Αριθμός 1581/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Β. του Α., 2) Κ. Β. του Α., κατοίκων ………Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Σαφαρή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Μ. του Η., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μουζάκη, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1580/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5805/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία παραπέμφθηκε προς εκδίκαση η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η 13562/2018 (απόφαση) του τελευταίου και κατόπιν η 3164/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-9-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η από 28-09-2020 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της αριθμ. 3164/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 16-05-2019 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 13562/2018, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 26-03-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, άρθρο 74 παρ άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1012 του ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς τον δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης και κατά τη διάταξη του άρθρου 1013 του ίδιου Κώδικα, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται, πλην άλλων, τα εξής: α) Ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου, β) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, συγκεκριμένες συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού και γ) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει ως κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων. Η έκταση του προς χρήση διόδου δικαιώματος, που πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα αυτού. όπως και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά σύμφωνα με τις, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, τον προορισμό και τη θέση ή περιοχή τούτου με κριτήρια δηλαδή την ωφέλεια του περίκλειστου ακινήτου και την ανάλογη θυσία του γειτονικού ύστερα από στάθμιση των συμφερόντων των μερών (ΑΠ 1039/2022, ΑΠ 1843/2022, ΑΠ 442/2021), χωρίς το δικαστήριο να έχει υποχρέωση να δεχθεί το αίτημα του δικαιούχου ενάγοντος αναφορικά με τη χάραξη ή την τυχόν διαπλάτυνση της διόδου αν το βάρος του ακινήτου είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο από το όφελος που θα περιέλθει στο περίκλειστο ακίνητο (ΑΠ 411/2013, ΑΠ 757/2011), κατά την αρχή της αναλογικότητας. Η υποχρέωση για την παροχή διόδου αποτελεί περιορισμό της κυριότητας εκ του νόμου, με την έννοια ότι περιορίζει την έκταση των εξουσιών του κυρίου επί του τμήματος του ακινήτου του που οριοθετείται ως δίοδος του άλλου ακινήτου και αντισταθμίζεται με την καταβολή ανάλογης αποζημίωσης που καταβάλλεται πριν τη χρήση της διόδου. Η οφειλόμενη αυτή αποζημίωση δεν ταυτίζεται με την αξία του καταλαμβανόμενου από τη δίοδο μέρους του ακινήτου ή των βλαπτόμενων υπολοίπων μερών του, αλλά με τη μείωση της αξίας αυτής εξαιτίας του βάρους της διόδου και των περιορισμών του ακινήτου από αυτήν, και περιλαμβάνει, ειδικότερα, τη μείωση, καθ' εαυτήν, της αξίας του γειτονικού ακινήτου που προέρχεται από τη σύσταση της δουλείας, τη μείωση της προσόδου του, καθώς και κάθε άλλη ζημία που προέρχεται από την παροχή της διόδου, όπως η βλάβη ή εκρίζωση δένδρων, η καταστροφή τεχνικών έργων κ.τ.λ. (ΑΠ 1039/2022, ΑΠ 121/2018). Η αποζημίωση είναι χρηματική, οφείλεται πάντοτε και καταβάλλεται εφάπαξ, μόνο δε μετά την καταβολή της αποζημίωσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί η δίοδος (ΑΠ 946/2022, ΑΠ 121/2018, ΑΠ 1792/2009). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να είναι ορισμένη η αγωγή από το άρθρο 1012 ΑΚ, είναι α) οι προϋποθέσεις του, κατά το άρθρο αυτό, δικαιώματος, δηλαδή η κυριότητα του ενάγοντος στο περίκλειστο ακίνητο και η κυριότητα του εναγόμενου στο γειτονικό ακίνητο, από το οποίο ζητείται η δίοδος, β) περιγραφή των ακινήτων, γ) ο ακριβής προσδιορισμός κατά θέση, κατεύθυνση και διαστάσεις της αιτουμένης διόδου και δ) το αίτημα (ΑΠ 1785/2017, ΑΠ 1871/2013). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 369, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον αληθή κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Σε αγωγή, θεμελιωτική επί παράγωγου τρόπου κυριότητας του ενάγοντος, δεν απαιτείται, ως αναγκαίο στοιχείο αυτής, να αναφέρεται ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επίδικου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος. Μόνο, αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του, της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει, είτε με την αγωγή καθ` υποφορά, είτε συμπληρώνοντας, παραδεκτά, κατ' άρθρ. 224 ΚΠολΔ., με την προσθήκη στις ίδιες προτάσεις του της πρώτης συζήτησης, και τον τρόπο κτήσης από το πρόσωπο αυτό της κυριότητας επί του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία). Η παράλειψη του ενάγοντος να καθορίσει είτε καθ' υποφοράν με την αγωγή, είτε κατά τα ως άνω, τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του καθιστά την αγωγή αόριστη (ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 1417/2014). H αοριστία αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1α ΚΠολΔ, αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέροντα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της αγωγής οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 1292/2011). Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας και, σε περίπτωση απόρριψής της, να επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης του εκκαλούντος - εναγόμενου ή με τις προτάσεις του εφεσίβλητου - εναγομένου, δεδομένου ότι η ένσταση αοριστίας δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1674/2022, ΑΠ 1566/2022, ΑΠ 740/2020). [2] Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1033, 1192, 1041, 1045 ΑΚ αρκέστηκε σε λιγότερα πραγματικά περιστατικά από αυτά που απαιτούνται από το νόμο, και δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, επικαλούμενοι ότι στην αγωγή δεν διαλαμβάνεται ο τρόπος κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου, αν και αμφισβήτησαν, με τις προτάσεις τους, στην πρώτη συζήτηση, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, και των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, μέρος προκύπτουν τα εξής : Ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, με την κρινόμενη αγωγή, αφού εξέθετε ότι είναι κύριος, του περιγραφόμενου, λεπτομερώς, περίκλειστου ακίνητου, με παράγωγο τρόπο, και δη με το 717/16-03-20….. συμβόλαιο της συμβ/φου Ε. Σ. Ν. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον αληθή κύριο αυτού Χ. Η. του Ι., στον οποίο είχε περιέλθει με το με αριθμ. 553…../19….. διανεμητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Ε. Α. Κ., σε συνδυασμό με τη με αριθμ. 5447/1996 πράξη αποδοχής κληρονομίας της ιδίας ως άνω συμβ/φου και το με αριθμ. 544…./19….. συμβόλαιο γονικής παροχής της ιδίας ως άνω συμβ/φου, που όλα μεταγράφηκαν νόμιμα, ζήτησε, ενσωματώνοντας στο αγωγικό δικόγραφο και σχετικό σκαρίφημα, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, (συγ)κύριοι του ενδιάμεσου προς τη δημοτική οδό ακινήτου, να παράσχουν την περιγραφόμενη αναγκαία δίοδο, με σύσταση πραγματικής δουλείας, και, συγκεκριμένα, εδαφική λωρίδα, εμβαδού, 141,00 τ.μ., που καταλαμβάνει τμήμα του νότιου άκρου του ακινήτου των αναιρεσειόντων, πλάτους 3 μ. με καταβολή της ανάλογης αποζημίωσης, ποσού 8.460,00 ευρώ. Οι εναγόμενοι, με τις προτάσεις, στην πρώτη συζήτηση, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μεταξύ άλλων, αφού εξέθεσαν ότι ο αναιρεσίβλητης - εναγόμενος είναι κύριος του ανωτέρω ακινήτου, διέλαβαν ότι η αγωγή πάσχει από αοριστία "γιατί δεν αναφέρεται στους απώτερους δικαιοπαρόχους του και στον παράγωγο τρόπο κτήσης του ακινήτου", ενώ στη συνέχεια του δικογράφου διαλαμβάνεται ότι δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου είναι ο Χ. Ι. του Η., ήτοι ο αναφερόμενος από τον αναιρεσίβλητο στο δικόγραφο της αγωγής. Η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη με τη με αριθμ. 13652/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε κατ' ουσίαν δεκτή. Οι αναιρεσείοντες, με το εφετήριο, μεταξύ άλλων, διέλαβαν, στον πρώτο λόγο, ότι "... θα έπρεπε να απορρίψει ως παντελώς αόριστη (την αγωγή). Συγκεκριμένα, οι αοριστίες και οι αντιφάσεις της υπό κρίση αγωγής είναι τόσες και τέτοιες, ώστε καθιστούν ... και κυρίως τον τρόπο κτήσης του ενδίκου γεωτεμαχίου με τον ορθό παράγωγο τρόπο κτήσης αυτού .... Ουδόλως λοιπόν, προκύπτει από την ένδικη αγωγή ο παράγωγος σε βάθος χρόνου τρόπος κτήσης του ενδίκου περίκλειστου ακινήτου και εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ...την παντελώς αόριστη αγωγή" και στον τρίτο λόγο έφεσης "...και πατέρα του δικαιοπαρόχου του εφεσίβλητου ήδη αναιρεσιβλήτου, του Χ. Η. του Ι....", που στην αγωγή φέρεται δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος. Όμως, τα προαναφερθέντα και επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες δεν συνιστούν αμφισβήτηση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, και, συνεπώς, ο αναιρεσίβλητος - ενάγων δεν είχε υποχρέωση είτε να αναφέρει καθ' υποφορά στην αγωγή του είτε να συμπληρώσει, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, με προσθήκη στις προτάσεις του, τον τρόπο που περιήλθε η κυριότητα του περίκλειστου ακινήτου στον δικαιοπάροχο αυτού ούτε να αναχθεί σε κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ενόψει ότι η ένσταση αοριστίας, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Περαιτέρω, λοιπές αιτιάσεις, με τον αυτό παραπάνω λόγο, κατά το οικείο μέρος αυτού, ότι οι αοριστίες και αντιφάσεις της υπό κρίση