειδικότερα, οι προαναφερόμενοι πωλητές είχαν στην κυριότητα, νομή και κατοχή τους το 22,10% εξ αδιαιρέτου των τριών αγροτεμαχίων τα οποία απάρτιζαν τη μείζονα έκταση του αρχικού δικαιοπαρόχου τους. Αυτοί μεταβίβασαν τα μερίδιά τους επί των αγροτεμαχίων, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβ/φου, νομίμως μεταγεγραμμένου, στον Π. Γ. του Ν., ο οποίος, ενεργώντας ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπός τους, μεταβίβασε στη συνέχεια τα ίδια μερίδια στον ενάγονται και ήδη εκκαλούντα δυνάμει του ανωτέρω υπ' αριθμ. ... συμβολαίου. Εξάλλου, ο ενάγων και ήδη εκκαλών διατηρούσε για πολλά χρόνια σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης με τον πατέρα της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Ν. Ε., καθόσον με τη βοήθεια του τελευταίου συγκέντρωσε και αγόρασε όλα τα μερίδια των κληρονόμων του Α.Μ., στους οποίους περιλαμβανόταν και η συνονόματη γιαγιά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Κ. χα Ι. Ε., μητέρα του πατέρα της. Μάλιστα, η γιαγιά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης μεταβίβασε το ποσοστό της επί του επιδίκου δυνάμει του ανωτέρω υπ' αριθμ.... συμβολαίου χωρίς αντάλλαγμα, παρόλο που στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ως αιτία μεταβίβασης η πώληση. Τούτο δε έγινε επειδή συμφωνήθηκε ρητά με τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα και την οικογένεια της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, η οποία εκπροσωπούνταν από τον πατέρα της, που ενεργούσε για λογαριασμό της (εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης) ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών θα κατασκεύαζε μία οικία με τίμημα όσο σχεδόν το κόστος κατασκευής και ελάχιστο κέρδος, την οποία θα μεταβίβαζε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, ουσιαστικά ως αντάλλαγμα της δωρεά της γιαγιάς της. Δηλαδή, συμφωνήθηκε ότι το τίμημα για την ανεγερθείσα οικία, που θα μεταβιβαζόταν στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, θα συμψηφισθεί με την αξία του μεριδίου της γιαγιάς της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης επί του προαναφερομένου μείζονος αγροτεμαχίου. Η ανέγερση της οικίας, στην οποία είχε λόγο η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη αναφορικά με τις κατασκευαστικές επιλογές και τα υλικά, ολοκληρώθηκε περί τα τέλη του έτους 1999. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρέδωσε τη χρήση της εν λόγω οικίας στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη στις αρχές του έτους 2000, κατά το οποίο το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών επ' αυτής είχε ολοκληρωθεί (για τις εργασίες αυτές βλ. τόσο την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος Σ. Τ., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, όσο και τις καταθέσεις των προαναφερομένων μαρτύρων του ιδίου που περιέχονται στις ανωτέρω υπ' αριθμ. ... ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίοι - όλοι οι μάρτυρες - εκτέλεσαν ηλεκτρολογικές, υδραυλικές κλπ εργασίες επί της επίδικης οικίας κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1997 μέχρι το έτος 2000). Παρόλα αυτά, όμως, εξακολουθούσαν να υπάρχουν εκκρεμότητες, ιδίως σχετικά με την κατασκευή και ολοκλήρωση του περιβάλλοντος χώρου της επίδικης οικίας, αλλά και με τον οικονομικό τομέα. Μέχρι το έτος 2003 δεν είχε ακόμη υπογραφεί μεταξύ των διαδίκων το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης της οικίας και, επιπλέον, δεν προέκυψε με σαφήνεια το ακριβές ποσό που θα απαιτούνταν να καταβληθεί ως τίμημα. Εξάλλου, οι όποιες οικονομικές συμφωνίες μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος και της εναγομένης, που αφορούσαν την επίδικη οικία, γίνονταν προφορικά, ,ενώ για πρώτη φορά το κόστος για την ανέγερσή της αποτυπώθηκε εγγράφως με το προσκομιζόμενο από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη από 18-5-2003 χειρόγραφο έγγραφο, που φέρεται να συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, ο οποίος, άλλωστε, δεν αμφισβητεί τη γνησιότητά του. Ειδικότερα, με το από 18-5-2003 χειρόγραφο έγγραφο οι διάδικοι υπολόγισαν ότι το κόστος της οικίας θα ανέλθε στο ποσό των 85.000.000 δραχμών, ενώ το κόστος του περιβάλλοντος χώρου θα ανέλθει στο ποσό των 70.000.000 δραχμών, δηλαδή το συνολικό κόστος θα ανέλθει στο ποσό των 155.000.000 δραχμών, που ισοδυναμεί με 455.000 ευρώ. Στο ίδιο έγγραφο και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο "Περιγραφή περιβαλ. χώρου", αναφέρεται ότι ο περιβάλλων χώρος της επίδικης οικίας αποτελείται από πισίνα διαστάσεων 14 μ Χ 6 μ Χ 3 μ βάθος, από αποθήκη και πάρκινγκ, από μπάρμπεκιου και φούρνο, από πάγκο πέτρινο καθιστικό κλπ. Στο τέλος του ίδιου εγγράφου αναφέρεται: "Έχω λάβει 32.000.000 δρχ. Επιταγή 150.000 Ε", από το οποίο προκύπτει ότι μέχρι την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου ο ενάγων και ήδη εκκαλών είχε λάβει ως τίμημα για την πώληση της επίδικης οικίας το ποσό των 32.000.000 δραχμών, που ισοδυναμεί με 93.918 ΕΥΡΩ σε μετρητά, ενώ συμφωνήθηκε να λάβει το υπόλοιπο τίμημα των 150.000 ευρώ σε επιταγές. Κατόπιν τούτων, με βάση τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες που αποτυπώνονται στο προαναφερόμενο χειρόγραφο έγγραφο, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη παρέδωσε στον ενάγονται και ήδη εκκαλούντα τις εξής επιταγές της Τράπεζας EUROBANK, εκδοθείσες εις διαταγήν αυτού (ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος): 1) υπ' αριθμ. ... ποσού 10.000.000 δραχμών, ήτοι 30.000 ευρώ, πληρωτέα στις 10-2-2001, 2) υπ' αριθμ. ... ποσού 10.000.000 δραχμών, ήτοι 30.000 ευρώ, πληρωτέα στις 10-3-2001, 3) υπ' αριθμ. ... ποσού 12.500.000 δραχμών, ήτοι 36.687 ευρώ, πληρωτέα στις 31-5-2001, 4) υπ' αριθμ. ... ποσού 10.000.000 δραχμών, ήτοι 30.000 ευρώ, πληρωτέα στις 10-9-2001, 5) υπ' αριθμ. ... ποσού 4.000.000 δραχμών, ήτοι 11.740 ευρώ, πληρωτέα στις 20-11-2001, 6) υπ' αριθμ. ..., ποσού 30.000 ευρώ και 7) υπ' αριθμ... ποσού 30.000 ευρώ. Όπως αποδείχθηκε, μέχρι την παρούσα συζήτηση, οι παραπάνω επιταγές έχουν εξοφληθεί. Η δε πληρωμή τους έγινε από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό έκδοσης του αδελφού της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Ι. Ε., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της αδελφής του. Αυτό αποδεικνύεται ιδίως από την από 9-6-2014 και με αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωση της τράπεζας Eurobank, που προσκομίζει η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, στη στήλη της οποίας "Κατάσταση επιταγής" αναφέρεται δίπλα σε κάθε μία από τις ανωτέρω επιταγές η ένδειξη "Πληρωμένη". Αλλά και από τα αντίγραφα των σωμάτων των εν λόγω επιταγών, που προσκομίζει η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, δεν προκύπτει κάτι αντίθετο, δεδομένου ότι σε κανένα από αυτά δεν αναγράφεται ένδειξη ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε π.χ. λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων. Απεναντίας, στο προσκομιζόμενο αντίγραφο του σώματος της υπ' αριθμ. ... επιταγής, ποσού 4.000.000 δραχμών, αναγράφεται η ένδειξη "PAID" (πληρωμένη). Επιπροσθέτως, με το από 7-11-2019 έγγραφο τη Τράπεζα Eurobank ενημερώνει τον αδελφό της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Ι. Ε. ότι "οι επιταγές με Νο ... αξίας 12.500.000 δρχ. εξοφλήθηκε στις 31/05/2001 και Νο 9016911-3 αξίας 10.000.000 δρχ. εξοφλήθηκε στις 11/09/2001. Και οι δύο επιταγές εξοφλήθηκαν συμψηφιστικά μέσω άλλων Τραπεζών και τα σώματά τους βρίσκονται στις αγοράστριες Τράπεζες. Όμως, λόγω παλαιότητάς τους δεν είμαστε σε θέση να βρούμε μέσα από το σύστημά μας ποιες είναι οι αγοράστριες Τράπεζες". Να σημειωθεί, επίσης, ότι τόσο στο από 15-5-2015 ενημερωτικό έγγραφο, που η Τράπεζα Eurobank απέστειλε στον αδελφό της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Ι. Ε., όσο και στο από 14-11-2019 ενημερωτικό έγγραφο, που η ίδια τη Τράπεζα απέστειλε στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, παρόλο που γίνεται μνεία ότι η ανεύρεση των αντιγράφων κάποιων εκ των προαναφερομένων επιταγών από το αρχείο της ανωτέρω Τράπεζας είναι ανέφικτη, λόγω παρόδου ιδιαίτερα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την εκτέλεση συναλλαγής, δεν γίνεται καμία μνεία σχετικά με τη μη πληρωμή κάποιας ή κάποιων από τις εν λόγω επιταγές. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, προς εξόφληση του τιμήματος για τη μεταβίβαση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, παρέδωσε στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα και τις εξής επιταγές της Τράπεζας ALPHA BANK, εκδοθείσες εις διαταγήν αυτού (ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος): 1) υπ' αριθμ. ... ποσού 20.000 ευρώ, πληρωτέα στις 25-8-2004, 2) υπ' αριθμ. ... ποσού 20.000 ευρώ, πληρωτέα στις 25-10-2004, 3) υπ' αριθμ. ... ποσού 20.000 ευρώ, πληρωτέα στις 25-12-2004, 4) υπ' αριθμ. ... ποσού 20.000 ευρώ, πληρωτέα στις 25-2-2005 και 5) υπ' αριθμ. ... ποσού 20.000 ευρώ, πληρωτέα στις 25-4-2005. Οι επιταγές αυτές, οι οποίες παραδόθηκαν στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα μετά την εκ μέρους του εκτέλεση ενός μεγάλου μέρους των εργασιών διαμόρφωσης του εξωτερικού χώρου της επίδικης οικίας, έχουν ομοίως εξοφληθεί μέχρι την παρούσα συζήτηση. Η δε πληρωμή έγινε από την εταιρεία E.-T. S.A., που ανήκει στον προαναφερόμενο αδελφό της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της αδελφής του. Αυτό αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη από 3-9-2004, από 2-11-2004, από 5-1-2005, από 2-3-2005 και 4-5-2005 βεβαιώσεις της τράπεζας ALPHA BANK, που αφορούν τις συναλλαγές της εταιρίας E.-T. S.A. με την εν λόγω τράπεζα, στις οποίες (βεβαιώσεις) αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και οι ανωτέρω επιταγές. Τόσο στα αντίγραφα των σωμάτων των ανωτέρω επιταγών, που επισυνάπτονται με τις προραναφέρομενες βεβαιώσεις της ALPHA BANK, όσο και στα αντίγραφα των σωμάτων των ίδιων επιταγών, που προσκομίζει ο ενάγων και ήδη εκκαλών, δεν αναγράφεται ένδειξη σχετικά με τη μην πληρωμή τους (π.χ. δεν εξοφλήθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων), γεγονός που ενισχύει την πεποίθηση του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι οι εν λόγω επιταγές έχουν εξοφληθεί. Επομένως, αποδείχθηκε ότι από την κατάρτιση του ανωτέρω από 18-5-2003 χειρόγραφου εγγράφου μέχρι το έτος 2006 η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη είχε καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, είτε σε μετρητά, είτε μέσω επιταγών των τραπεζών EUROBANK και ALPHA BANK, το συνολικό ποσό των 392.345 ευρώ (93.918 + 30.000 + 30.000 + 36.687 + 30.000 + 11.740 + 30.000 + 30.000 + 20.000 + 20.000 + 20.000 + 20.000 + 20.000). Το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του τα συναλλακτικά ήθη και τις συνθήκες της αγοράς και εκτιμώντας το είδος της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας (πρόκειται για μία πολυτελή κατοικία ευρισκόμενη σε τουριστικό θέρετρο), άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι το προαναφερόμενο συνολικό ποσό, που κατέβαλε η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, είναι σύμφωνο με την πραγματική αξία του εν λόγω ακινήτου. Εξάλλου, λαμβάνεται υπόψη και το γεγονός ότι το τίμημα για τη μεταβίβαση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας συμψηφίσθηκε με την αξία του αγροτεμαχίου, επί του οποίου αυτή ανεγέρθηκε (βλ. και παραπάνω). Ακόμη, όμως, κι αν υποτεθεί ότι το προαναφερόμενο συνολικό ποσό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία της επίδικης οικίας, τότε, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αποκλίνει ελάχιστα από αυτήν (πραγματική αξία) και σε βαθμό που δικαιολογείται από την καλή πίστη. Το δε γεγονός ότι η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη κατέβαλε ως τίμημα για τη μεταβίβαση της επίδικης οικίας το ποσό των 495.900 ευρώ, οφείλεται στο ότι συνυπολόγισε σε αυτό και την εργολαβική αμοιβή, που αυτή (εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη) κατέβαλε στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα για τις πρόσθετες εργασίες επί της εν λόγω οικίας (περί αυτών βλ. παρακάτω). Επομένως, όσα ισχυρίζεται ο ενάγων και ήδη εκκαλών και καταθέτουν οι προαναφερόμενοι μάρτυρές του, των οποίων οι καταθέσεις περιέχονται στις ανωτέρω υπ' αριθμ. 