αγωγής είναι τόσες και τέτοιες, ώστε καθιστούν αδύνατο τον ακριβή προσδιορισμό των ορίων και της θέσης της αιτούμενης διόδου, την προσφορότητα αυτής της διόδου, τις οποίες (αοριστίες), προταθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επανέφερε, με σχετικό λόγο έφεσης, στο δευτερόβαθμιο δικαστήριο, είναι αβάσιμες, διότι κατά τα προεκτεθέντα, περιγράφεται με λεπτομέρεια η εδαφική λωρίδα της διόδου, ενώ στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή, της προσφορότερης διέλευσης, με κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων. ΙΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1014 ΑΚ, δεν υπάρχει υποχρέωση των γειτόνων να παράσχουν δίοδο, αν η συγκοινωνία του ακινήτου προς τον δημόσιο δρόμο έπαυσε με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του κυρίου του ακινήτου. Για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, που θεμελιώνει ένσταση κατά της αγωγικής αξίωσης του άρθρου 1012 ΑΚ, απαιτείται το ακίνητο να στερήθηκε την αναγκαία είσοδο προς δημοσία, δημοτική, κοινοτική ή αγροτική οδό με πράξη ή παράλειψη του κυρίου ή των προκατόχων του ή του πουβλικιανού νομέα. Η ενέργεια, εξαιτίας της οποίας προήλθε η στέρηση της διόδου, πρέπει να είναι αυτόβουλη, δηλαδή να απορρέει από την βούληση του δικαιούχου (ΑΠ 555/2012, ΑΠ 1279/2012). Τοιαύτη πράξη ή παράλειψη του δικαιούχου υπάρχει και όταν αυτός παραιτήθηκε από το υφιστάμενο δικαίωμα δουλείας διόδου κατά του τρίτου ή από ενοχικό δικαίωμα προς σύσταση τοιούτου δικαιώματος ή όταν αυτός είχε δικαίωμα δουλείας διόδου, την οποία, όμως, άφησε να αποσβεσθεί δι` αχρησίας. Αν η δουλεία διόδου δεν έχει συσταθεί, δεν έχει εφαρμογή η συγκεκριμένη διάταξη. Η ανωτέρω ένσταση αντιτάσσεται όχι μόνο κατά του ιδιοκτήτη που ενήργησε αυτοβούλως αλλά και κατά των καθολικών και ειδικών διαδόχων του. Περαιτέρω, με το άρθρο 1015 ΑΚ, ορίζεται ότι αν εξαιτίας της εκποίησης μέρους του ακινήτου αποκόπηκε η συγκοινωνία προς το δρόμο του μέρους που εκποιήθηκε ή του μέρους που απέμεινε, έχει υποχρέωση να παράσχει δίοδο ο κύριος του μέρους από όπου γινόταν έως τώρα η συγκοινωνία και με την εκποίηση μέρους εξομοιώνεται και η εκποίηση ενός από τα περισσότερα ακίνητα που ανήκουν στον ίδιο κύριο. Η διάταξη αυτή του άρθρου 1015 ΑΚ αναφέρεται στην περίπτωση που λόγω εκποίησης μέρους του ακινήτου, το μέρος που εκποιήθηκε ή απέμεινε έχασε την επικοινωνία με το δημόσιο δρόμο. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, αυτός που αποστερήθηκε τη δίοδο λόγω της εκποίησης δεν έχει την κατ` άρθρ. 1012 ΑΚ αξίωση κατ` άλλων γειτόνων, αλλά αξίωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1015 ΑΚ κατά του κυρίου του ακινήτου, μέσω του οποίου γινόταν μέχρι τώρα η επικοινωνία με το δημόσιο δρόμο (ΑΠ 568/2012, ΑΠ 30/2008, ΑΠ 90/2003). Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται μεν οι καθολικοί διάδοχοι των συμβληθέντων, όχι όμως και οι μετά την εκποίηση ειδικοί διάδοχοι των ανωτέρω προσώπων, οι οποίοι ως τρίτοι, μη μετασχόντες στην εκποιητική αυτή δικαιοπραξία, θεωρούνται ξένοι προς το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 1015 του ΑΚ και, επομένως, αυτοί δικαιούνται να αξιώσουν την παροχή διόδου μόνο κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 1012 του ΑΚ (ΑΠ 2041/2009). Ακόμη, από τις διατάξεις 1012 και 1013 ΑΚ προκύπτει ότι ο εναγόμενος σε σχετική αγωγή μπορεί να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η διέλευση της διόδου από άλλο γειτονικό ακίνητο, το οποίο πρέπει να προσδιορίζει, είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια σε σύγκριση με το δικό του και (ή) ότι ανταποκρίνεται καλλίτερα στην οικονομική χρησιμότητα του περίκλειστου. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, διότι προϋποθέτει αληθινά τα περιστατικά που αποτελούν τη βάση της αγωγής και περιλαμβάνει νέα γεγονότα, δηλαδή, την ύπαρξη άλλου γειτονικού ακινήτου από το οποίο προσήκει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες η διέλευση της διόδου (ΑΠ 946/2022, ΑΠ 442/2021). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020). [3] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της αίτησης αναίρεσης, ο Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού, εκτός σχεδίου πόλεως, εμβαδού 7.666,88 τ.μ., που βρίσκεται στη Θέση "Δύο Πεύκα" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ασπροπύργου - Αττικής και συνορεύει βόρεια σε πλευρά ΚΙ - Κ2. μήκους 2.07 μέτρων, με ιδιοκτησία ……………., σε πλευρά Κ2 - Κ3, μήκους 85,24 μέτρων, με ιδιοκτησία Ε. Κ., νότια σε πλευρά Κ6 - Κ5, μήκους 46,78 μέτρων, με ιδιοκτησία Α. Π. και σε πλευρά Κ5 - Κ4, μήκους 44.75 μέτρων, με ιδιοκτησία …………….. ανατολικά σε πλευρά Κ3 - Κ4, μήκους 85,63 μέτρων, με ιδιοκτησία…………….. και δυτικά σε πλευρά ΚΙ - Κ6, μήκους 86 μέτρων, εν μέρει με ιδιοκτησία …………. κι εν μέρει με ιδιοκτησία ……………... Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον ενάγοντα από αγορά από τον προηγούμενο κύριο, Χ. Η. του Ι., δυνάμει του 717/16.3.20…. συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ε. Σ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο 896 και με αύξοντα αριθμό 418. Στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος περιήλθε ο άνω αγρός δυνάμει του 5535/1966 [εννοείται 1996] διανεμητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ε. Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, στον τόμο 674 και με αύξοντα αριθμό 237 σε συνδυασμό με την 5447/1996 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, στον τόμο 672 και με αύξοντα αριθμό 198 και του 5448/19….. συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, στον τόμο 672 και με αύξοντα αριθμό 199. Οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός αγρού μετά του επ' αυτού ισόγειου κτίσματος, εκτός σχεδίου πόλεως, εμβαδού 6.718,50 τ.μ., δυνάμει του 3723/19.7.19…… συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Α. Η. Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών και βρίσκεται στη θέση "Δύο Πεύκα" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ασπροπύργου - Αττικής, συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό, επί προσώπου Ζ - Ε, μήκους 33 μέτρων, νότια με ιδιοκτησία Ε. Π., επί πλευράς A - Β, μήκους 47,50 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Σ. Η., επί πλευράς Γ - Δ, μήκους 1.90 μέτρων, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Σ. και Ε. Κ., επί πλευράς Ε - Δ, μήκους 101,15 μέτρων και εν μέρει, επί πλευράς Β - Γ, μήκους 53,85 μέτρων, με ιδιοκτησία Σ. Η. και δυτικά με αγροτική οδό, επί τεθλασμένου προσώπου Ζ - Η - Η - Α, συνολικού μήκους 159,60 μέτρων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ως άνω ακίνητο του ενάγοντος στερείται παντελώς διόδου προς οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, δηλαδή είναι περίκλειστο. Το ως άνω ακίνητο των εναγόμενων καθ' όλη τη δυτική πλευρά του και σε πρόσοψη 159,60 τ.μ. εφάπτεται με πρώην αγροτική οδό και ήδη οδό ………., που είναι ασφαλτοστρωμένη οδός πλάτους 6,50 μέτρων, ανάμεσα στους δύο κύριους οδικούς άξονες της περιοχής, δηλαδή την Αττική Οδό και τη Λεωφόρο ……... Έτσι ανάμεσα στην ιδιοκτησία του ενάγοντος και της ανωτέρω δημοτικής οδού παρεμβάλλεται η ιδιοκτησία των εναγόμενων. Κατά συνέπεια, πρέπει να παρασχεθεί η αιτούμενη δίοδος εκ μέρους των εναγόμενων, ήτοι δίοδος που θα διασχίζει όλο το νότιο τμήμα του ακινήτου των εναγόμενων και θα καταλαμβάνει τμήμα μήκους 47 μέτρων και πλάτους 3 μέτρων, ήτοι συνολικού εμβαδού 141 τ.μ.. Η προαναφερθείσα δίοδος του ακινήτου του ενάγοντος προς την ως άνω οδό ………. κατά μήκος του νότιου τμήματος του ακινήτου των εναγόμενων είναι η προσφορότερη, δεδομένου ότι διέρχεται από το νότιο άκρο της ιδιοκτησίας των τελευταίων και αποτελεί τον συντομότερο τρόπο πρόσβασης προς αυτή, ενώ δεν καθίσταται περισσότερο επαχθής για τους εναγόμενους απ' ότι για τους ιδιοκτήτες των λοιπών όμορων ακινήτων. Η ανάλογη αποζημίωση, την οποία θα πρέπει να καταβάλει ο ενάγων για τη δίοδο που αιτήθηκε από τους εναγόμενους, που υποχρεώνονται να την παράσχουν, η οποία δεν ταυτίζεται με την αξία του καταλαμβανόμενου από τη δίοδο μέρους του ακινήτου ή των βλαπτόμενων υπόλοιπων μερών του αλλά με τη μείωση της αξίας αυτής, εξαιτίας του βάρους της διόδου και των περιορισμών από την ύπαρξή της και τη χρήση της, διότι με την παροχή της διόδου δεν χάνεται για τον κύριο του ακινήτου, επί του οποίου υφίσταται η δίοδος, η κυριότητα επί του καταλαμβανόμενου από αυτή μέρους του ακινήτου, ούτε των επηρεαζόμενων στη χρήση τους λοιπών μερών αυτού, ανέρχεται σε 360 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. ... Συνεπώς, για τη μείωση της αξίας του ακινήτου τους από τη σύσταση της δουλείας οι εναγόμενοι δικαιούνται να αξιώσουν το ποσό των 360 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο και συνολικά το ποσό των (141 τ.μ. X 360€/τ.μ.=) 50.760 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην επίδικη δίοδο υφίσταται στεγανή δεξαμενή αποθήκευσης ύδατος, για τη μεταφορά της οποίας και κατασκευή νέας από οπλισμένο σκυρόδεμα ποιότητας C20/25 και χάλυβα οπλισμού B500c, χωρητικότητας 30 τ.μ. θα απαιτηθεί το ποσό των 9.100 ευρώ (..). Ακόμη, στην επίδικη δίοδο υφίσταται τοιχίο από τσιμεντόλιθους, για τη διάρρηξη του οποίου, προκειμένου να ελευθερωθεί η δίοδος και την κατασκευή νέου από οπλισμένο σκυρόδεμα μήκους 47 μέτρων, ύψους 1.50 μέτρων κα πλάτους 0.30 μέτρων, θα απαιτηθεί το ποσό των 2.588,98 ευρώ και όχι αυτό των 9.500 ευρώ, που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι (...). Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι για την παροχή της επίδικης διόδου θα δαπανηθούν από τους εναγόμενους τα ακόλουθα ποσά: α) 800 ευρώ για επανεγκατάσταση συναγερμού, β) 6.000 ευρώ για εκρίζωση πεύκου και γ) 3.000 ευρώ για αποψίλωση διόδου από λοιπά δέντρα, λιγούστρα και άνθη. Ομοίως, δεν αποδείχθηκε ότι θα διακοπεί η λειτουργία της εγκατεστημένης στο ακίνητο των εναγόμενων εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Β. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "……………. ΑΒΕΕ" για δύο (2) ημέρες, λόγω μεταφοράς του υποσταθμού της ΔΕΗ, που αφενός μεν βρίσκεται εκτός του ακινήτου των εναγόμενων, αφετέρου δε οι τελευταίοι δεν νομιμοποιούνται να ζητούν για τον εαυτό τους θετική ζημία 2.100 ευρώ και διαφυγόν κέρδος 16.000 ευρώ για το παραπάνω χρονικό διάστημα, ενώ για τα ποσά αυτά νομιμοποιείται μόνο το νομικό πρόσωπο της ως άνω εταιρείας. Έτσι το ύψος της καταβλητέας στους εναγόμενους αποζημίωσης για την προσγενόμενη σ' αυτούς ζημία από την παροχή της διόδου, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (50.760 + 9.100 + 2.588,98=) 62.448,98 ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αποστέρησης διόδου με τις διατάξεις του άρθρου 1015 ΑΚ, ως μη νόμιμη την ένσταση του άρθρου 1014 Α.Κ. της προσφορότερης διόδου από τους ……….., διότι καλύπτεται από δεδικασμένο της με αριθμ. 5731/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή παροχής διόδου από την ιδιοκτησία …………., και ως αόριστη η ένσταση ύπαρξης άλλης προσφορότερης διόδου από την ιδιοκτησία ………….., και ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία παρασχέθηκε στον αναιρεσίβλητο η παραπάνω δίοδος με καταβολή αποζημίωσης. [5] Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας, με παράγωγο τρόπο, στο ανωτέρω περίκλειστο ακίνητο από τον αναιρεσίβλητο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1192, 1033, 1192 ΑΚ, διότι, τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και, ειδικότερα, το με αριθμ. 717/16-03-20….. συμβόλαιο της συμβ/φου Ε. Σ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον Χ. Η. του Ι., αληθή κύριο αυτού, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Παράλληλα με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τον αναιρεσίβλητο της κυριότητας επί του επίδικου, με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο, λόγω αγοράς από αληθή κύριο. Επομένως, ο, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Λοιπές αιτιάσεις με τον αυτό, παραπάνω, από τον αρ. 19, λόγο αναίρεσης, και, ειδικότερα, ότι ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ότι ο ανωτέρω άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου απέκτησε το ακίνητο με το με αριθμ. 55……./19….. διανεμητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Ε. Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με τη με αριθμ. 54…../19….. πράξη αποδοχής της συμβ/φου Ε. Α. Κ., και με το με αριθμ. 54…../19….. συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη : 1) ότι τα υποκείμενα της διανομής, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος, απέκτησαν τη (συγ)κυριότητα του επικοίνου με πρωτότυπο τρόπο, με ρητή αναφορά στις επιμέρους διακατοχικές πράξεις νομής επί του επικοίνου και του χρόνου χρησιδεσποτείας του κάθε κοινωνού, ή ότι το απέκτησαν από πρόσωπο, στο οποίο είχε περιέλθει η κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο, και με ποιες προϋποθέσεις, ώστε δια της εξώδικης διανομής και της μεταγραφής του σχετικού τίτλου, ο αναιρεσίβλητος να αποκτήσει κυριότητα επί του διακεκριμένου μέρους του αρχικά ενιαίου ακινήτου, 2) ο κληρονομούμενος, ο χρόνος θανάτου του κληρονομούμενου, ο λόγος επαγωγής της κληρονομίας (διαθήκη ή εξ αδιαθέτου), (ότι) ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο θανάτου του, ήταν κύριος του διανεμηθέντος ακινήτου, (ότι) ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του κληρονομιαίου ακινήτου είτε με πρωτότυπο τρόπο είτε με παράγωγο αλλά από πρόσωπο που το απέκτησε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και 3) δεν αναφέρεται σε τι αφορά η με αριθμ. 54…./19…. συμβ/φική πράξη ως τίτλος ιδιοκτησίας, είναι απαράδεκτες, διότι αποτελούν νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον αναιρεσίβλητο από αληθή κύριο, του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η κυριότητα από τους αναιρεσείοντες, με σχετικό ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερθέν, με σχετικό λόγο έφεσης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και, συνεπώς, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. [6] Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα εξής : Οι αναιρεσείοντες, με τις κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προτάσεις τους, προέβαλαν, εκτός άλλων, ότι με την από 04-06-1939 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος, στις 27-06-1940, Ι. Η. του Σ. (του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο Σ. Η. του Σ., του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο Ι. Η. του Σ., του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο Χ. Η. του Ι., άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, και