77, 78, 79 και 80/29-4-2015 ένορκες βεβαιώσεις, ότι το τίμημα για τη μεταβίβαση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, που αντιστοιχεί στην αξία της, ανέρχεται στο ποσό των 600.000 ευρώ, από το οποίο έχει καταβληθεί μόνο το ποσό των 80.000 ευρώ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, καθόσον αναιρούνται από το υπόλοιπο υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό (περί αυτού βλ. και την ένορκη κατάθεση του Ι. Ε., αδελφού της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά: "Μετά το θάνατο του πατέρα μου μπήκαμε στη διαδικασία να ανατρέξουμε σε όλα τα αρχεία, να βρούμε τέλος πάντων ποια ήταν η πραγματικότητα, γιατί ο κύριος ... ισχυριζόταν ότι είχε πάρει μόνο 80.000 ευρώ. Τρέξαμε στα αρχεία τα τραπεζικά, μιλήσαμε με του Διευθυντές Τραπεζών, βρήκαμε αντίγραφα, ζητήσαμε βεβαιώσεις από τις Τράπεζες και αποδείχθηκε ότι ο κύριος ... είχε πάρει πολύ μεγάλα ποσά χρημάτων"). Εξάλλου, εκτός από τις προαναφερόμενες επιταγές, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη παρέδωσε στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα κι άλλες τρεις επιταγές της τράπεζας Eurobank, που εκδόθηκαν από τον αδελφό της Ι. Ε. και συγκεκριμένα, τις: α) υπ' αριθμ. ... ποσού 30.000 ευρώ, πληρωτέα στις 25-7-2003, β) υπ' αριθμ... ποσού 30.000 ευρώ, πληρωτέα στις 25-9-2003 και γ) υπ' αριθμ. ... ποσού 30.000 ευρώ, πληρωτέα στις 25-10-2003. Όμως, ο αδελφός της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ανακάλεσε αυτές τις επιταγές, επειδή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δεν είχε προβεί σε κάποιες από τις συμφωνηθείσες εργασίες διαμορφώσεως του περιβάλλοντος χώρου της επίδικης οικίας και επιπλέον, τόσο αυτός (αδελφός εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης), όσο και η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη σχημάτισαν την πεποίθηση ότι υπήρχαν κακοτεχνίες στον κύριο χώρο της οικίας, ήτοι στη μόνωσή της, στα κουφώματά της, στην πέτρινη εξωτερική σκάλα κλπ (περί αυτού βλ. τα εξής αποδεικτικά στοιχεία: α) την προαναφερόμενη από 9-9-2014 βεβαίωση της τράπεζας Eurobank, στη στήλη της οποίας "Κατάσταση επιταγής" αναφέρεται δίπλα σε καθεμιά από τις ανωτέρω τρεις επιταγές η ένδειξη "Ανακληθείσα", β) την από 24-6-2003 Υπεύθυνη Δήλωση άρθρ. 8 Ν. 1599/1986, με την οποία ο αδελφός της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης δήλωσε στην τράπεζα Eurobank ότι δεν επιθυμεί να εξοφληθούν οι ανωτέρω επιταγές, επειδή ο ενάγων και ήδη εκκαλών έχει καθυστερήσει να εκπληρώσει τις συμφωνηθείσες υποχρεώσεις του, γ) την από 17-7-2003 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση του αδελφού της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Ι. Ε. προς τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, κοινοποιούμενη και προς την Τράπεζα Eurobank, με την οποία ο Ι. Ε. δηλώνει στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα: "Καίτοι το διαμέρισμα το παρέλαβα με επιφύλαξη το Μάιο του 2003 οι υπόλοιπες εργασίες (περιβάλλων χώρος, πισίνα κλπ) δεν έχουν παραδοθεί μέχρι σήμερα και επιπλέον παρά τις συνεχείς οχλήσεις μου αρνείσθε να τις κατασκευάσετε. Επίσης, γνωρίζετε ότι με την παραλαβή του κτίσματος αμέσως σας εγνώρισα δεκάδες κακοτεχνίες και ελλείψεις, τις οποίες αρνούμενος να αποκαταστήσετε, τις αποκατέστησα με δικές μου δαπάνες, τις οποίες αρνείσθε να μου καταβάλετε" και για το λόγο αυτό του ζήτησε να του επιστρέψει άμεσα τις ανωτέρω τρεις επιταγές. Επίσης, με την ίδια εξώδικη δήλωση-πρόσκληση ο Ι. Ε. ζήτησε από την προαναφερόμενη πληρώτρια Τράπεζα "να μην πληρώσει τις παραπάνω επιταγές, έστω και αν υπήρχαν διαθέσιμα, στο λογαριασμό του, κεφάλαια, λόγω ανακλήσεως και εν πάση περιπτώσει διότι οι εν λόγω επιταγές αποτελούν προϊόν αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης" και δ) την ένορκη κατάθεση του Ι. Ε. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά: "Έπειτα χορηγήθηκαν πέντε επιταγές των 30.000 ευρώ, οι δύο πρώτες εξ αυτών πληρώθηκαν, οι υπόλοιπες τρεις ανακλήθηκαν. Αναγκάστηκα να τις ανακαλέσω γιατί ενώ ο κύριος ... είχε πει ότι θα προχωρούσε σε κάποιες εργασίες, οι εργασίες αυτές δεν προχωρούσαν και παράλληλα διαπιστώθηκαν και πάρα πολύ σοβαρές κακοτεχνίες στο ακίνητο, υγρασίες, η κεντρική πόρτα, το ξύλο, κάποια κουφώματα άρχισαν να δημιουργούν προβλήματα και επειδή δεν βρισκόταν λύση είπα του πατέρα μου και τσακώθηκα μαζί του, ότι αυτές τις τρεις επιταγές εγώ δεν θα τις πληρώσω, θα τις ανακαλέσω γιατί είναι 90.000 ευρώ. Μόλις ο κύριος ... προχωρήσει και ολοκληρώσει αυτά που πρέπει και έχει υποσχεθεί, τότε θα πληρωθούν και αυτά τα χρήματα". Περαιτέρω, το έτος 2006 η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανέθεσε στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα να προβεί σε περαιτέρω εργασίες στην ανωτέρω επίδικη υπ' αριθμ. ".." οριζόντια ιδιοκτησία και συγκεκριμένα, στην κατασκευή ενός επιπλέον ξενώνα και ενός μπάρμπεκιου, στην περιτοίχιση του όλου οικοπέδου με πέτρινο μαντρότοιχο κλπ, για την εκτέλεση των οποίων συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών θα λάβει ως εργολαβική αμοιβή το ποσό των 160.000 ευρώ. Για την εξόφληση του ποσού αυτού, η εταιρία του αδελφού της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης E. S..A.. εξέδωσε τις παρακάτων τριάντα συναλλαγματικές και συγκεκριμένα: α) πέντε συναλλαγματικές, ποσού εκάστης 8.000 ευρώ, λήξεως στις 28-7-2006, στις 28-8-2006, στις 28-9-2006, στις 28-10-2006 και στις 28-11-2006 η κάθε μια εξ αυτών, β) πέντε συναλλαγματικές, ποσού εκάστης 12.000 ευρώ, λήξεως 28-1-2007, στις 28-2-2007, στις 28-3-2007, στις 28-5-2007 και στις 28-6-2007 η κάθε μία εξ αυτών, γ) δέκα συναλλαγματικές, ποσού εκάστης 10.000 ευρώ, λήξεως στις 28-7-2007, στις 28-9-2007, στις 28-10-2007, στις 28-11-2007, στις 28-11-2008, στις 28-2-2008, στις 28-3-2008, στις 28-4-2008, στις 28-5-2008 και στις 28-6-2008 η κάθε μια εξ αυτών και δ) δέκα συναλλαγματικές, ποσού εκάστης 10.000 ευρώ, λήξεως στις 10-1-2009, στις 10-2-2009, στις 10-3-2009, στις 10-5-2009, στις 10-6-2009, στις 10-7-2009, στις 10-9-2009, στις 10-10-2009, στις 10-11-2009 και στις 10-1-2010 η κάθε μια εξ αυτών. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών αποδέχθηκε τις ανωτέρω συναλλαγματικές και τις κατέθεσε στην Εμπορική Τράπεζα για την είσπραξή τους (βλ. τα αντίγραφα των συναλλαγματικών που επισυνάπτονται με το έντυπο της εξουσιοδότησης προς την εν λόγω Τράπεζα για την είσπραξή τους). Από τις προαναφερόμενες υπό στοιχ. α και β δέκα συναλλαγματικές εξοφλήθηκαν οι οκτώ και συγκεκριμένα δεν εξοφλήθηκαν οι συναλλαγματικές λήξεως 28-8-2006 και 28-3-2007, ποσών αντιστοίχως 8.000 και 12.000 ευρώ. Δηλαδή, από τις συναλλαγματικές αυτές ο ενάγων και ήδη εκκαλών εισέπραξε το ποσό των 80.000 ευρώ. Από τις προαναφερόμενες υπό στοιχ. γ δέκα συναλλαγματικές εξοφλήθηκαν οι έξι και συγκεκριμένα, οι συναλλαγματικές λήξεως 28-7-2007, 28-9-2007, 28-10-2007, 28-2-2008, 28-5-2008 και 28-6-2008, ποσού 10.000 ευρώ εκάστης. Δηλαδή, από τις συναλλαγματικές αυτές ο ενάγων και ήδη εκκαλών εισέπραξε το ποσό των 60.000 ευρώ. Από τις προαναφερόμενες υπό στοιχ. δ συναλλαγματικές εξοφλήθηκαν οι δύο και συγκεκριμένα, οι συναλλαγματικές λήξεως 10-5-2009 και 10-6-2009, ποσού 10.000 ευρώ εκάστης. Δηλαδή, από τις συναλλαγματικές αυτές ο ενάγων και ήδη εκκαλών εισέπραξε το ποσό των 20.000 ευρώ. Συνεπώς, από όλες τις παραπάνω συναλλαγματικές ο ενάγων και ήδη εκκαλών εισέπραξε συνολικά το ποσό των 160.000 ευρώ (80.000 + 60.000 + 20.000), το οποίο, όπως προεκτέθηκε, αντιστοιχούσε στη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή του για την εκτέλεση των προαναφερομένων πρόσθετων εργασιών επί της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε την προμνησθείσα από 30-9-2014 (υπ' αριθμ. κατάθ. 1069/2014) αγωγή του, δεχόμενη, καταρχήν, την ένσταση εξοφλήσεως του τιμήματος που συμφωνήθηκε για τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη. Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος... Εν προκειμένω, όπως ήδη εκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη έχει καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα το τίμημα για τη μεταβίβαση σε αυτήν της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας και συνεπώς, έχει επέλθει η απόσβεση της σχετικής υποχρέωσής της έναντι του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης του άρθρ. 416 ΑΚ. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη παρέδωσε τις προαναφερόμενες επιταγές στον ενάγονται και ήδη εκκαλούντα, τις οποίες ο τελευταίος εισέπραξε (βλ. και παραπάνω). Το δε δικαίωμα της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης να παραδώσει στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα τις εν λόγω επιταγές ήταν σύμφωνο με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, ενόψει των ειδικών περιστάσεων που συντρέχουν στην κρινόμενη περίπτωση, οι οποίες συνίστανται στο γεγονός ότι, μετά τις κατασκευαστικές εργασίες που έγιναν στην επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία, είχε ανέλθει σε μεγάλο ύψος το τίμημα για τη μεταβίβασή της στον εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη. Εξάλλου, η παράδοση των προαναφερομένων επιταγών στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη έγινε, καταρχήν, χάριν καταβολής, δηλαδή προς το σκοπό της μελλοντικής εκπλήρωσης της οφειλής της τελευταίας (βλ. και άρθρ. 421 ΑΚ). Δηλαδή, με μόνη την παράδοση των επιταγών στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα δεν θεωρήθηκε ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εκπλήρωσε την υποχρέωσή της προς τον τελευταίο για την καταβολή του τιμήματος της μεταβίβασης της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι η επιταγή αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής και συνεπώς, η παράδοσή της δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρ. 416 ΑΚ. Όμως, η απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης για την καταβολή του τιμήματος της μεταβίβασης της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας επήλθε με την είσπραξη των προαναφερομένων επιταγών, στην οποία, όπως αποδείχθηκε, προέβη ο ενάγων και ήδη εκκαλών. Η δε εκ μέρους του τελευταίου είσπραξη των επιταγών αποτελεί πραγματική πληρωμή (καταβολή) του τιμήματος της μεταβίβασης της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας και συνεπώς, έχει επιφέρει απόσβεση της σχετικής υποχρέωσης της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρ. 416 ΑΚ (για όλα αυτά βλ. και όσα εκτέθηκαν στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη της παρούσας). Η δικανική πεποίθηση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου για τα παραπάνω ενισχύεται, καταρχήν, από το γεγονός ότι το έτος 2006 ο ενάγων και ήδη εκκαλών δέχθηκε και ανέλαβε να εκτελέσει πρόσθετες εργασίες στην επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία (βλ. παραπάνω). Σε περίπτωση που μέχρι το έτος 2006 η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη δεν είχε καταβάλει το τίμημα για τη μεταβίβαση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας - είτε ολόκληρο, είτε σημαντικό μέρος του - και οι προαναφερόμενες επιταγές δεν είχαν εισπραχθεί από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, τότε το πιθανότερο θα ήταν ο τελευταίος, ενόψει και της επαγγελματικής εμπειρίας του στον τομέα των ανεγέρσεων οικοδομών, να είχε αρνηθεί να αναλάβει την εκτέλεση περαιτέρω εργασιών στην επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία. Περαιτέρω, η δικανική πεποίθηση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου για τα παραπάνω ενισχύεται περισσότερο και από το γεγονός ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών υπέγραψε ως εγγυητής υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Ε. Μ. Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο "J.-D. T. H. L.T.D.", που ανήκει στον αδελφό της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Ι. Ε., σε σύμβαση δανείου, ποσού 500.000 ευρώ, καταρτισθείσα στις 28-6-2006, μεταξύ της εν λόγω εταιρίας και της εταιρίας με την επωνυμία "Ν.. Ι.. Θ. Α.Ε.". Μάλιστα, για την εξασφάλιση αυτής της απαιτήσεως ο ενάγων και ήδη εκκαλών συναίνεσε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης εις βάρος της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Αυτή η προσημείωση υποθήκης χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. 1147/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) και ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 132/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, εκδοθείσα κατά την ίδια διαδικασία. Σε περίπτωση που μέχρι το έτος 2006 η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη δεν είχε καταβάλει το τίμημα για τη μεταβίβαση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας - είτε ολόκληρο, είτε σημαντικό μέρος του - και οι προαναφερόμενες επιταγές δεν είχαν εισπραχθεί από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, τότε το πιθανότερο θα ήταν ότι ο τελευταίος θα είχε διακόψει κάθε σχέσεις και κάθε συναλλαγές τόσο με τον αδελφό της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, όσο και με το εν γένει οικογενειακό περιβάλλον της, το οποίο ενεργούσε για τα συμφέροντα αυτής (εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης). Πολύ δε περισσότερο δεν θα είχε δεχθεί να υπογράψει ως εγγυητής υπέρ του αδελφού της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης σε σύμβαση δανείου που συνήψε ο τελευταίος, ούτε θα είχε συναινέσει να επιβαρυνθεί η επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία με προσημείωση υποθήκης. Όσα δε ισχυρίζεται ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την προσθήκη-αντίκρουσή του, κατατεθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. σελ. 7), ότι υπέγραψε ως εγγυητής στην ανωτέρω σύμβαση δανείου, προκειμένου η εταιρία "Ι. Ε. Μ. Ε.