δη με την από 04-06-1939 δημόσια διαθήκη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, διέθεσε, με κατάτμηση τον αναφερόμενο αρχικά ενιαίο αγρό, επιφάνειας 35 στρεμμάτων, περίπου, ιδιοκτησίας του, στους : 1) Σ. Η., σε τμήμα πέντε (5) στρεμμάτων (βόρειο τμήμα), 2) Α. Η. σε τμήμα πέντε (5) στρεμμάτων, νοτίως του τμήματος του ………, 3) Σ. Η. σε τμήμα πέντε (5) στρεμμάτων, νοτίως του τμήματος του …………., 4) Χ. Η. σε τμήμα πέντε (5) στρεμμάτων, νοτίως του τμήματος του ……….. και στην 5) Φ. Χ. Π. (εγγονή) σε τμήμα δεκαπέντε (15) στρεμμάτων, χωρίς να προβλέψει επικοινωνία με τον δημόσιο δρόμο όλων των επιμέρους τμημάτων και, συγκεκριμένα, αυτού που περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου, και τελικώς, στην ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου. Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο επιχειρείται θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 1015 ΑΚ, και οι αναιρεσείοντες επανέφεραν, με σχετικό λόγο έφεσης, είναι μη νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα από τους εναγόμενους - αναιρεσείοντες δεν συνιστούν εκποίηση μέρους ακινήτου από τον Χ. Η. του Ι. προς τον αναιρεσίβλητο με απομένον σ' αυτόν μέρος του ακινήτου που έχει δίοδο προς δημόσιο δρόμο αλλά το περιελθόν στον απώτερο δικαιοπάροχο Χ. Η. του Ι. από τον κληρονομούμενο, Ι. Η. του Σ., και τους (συγ)κυρίους αυτού, και προέρχεται από προγενέστερη διάθεση, με διαθήκη, από τον απώτατο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου, Ι. Η. του Σ. ενώ ο αναιρεσίβλητος είναι ειδικός διάδοχος του Χ. Η. του Ι., έναντι του οποίου δεν προβάλλεται η ένσταση του άρθρου 1015 Α.Κ.. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η παραπάνω ένσταση είναι μη νόμιμη, αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, ειδικότερα, ότι η διάταξη του 1015 ΑΚ "αναφέρεται στην περίπτωση που λόγω εκποίησης μέρους του ακινήτου, το μέρος που εκποιήθηκε ή απέμενε απώλεσε την επικοινωνία με δημόσιο δρόμο, ενώ στην προκείμενη περίπτωση ούτε οι εναγόμενοι επικαλούνται προηγούμενη επικοινωνία του περίκλειστου ακινήτου με δημόσιο δρόμο, ούτε και υπήρχε τέτοια επικοινωνία", ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα με την ένσταση - σχετικό λόγο έφεσης δεν νομιμοποιούν, κατά τα προεκτεθέντα, την άσκηση της παραπάνω ένστασης κατά του ειδικού διαδόχου αναιρεσιβλήτου. Επομένως, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος. [7]. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021). Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 11/2023, ΑΠ 41/2021), ούτε αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη, για τη θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 1015 ΑΚ, το επικληθέν απ' αυτούς πραγματικό γεγονός ότι το αρχικό ενιαίο ακίνητο των 35 στρεμμάτων, διατεθέν από τον αρχικό κύριο Ι. Η. του Σ., είχε δίοδο προς τον δημόσιο δρόμο και ότι αγροτεμάχια που προέκυψαν από τη διάθεση, ως κληρονομιαίων, διατήρησαν την επικοινωνία ενώ άλλα, όπως του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, την απώλεσαν, είναι απαράδεκτος, διότι τα εκτιθέμενα δεν συνιστούν επίκληση διάθεσης μέρους και απομένον μέρος ενός ενιαίου ακινήτου από τον Χ. Η. του Ι. αλλά, κυρίως, η, κατά το άρθρο 1015 ΑΚ, διάθεση μέρους του αρχικά ενιαίου ακινήτου με απομένον μέρος, φερόμενου ως κτηθέντος από τον δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου δεν αντιτάσσεται έναντι του αναιρεσιβλήτου - ειδικού διαδόχου του Χ. Η. του Ι. [8] Ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση του άρθρου 1015 ΑΚ, με την επάλληλη αιτιολογία ότι είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε επικοινωνία και, ειδικότερα, "... η διάταξη αυτή αναφέρεται στην περίπτωση που λόγω εκποίησης μέρους του ακινήτου, το μέρος που εκποιήθηκε ή απέμενε απώλεσε την επικοινωνία με δημόσιο δρόμο, ενώ στην προκείμενη περίπτωση ούτε οι εναγόμενοι επικαλούνται προηγούμενη επικοινωνία του περίκλειστου ακινήτου με δημόσιο δρόμο, ούτε και υπήρχε τέτοια επικοινωνία", ενώ στο πλαίσιο αντίκρουσης της ένστασης του άρθρου 1014 ΑΚ έκρινε ότι επειδή το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου, το οποίο προέκυψε από τη διανομή του, από τον απώτατο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου, με διαθήκη, ήταν περίκλειστο, ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτού, Χ. Η., άσκησε αγωγή παροχής διόδου κατά κυρίων γειτνιάζοντος ακινήτου, που ήταν τμήμα της μείζονος έκτασης, ήτοι ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το αρχικό ακίνητο των 35 στρεμμάτων είχε και δεν είχε επικοινωνία με δημόσιο δρόμο, κατά το μέρος που αφορά την ένσταση του άρθρου 1015 ΑΚ είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής και κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 1014 ΑΚ είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι η προαναφερθείσα απόρριψη της ένστασης του άρθρου 1015 ΑΚ ως μη νόμιμης αντικαταστάθηκε, ως άνω, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, και, η απόρριψη της ένστασης του άρθρου 1015 ΑΚ έγινε και με ισοδύναμες αιτιολογίες, ως μη νόμιμης και ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό πόρισμα αυτής, και δεν πλήττεται επιτυχώς η απόρριψη της ένστασης ως μη νόμιμης (ΑΠ 2079/2022, ΑΠ 1325/2022), και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραπάνω λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 1014 ΑΚ και των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ δέχθηκε τα εξής : "...