Π.Ε." να λάβει εγγυητική επιστολή για να μπορέσει να συνεργασθεί με την εταιρία "Ν.. Ι.. Θ. Α.Ε.", να αυξήσει τα κέρδη της από τις εισαγωγές και συνεπώς να αποκτήσουν τόσο η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, όσο και το οικογενειακό περιβάλλον της, τη δυνατότητα να εξοφλήσουν το τίμημα για τη μεταβίβαση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν κρίνονται πειστικά από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Εξάλλου, ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως ότι οι προαναφερόμενες επιταγές της Τράπεζας ALPHA BANK εκδόθηκαν μεν εις διαταγήν του, αλλά στο οπισθόφυλλο εμφανίζεται μόνο η οπισθογράφησή του, χωρίς την όλη σειρά των οπισθογράφων και του τελικού κομιστή, ενώ και τα σώματά τους βρίσκονται στην κατοχή της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης μόνο με τη δική του οπισθογράφηση. Ότι συνεπώς, οι ανωτέρω επιταγές της ALPHA BANK ουδέποτε εισπράχθηκαν από αυτόν (ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα). Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όπως προεκτέθηκε, εοι επιταγές αυτές αναφέρονται στις προσκομιζόμενες από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη βεβαιώσεις της τράπεζας ALPHA BANK, χωρίς, όμως, για καμία από αυτές να γίνεται ρητή μνεία περί μη εισπράξεώς τους (π.χ. λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων). Όσον αφορά στις οπισθογραφήσεις του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος στις εν λόγω επιταγές, είναι λευκές, ήτοι δεν κατονομάζουν ειδικώς τον δικαιούχο και τέθηκαν εγκύρως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 16 παρ. 2 Ν. 5960/1933, που ορίζει ότι..., σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρ. 17 παρ. 2 Ν. 5960/1933, που ορίζει ότι.... Όμως εν προκειμένω, από τις λευκές οπισθογραφήσεις, που έθεσε επί των προαναφερομένων επιταγών ο ενάγων και ήδη εκκαλών, δεν μπορεί να αποδειχθεί η βασιμότητα του ισχυρισμού του τελευταίου ότι μετά τις οπισθογραφήσεις αυτός επέστρεψε τις εν λόγω επιταγές είτε στην εκδότρια εταιρία E.-T. S.A., που ανήκει στον αδελφό της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Ι. Ε., είτε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, αναλαμβάνοντας έναντι κάθε επόμενου κομιστή την ευθύνη προς πληρωμή που φέρει κάθε οπισθογράφος... Το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών, ενεργώντας με βάση την κοινή συναλλακτική λογική του μέσου επιχειρηματία, την οποία σίγουρα διέθετε λόγω της μεγάλης εμπειρίας του, δεν θα επέστρεφε με λευκή οπισθογράφηση τις ανωτέρω επιταγές είτε στην ως άνω εκδότρια εταιρία, είτε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, και μάλιστα τη στιγμή που είχαν ήδη ανακύψει μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος και του οικογενειακού περιβάλλοντος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης διαφωνίες σχετικά με το ύψος του τιμήματος για τη μεταβίβαση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Απεναντίας, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, σε περίπτωση που επέστρεφε τις ανωτέρω επιταγές, τότε, ως μέσος συνετός επιχειρηματίας, που σίγουρα είναι, θα μεριμνούσε είτε να θέσει οποιαδήποτε ρήτρα στις εν λόγω επιταγές, είτε να λάβει από την ως άνω εκδότρια εταιρία ή την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη κάποια βεβαίωση ή κάποιο έγγραφο αναφορικά με τη μη πληρωμή τους. Να σημειωθεί, επίσης, ότι το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άγεται στη δικανική πεποίθησή του για όλα τα παραπάνω χωρίς να είναι απαραίτητο να διατάξει την προσκόμιση των πρωτότυπων σωμάτων των προαναφερομένων επιταγών, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο ενάγων και ήδη εκκαλών με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως. Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίπτοντας το πρωτοδίκως υποβληθέν αίτημα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος περί προσκομίσεως των πρωτότυπων σωμάτων των εν λόγω επιταγών, προέβη στην ορθή εφαρμογή του νόμου και στην προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, και ενώ το οριστικό συμβόλαιο για τη μεταβίβαση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν είχε ακόμη καταρτισθεί, ο ενάγων και ήδη εκκαλών επέδωσε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη την από 18-7-2014 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία του, κοινοποιηθείσα στις 23-7-2014 (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γ. Π.. Π.), με την οποία ισχυρίστηκε ότι το συνολικό τίμημα για τη μεταβίβαση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας ανήλθε, μετά την εκτέλεση των πρόσθετων εργασιών επ' αυτής, στο ποσό των 600.000 ευρώ. Ότι παρόλα αυτά, αυτή (εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη) του έχει καταβάλει, έναντι του ως άνω αληθούς τιμήματος, μόνο το ποσό των 80.000 ευρώ, καθόσον το μεγαλύτερο μέρος των προαναφερομένων αξιογράφων παρέμεινε ανεξόφλητο. Για το λόγο αυτό ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την ίδια εξώδικη δήλωση-πρόσκληση κάλεσε την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη να προσέλθει σε συμβολαιογράφο, προκειμένου να καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο και να συντελεστεί η πώληση προς αυτήν της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφού του καταβάλει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος ανερχόμενο σε 520.000 ευρώ (600.000 μείον 80.000), διαφορετικά να του αποδώσει το εν λόγω ακίνητο. Η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη αρνήθηκε αφενός να καταβάλει το ως άνω ποσό των 520.000 ευρώ στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, αφετέρου να αποδώσει στον τελευταίο την επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία. Επιπλέον, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου την από 23-7-2007 (υπ' αριθμ. κατάθ. 140/2014) αίτησή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινός νομέας της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας και να υποχρεωθεί ο ενάγων και ήδη εκκαλών, καθώς και κάθε τρίτος που έλκει από αυτόν δικαίωμα, να παύσει στο μέλλον τη διατάραξη της νομής και της κατοχής της επί του εν λόγω ακινήτου. Η συζήτηση της αιτήσεως αυτής προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 31ης-7-2014, πλην όμως ματαιώθηκε. Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατόπιν κακής εκτίμησης των αποδείξεων απέρριψε την προμνησθείσα από 30-9-2014 (υπ' αριθμ. κατάθ. 1069/2014) αγωγή του, κάνοντας δεκτή την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός του... To παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι εν προκειμένω ο ενάγων και ήδη εκκαλών ασκεί καταχρηστικώς, ήτοι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματός του, την αξίωσή του προς απόδοση σε αυτόν της επίδικης οικίας από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη. Καταρχήν, ο ενάγων και ήδη εκκαλών έχει αδρανήσει για μακρό χρονικό διάστημα, ήτοι για περίπου δεκαπέντε έτη, να αξιώσει την απόδοση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, η τελευταία εγκαταστάθηκε στο επίδικο ακίνητο στις αρχές του έτους 2000, ενώ αυτός (ενάγων και ήδη εκκαλών) αμφισβήτησε για πρώτη φορά τη νομή και κατοχή της επί του εν λόγω ακινήτου το έτος 2014, και συγκεκριμένα, με την προαναφερόμενη από 18-7-2014 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία του, κοινοποιηθείσα στις 23-7-2014. Επιπλέον, η μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος έχει συνδυασθεί με πρόσθετα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δημιούργησαν ευλόγως στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη την πεποίθηση ότι αυτός (ενάγων και ήδη εκκαλών) δεν πρόκεται να ασκήσει το δικαίωμά του προς απόδοση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, ο ενάγων και ήδη εκκαλών καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των δεκαπέντε ετών, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε τη νομή και την κατοχή της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης επί της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, αλλά, όπως προεκτέθηκε, προέβαινε συνεχώς και σε νέες κατασκευαστικές εργασίες σε αυτήν. Επιπροσθέτως, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο ενάγων και ήδη εκκαλών διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το οικογενειακό περιβάλλον της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, το οποίο, μεταξύ άλλων, ενεργούσε και για το συμφέρον της. Συγκεκριμένα, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα είχε επαφές τόσο με τον πατέρα της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας Ν. Ε., μέχρι το θάνατό του τον Φεβρουάριο του έτους 2014, όσο και με τον αδελφό της ιδίας, με τον οποίο, μάλιστα, είχαν συνεργασθεί και σε συναλλαγές, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων και ήδη εκκαλών είχε υπογράψει υπέρ του ως εγγυητής σε σύμβαση δανείου που αυτός (αδελφός της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας) συνήψε με την εταιρία "Ν.. Ι.. Θ. Α.Ε.". Όλες οι παραπάνω περιστάσεις, σε συνδυασμό με την επί δεκαπέντε έτη αδράνεια του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, διαμόρφωσαν την πεποίθηση του εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ότι ο τελευταίος όχι μόνο δεν πρόκειται ποτέ να αμφισβητήσει τη νομή και κατοχή της επί της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας και να αξιώσει την απόδοσή της, αλλά, απεναντίας, θα συμπράξει χωρίς αντιρρήσεις στη σύναψη του οριστικού συμβολαίου πωλήσεως του εν λόγω ακινήτου. Αυτή δε η πεποίθηση της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης αποδεικνύεται ιδίως από το γεγονός ότι η τελευταία στις 31-12-2003 κατέβαλε ολόκληρο το φόρο μεταβίβασης της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, αναμένοντας τη σύναψη ενώπιον συμβολαιογράφου του οριστικού συμβολαίου περί μεταβίβασή της προς αυτήν (βλ. το προσκομιζόμενο από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη αντίγραφο του από 31-12-2003 παραστατικού της τράπεζας ALPHA BANK, από το οποίο προκύπτει η εκ μέρους της εξόφληση του φόρου μεταβίβασης της επίδικης οικίας, ύψους 7.212 ευρώ). Το γεγονός ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, που χορηγήθηκε δυνάμει της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1147/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση περιστατικό, το οποίο υποδηλώνει την εκ μέρους του αμφισβήτηση της νομής και κατοχής της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης επί του εν λόγω ακινήτου. Όπως προεκτέθηκε, η ανωτέρω εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπήρξε αποτέλεσμα σύμβασης δανείου, συναφθείσης μεταξύ της εταιρίας "Ν.. Ι.. Θ. Α.Ε." και του αδελφού της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Ι. Ε., στην οποία ο ενάγων και ήδη εκκαλών υπέγραψε ως εγγυητής υπέρ του τελευταίου. Κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το γεγονός ότι η ανωτέρω εγγραφή προσημείωση υποθήκης επί της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας χορηγήθηκε στο πλαίσιο των σχέσεων συνεργασίας, αλλά και των φιλικών σχέσεων μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος και του αδελφού της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την πεποίθηση της τελευταίας ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών δεν πρόκειται στο μέλλον να αμφισβητήσει την νομή και κατοχή της επί τον εν λόγω ακινήτου. Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε εν προκειμένω η συνδρομή συνθηκών και περιστάσεων, προερχομένων κυρίως από τη συμπεριφορά του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, με βάση τις οποίες, σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη αδράνεια του τελευταίου, η εκ μέρους του άσκηση του δικαιώματός του προς απόδοση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ευπό τις εν λόγω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ... Εκτός από τα παραπάνω το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και άλλες περιστάσεις, οι οποίες καθιστούν την εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος άσκηση του εν λόγω δικαιώματός του καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα διαγραφόμενα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνοοικονομικός σκοπός αυτού (δικαιώματος). Όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη έχει καταβάλει στον ενάγοντα τόσο το τίμημα για τη μεταβίβαση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας - ή έστω, ένα πολύ σημαντικό μέρος του, που υπολείπεται ελάχιστα από το πραγματικό τίμημα - όσο και την εργολαβική αμοιβή για τις πρόσθετες εργασίες που εκτελέστηκαν επί του εν λόγω ακινήτου. Επιπροσθέτως, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη έχει καταβάλει το φόρο μεταβίβασης της επίδικης οριζόντια ιδιοκτησίας (βλ. παραπάνω) και έχει υποβληθεί σε δαπάνες για την τοποθέτηση κουζίνας και μπάνιων σε αυτήν (βλ. το προσκομιζόμενο από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη από 7-4-2003 τιμολόγιο της εταιρίας "Ν.. Γ.