Με την 5731/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επί ασκηθείσας εφέσεως των όμορων συνιδιοκτητών Ι. και Γ. Π. κατά της 2899/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε την υπ' αριθμ. 7107/200 αγωγή του δικαιοπάροχου του ενάγοντος Χ. Η. μετά την 2002/2001 παραπεμπτική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή παρέχοντας δίοδο στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος Χ. Η. από το ακίνητο ιδιοκτησίας ………..., εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση (2899/2004), διότι έγινε δεκτή η έφεση των (τότε) εναγόμενων αδελφών ………. λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος Χ. Η.. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Χ. Η. δεν είχε παραλείψει να επιδιώξει δίοδο του περίκλειστου ακινήτου ασκώντας την υπ' αριθμ. 7107/2000 αγωγή κατά των όμορων ιδιοκτητών Ι. και Γ. Π., χωρίς όμως να ευοδωθεί αυτή, κατά τα ανωτέρω. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του άρθρου 1014 ΑΚ, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, δεν έσφαλλε και θα πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με βάση τα προαναφερθέντα, το Εφετείο δεν στέρησε νόμιμης βάσης την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 1014 ΑΚ, διότι κατά το νοηματικό περιεχόμενο του συνόλου της προσβαλλόμενης απόφασης η ανωτέρω ένσταση απορρίφθηκε με δύο ισοδύναμες αιτιολογίες, κύρια αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε προηγούμενη επικοινωνία του περίκλειστου, ως μέρους του αρχικού ακινήτου, ήτοι ότι το αρχικό ακίνητο δεν είχε επικοινωνία, και, επικουρική ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου άσκησε αγωγή κατά των όμορων ιδιοκτητών Ι. και Γ. Π., που φέρεται από τους αναιρεσίβλητους ότι προερχόταν από το αυτό όλο ακίνητο, που όμως απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ήτοι δεν παρελείφθηκε να ασκηθεί αγωγή παροχή διόδου, κατά των προαναφερθέντων, και, συνεπώς, διαλαμβάνει πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1014 Α.Κ. Περαιτέρω, η εξαιτίας της εκποίησης μέρους του ακινήτου με το οποίο, το κατόπιν αυτού γενόμενο περίκλειστο ακίνητο, επικοινωνούσε με κοινόχρηστο χώρο, δεν αποτελεί περίπτωση της με "αυτόβουλη πράξη" του κυρίου του ακινήτου κατάργησης της συγκοινωνίας αυτού προς το δημόσιο δρόμο, ώστε, σε περίπτωση ειδικής διαδοχής, να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρ. 1014 του ΑΚ, που αίρει την υποχρέωση των γειτόνων να παράσχουν στην περίπτωση αυτή δίοδο, αλλά ιδιαίτερη περίπτωση αποκοπής της υφιστάμενης διόδου, διότι δεν γίνεται με τη βούληση του ειδικού διαδόχου του δεσπόζοντος που αποκόπηκε ούτε αποστερεί τον ειδικό διάδοχο από το δικαίωμα να ζητήσει δίοδο, για το περίκλειστο ακίνητό του ούτε τον κύριο του γειτονικού ακινήτου απαλλάσσει από την υποχρέωσή του να παράσχει δίοδο (ΑΠ 652/1989), και, συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα δεν ιδρύουν τον, από αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος, κατά το οικείο μέρος αυτού, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίστηκαν, ακόμη, ότι υφίσταται προσφορότερη και ολιγότερη δαπανηρή δίοδος αυτή που διέρχεται από την ιδιοκτησία των αδελφών ……………., και επανέφεραν με τον τέταρτο λόγο έφεσης, επικαλούμενοι για την εσφαλμένη απόρριψη αυτής, καθόσον η απόφαση του Εφετείου Αθηνών επί της αρχικής παροχής διόδου του δικαιοπάροχου του ενάγοντος, Χ. Η. του Ι., δεν δημιουργεί δεδικασμένο, διότι δεν έχει καταχωρηθεί στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, ούτε στη μερίδα του δικαιοπάροχου του ενάγοντα, ούτε του όμορου ιδιοκτήτη. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: ".. Η 5731/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδοθείσα επί της υπ' αριθμ. 