-Π.. Α. Α.Ε.Β.Ε." ύψους 4.203,03 ευρώ). Σε κάθε δε περίπτωση η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη είναι εγκατεστημένη περίπου επί δεκαπέντε έτη στην επίδικη οικία, κατέχοντάς την με διάνοια κυρίου, και έχει προγραμματίσει τη ζωή της ίδιας και της οικογένειάς της με βάση την εν λόγω οικία. Κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όλα τα παραπάνω περιστατικά έχουν δημιουργήσει πραγματική κατάσταση, η οποία καθιστά μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου την εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος άσκηση του δικαιώματός του προς απόδοση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, η εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος αξίωσή του να του αποδώσει η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη την επίδικη οικία βρίσκεται σε προφανή αντίθεση τόσο με την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα, εντιμότητα και αξιοπιστία ανάμεσα στα συναλλασσόμενα μέρη, όσο και με τις αντιλήψεις περί ηθικής του χρηστού και εμφρόνως σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δηλαδή την απαιτούμενη στην κοινωνία ηθική συμπεριφορά, η οποία κρίνεται με βάση την ένδικη έννομη σχέση, καθόσον η ενδεχόμενη ικανοποίηση της εν λόγω αξίωσης θα προκαλέσει την έκδηλη εντύπωση της έντονης αδικίας εις βάρος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης σε σχέση με το όφελος του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος. Δηλαδή, η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος προς απόδοση της επίδικης οικίας θα προκαλέσει αρκούντως επαχθείς συνέπειες στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη και θα επιφέρει ιδιαίτερα έντονη ανατροπή της κατάστασης που παγιώθηκε επί μία δεκαπενταετία μεταξύ των διαδίκων και γι' αυτό, προς διατήρηση της κατάστασης αυτής και προς διασφάλιση της κοινωνικής και οικονομικής ειρήνης, είναι προτιμότερη η θυσία του εν λόγω δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος... Περαιτέρω, όμως, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι εν προκειμένω το δικαίωμα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του επί της επίδικης οικίας δεν ασκείται καταχρηστικώς, ήτοι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλή πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Όπως προεκτέθηκε, μέχρι την παρούσα συζήτηση δεν έχει καταρτισθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο περί μεταβίβασης της κυριότητας της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη και συνεπώς, σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 1033 ΑΚ, η εν λόγω μεταβίβαση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, παρά το γεγονός ότι αυτή (εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη) έχει καταβάλει το σχετικό τίμημα, ή έστω, ένα πολύ μεγάλο μέρος από αυτό. Επομένως, ενόψει της μη καταρτίσεως ενώπιον συμβολαιογράφου του οριστικού συμβολαίου περί μεταβιβάσεως της κυριότητας της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, η εν λόγω κυριότητα εξακολουθεί μέχρι την παρούσα συζήτηση να παραμένει στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα. Κατ' επέκταση, ο τελευταίος ασκεί το δικαίωμά του περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του επί της επίδικης οικίας νομίμως και όχι καταχρηστικώς. Κατόπιν τούτου, η εκκαλουμένη απόφαση, κάνοντας δεκτή την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος ως προς την αξίωσή του για απόδοση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων. Όμως, η εκκαλουμένη απόφαση, κάνοντας δεκτή την ίδια ένσταση και ως προς την αξίωση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του επί της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος της πρώτης αναίρεσης Ν. Κ. και αφού εξαφάνισε, για την ενότητα της εκτέλεσης, στο σύνολό της την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της εναγομένης-αναιρεσείουσας Κ. Ε. και στη συνέχεια δέχθηκε ότι ο ενάγων-αναιρεσείων Ν. Κ. ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα απόδοσης του ακινήτου, όχι όμως και το δικαίωμα αναγνώρισης της κυριότητάς του επ' αυτού, με αποτέλεσμα, όπως ήδη αναφέρθηκε, να δεχθεί εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την κυριότητα του ενάγοντος Ν. Κ. στο επίδικο ακίνητο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και κατέστησε έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος Ν. Κ., ως προς το ειδικότερο αίτημα της αγωγής του για την απόδοση του επιδίκου ακινήτου, με αποτέλεσμα να παραβιάσει εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αρχικά δέχεται ότι με το από 18-5-2003 χειρόγραφο έγγραφο, που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη Κ. Ε. και που συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως δεν αμφισβητήθηκε από τον τελευταίο, "οι διάδικοι υπολόγισαν ότι το κόστος της οικίας θα ανέλθει στο ποσό των 85.000.000 δραχμών, ενώ το κόστος του περιβάλλοντος χώρου θα ανέλθει στο ποσό των 70.000.000 δραχμών, δηλαδή το συνολικό κόστος θα ανέλθει στο ποσό των 155.000.000 δραχμών, που ισοδυναμεί με 455.000 ευρώ", στη συνέχεια δέχεται ότι "Επομένως, αποδείχθηκε ότι από την κατάρτιση του ανωτέρω από 18-5-2003 χειρόγραφου εγγράφου μέχρι το έτος 2006 η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη έχει καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, είτε σε μετρητά, είτε μέσω επιταγών... το συνολικό ποσό των 392.345 ευρώ", για το οποίο στη συνέχεια δέχεται ότι "... είναι σύμφωνο με την πραγματική αξία του εν λόγω ακινήτου". Δέχεται, επίσης, στη συνέχεια ότι "Ακόμη, όμως, κι αν υποτεθεί ότι το προαναφερόμενο συνολικό ποσό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία της επίδικης οικίας, τότε, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αποκλίνει ελάχιστα από αυτήν (πραγματική αξία) και σε βαθμό που δικαιολογείται από την καλή πίστη". Δέχεται, επίσης, στη συνέχεια ότι "Εν προκειμένω, όπως ήδη εκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη έχει καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα το τίμημα για τη μεταβίβαση σε αυτήν της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας και συνεπώς, έχει επέλθει η απόσβεση της σχετικής υποχρέωσής της έναντι του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης του άρθρ. 416 ΑΚ", ενώ, τέλος, κατά την παράθεση των περιστατικών καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, δέχεται ότι "Όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη έχει καταβάλει στον ενάγοντα τόσο το τίμημα για τη μεταβίβαση της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας - ή έστω, ένα πολύ σημαντικό μέρος του, που υπολείπεται ελάχιστα από το πραγματικό τίμημα - όσο και την εργολαβική αμοιβή για τις πρόσθετες εργασίες που εκτελέστηκαν επί του εν λόγω ακινήτου". Από τις ανωτέρω αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ασάφεια σχετικά με το ποσό που δέχθηκε το Εφετείο ως τίμημα της πώλησης του επιδίκου ακινήτου, δεδομένου ότι ενώ αρχικά δέχθηκε ως συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης το ποσό των 455.000 ευρώ, στη συνέχεια δέχθηκε ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα το ποσό των 392.345 ευρώ, που, όπως δέχεται, είναι σύμφωνο με την πραγματική αξία του επιδίκου ακινήτου, όχι όμως και με το τίμημα που δέχθηκε προηγουμένως ότι συμφωνήθηκε, ενώ δέχθηκε στη συνέχεια ότι με την καταβολή αυτή η εναγομένη-αναιρεσίβλητη εξόφλησε το τίμημα της πώλησης του ακινήτου. Η ασάφεια δε αυτή στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το τίμημα της πώλησης του ακινήτου, επιτείνεται έτι περαιτέρω, καθώς το Εφετείο δέχθηκε στη συνέχεια για την κατάφαση της καταχρηστικότητας στην άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη του έχει καταβάλει το τίμημα για την πώληση του επιδίκου ακινήτου ή έστω ένα πολύ σημαντικό μέρος του, που υπολείπεται ελάχιστα, όπως δέχεται, από το πραγματικό τίμημα, χωρίς μάλιστα να παραθέτει κατά ποιο ποσό υπολείπεται, αντιφάσκοντας έτσι με την αμέσως προηγούμενη παραδοχή του για την καταβολή και εξόφληση του τιμήματος. Από τις αντιφατικές αυτές αιτιολογίες αποδυναμώνεται η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος αναφορικά με το ειδικότερο αίτημα της αγωγής του για την απόδοση του επιδίκου ακινήτου. Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του και ειδικότερα ως προς το δεύτερο μέρος του τρίτου σκέλους, καθώς και ο δεύτερος λόγος της από 28-7-2021 αίτησης αναίρεσης του Ν. Κ., που εκτιμώνται ενιαία ως αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα, παρέλκει πλέον η έρευνα των υπολοίπων λόγων της από 28-7-2021 αίτησης αναίρεσης, καθώς καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων, που γίνονται δεκτοί. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ12/2019, Ολ ΑΠ 4/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της διεκδικητικής ακινήτου αγωγής είναι: α) Η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου, με ακριβή περιγραφή του τελευταίου, β) η νομή ή κατοχή του ακινήτου από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και γ) το αίτημα απόδοσης του διεκδικούμενου ακινήτου στον ενάγοντα, στο οποίο εμπεριέχεται κατά νομική αναγκαιότητα και το αίτημα περί αναγνώρισης της κυριότητάς του στο εν λόγω ακίνητο, αφού το τελευταίο, αναγνωριστικό, αίτημα δεν είναι αυτοτελές, αλλά αποτελεί προϋπόθεση του πρώτου καταψηφιστικού αιτήματος (ΑΠ 1013/2009). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης διεκδικητικής αγωγής από τον κύριο του πράγματος κατά του νομέα ή κατόχου αυτού, η προβολή από τον τελευταίο κατά της αγωγής αυτής της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ κατευθύνεται κατά τρόπο ενιαίο, όχι μόνο στο κύριο αίτημα της αγωγής για την απόδοση του πράγματος, αλλά αναγκαστικά και στο μη αυτοτελές κατά τα ανωτέρω αίτημα της αναγνώρισης της κυριότητας του ενάγοντος στο πράγμα και μάλιστα, ανεξάρτητα αν αυτό περιέχεται ή όχι στο αιτητικό της αγωγής. Από αυτά παρέπεται ότι δεν νοείται η ανωτέρω ένσταση να γίνεται δεκτή ως προς το κύριο αίτημα της αγωγής για την απόδοση του πράγματος και να απορρίπτεται ως προς το μη αυτοτελές αίτημα της αναγνώρισης της κυριότητας του ενάγοντος, δεδομένου ότι, εφόσον γίνει δεκτή η εν λόγω ένσταση, θα απορριφθεί η αγωγή τόσο κατά το κύριο αίτημά της για την απόδοση του πράγματος, όσο, και αναγκαία, και κατά το μη αυτοτελές αίτημα για την αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος. Και τούτο διότι, η απόρριψη της διεκδικητικής αγωγής για τον ανωτέρω λόγο, δεν καταλύει μεν το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, αλλά απλώς παύουν να αναδύονται έννομες συνέπειες από αυτό, καθώς το δικαίωμα αυτό, λόγω της αποδοχής της πιο πάνω ένστασης, αδρανοποιείται. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και απέρριψε την αγωγή ως προς το αίτημά της για την απόδοση του επιδίκου ακινήτου, απέρριψε ωστόσο την ίδια ένσταση ως προς το αίτημα της αγωγής για την αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται στις πιο πάνω παραδοχές της απόφασής του, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνωρίζοντας την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο. Έτσι, όμως, κρίνοντας το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094 και 281 ΑΚ, καθώς, σύμφωνα με τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές σκέψεις, η αποδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ κατά της διεκδικητικής αγωγής ως προς το αίτημά της για την απόδοση του πράγματος και συνακόλουθα η απόρριψη της αγωγής κατά το εν λόγω αίτημα, συμπαρασύρει αναγκαστικά και την απόρριψη της αγωγής για τον ίδιο λόγο και ως προς το μη αυτοτελές αίτημα για την αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος στο διεκδικούμενο. Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι της από 29-10-2021 αντίθετης αίτησης αναίρεσης της Κ. Ε. από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενιαία εκτιμώμενοι, είναι βάσιμοι. Παρέλκει δε περαιτέρω η έρευνα του τρίτου λόγου της αίτησης αυτής, καθώς καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των δύο πρώτων λόγων, που γίνονται δεκτοί. Κατά συνέπεια, με βάση τα ανωτέρω, οι κρινόμενες από 28-7-2021 και 29-10-2021 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτές, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη 141/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (αρθρ. 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ), όπως όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 141/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στους καταθέσαντες αναιρεσείοντα και αναιρεσείουσα. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