7107/2000 αγωγής του δικαιοπάροχου του ενάγοντας Χ. Η. κατά των όμορων συνιδιοκτητών Ι. και Γ. Π., έχει πλέον καταστεί τελεσίδικη, επομένως ο ενάγων δεν μπορεί να στραφεί εκ νέου κατά των όμορων συνιδιοκτητών …………… για την παροχή διόδου από το ως άνω ακίνητό τους, ....". Επομένως, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι στερείται νόμιμης βάσης, η απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένστασης των αναιρεσειόντων, την οποία επανέφεραν με τον τέταρτο λόγο έφεσης, για την ύπαρξη προσφορότερης διόδου από την ιδιοκτησία Ι. και Γ. Π. είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία απορρίφθηκε η παραπάνω ένσταση των αναιρεσειόντων, ότι προηγήθηκε η παραπάνω αγωγή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και δεν νομιμοποιείται στην άσκηση νέας ο αναιρεσίβλητος, διότι, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν έγινε επίκληση μεταβολής των πραγματικών περιστατικών, υπό τις οποίες εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση ή νομοθετική μεταβολή από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση αγωγής από τον καταστάντα μετά την έκδοση της (5731/2005) απορριπτικής απόφασης ειδικό διάδοχο (άρθρ. 325 αρ. 2 ΚΠολΔ) και καθίσταται εφικτός αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1012 και 1013 Α.Κ.. IV. Στο άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται, ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 948/2022, ΑΠ 1149/2018, ΑΠ 1050/2013, ΑΠ 499/2013, ΑΠ 298/2011). Στη γενική αυτή διάταξη της ΑΚ 281 μπορούν να υπαχθούν όλες οι περιπτώσεις που ρυθμίζονται από την ΑΚ 1014, δηλ. από την αναφερόμενη παραπάνω ένσταση ότι η συγκοινωνία του ακινήτου προς το δημόσιο δρόμο έπαυσε από αυτόβουλη πράξη του κυρίου του ακινήτου, πουβλικιανού νομέα κλπ (ΑΠ 1050/2013, ΑΠ 555/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατά το ενδιαφέρον τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, μέρος προκύπτουν τα εξής : Οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προέβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, την οποία επανέφεραν, με σχετικό λόγο έφεσης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικαλούμενοι τα εξής "καθίσταται αυταπόδεικτη η καταχρηστικότητα της ένδικης αγωγής από το γεγονός ότι ο κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου ασκεί για δεύτερη φορά τη σχετική αγωγή για παροχή διόδου προς τα δυτικά και πάλι αρχικά ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αν και η πρώτη αγωγή (αριθμός κατάθεσης 7107/2000) κατά της ιδιοκτησίας του κ. ……….. είχε τότε παραπεμφθεί να εκδικασθεί από το καθ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 2002/2001 Απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών ... Προφανώς, ο αντίδικος προσπαθεί να εξεύρει δίοδο με "πλαφόν" αυτό της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου και δεν επιζητά την προσφορότερη δίοδο. Ενδεχόμενα, αν δεν ικανοποιηθεί από το επιδικαζόμενο ποσό να αναζητήσει δίοδο και προς νότο, βορά ή ανατολή. Επιπροσθέτως, ο αντίδικος επιζητά δίοδο και την οικονομική αξιοποίηση του ακινήτου του τη στιγμή που ένεκα του συγκεκριμένου αυτού μειονεκτήματος αγόρασε αυτό στην αντικειμενική του σχεδόν αξία (με δόσεις και υπό διαλυτική αίρεση) ... και παρέβλεψε ή υποτίμησε το γεγονός ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός του με δημόσια διαθήκη και άτυπη διανομή κατάτμησε το όλο ακίνητο και προέβη στις σχετικές διαθέσεις προς τους συγγενείς του χωρίς να προβλέψει δίοδο του ενδίκου ακινήτου και χωρίς οι συγγενείς και συγκύριοι να προβούν στη σχετική ενέργεια πριν εκποιήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Επισημαίνεται δε ότι οι δικαιοπάροχοι του αντιδίκου όχι μόνο προέβησαν σε κατάτμηση του ακινήτου τους, χωρίς να προβλέπουν δίοδο σε δημόσια οδό, αλλά, επιπλέον, όταν κρίθηκε ότι δύνανται, έναντι αποζημιώσεως για την οποία θα αποφαίνετο το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, να αποκτήσουν δίοδο αυτοί παρέλειψαν να επισπεύσουν τη σχετική διαδικασία και επομένως όλως καταχρηστικά σήμερα επανέρχεται, μετά από μια δεκαετία, ο αντίδικος επαναφέροντας από την αρχή την όλη διαδικασία και όχι έστω από το στάδιο που ευρίσκετο εκείνη η υπόθεση, χωρίς μάλιστα, πάλι καταχρηστικά, να επισημάνει το λόγο για τον οποίο η δίοδος είναι προσφορότερη μόνο μέσω του ακινήτου μας. Είναι αν μη τι άλλο αντιφατικό το γεγονός ότι το έτος 2001 ο δικαιοπάροχος του αντιδίκου θεωρούσε προσφορότερη τη δίοδο μέσω της όμορης ιδιοκτησίας, ενώ το έτος 2008 ο αντίδικος θεωρεί αναιτιολόγητα προσφορότερη τη δίοδο μέσω του ακινήτου μας. Αποδεικνύεται επομένως και μέσω της ανωτέρω αντιφάσεως η κατάχρηση του συγκεκριμένου δικαιώματος, όπως και η καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής του αντιδίκου κατά παράβαση της αρχής της καλή πίστης και των συναλλακτικών ηθών". Μ' αυτό το περιεχόμενο η παραπάνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι μη νόμιμη, διότι τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του ένδικου δικαιώματος προφανώς αντίθετη κατά τις, περί δικαίου και ηθικής, αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου κατάχρηση. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη, ορθά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος. V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 2α του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση. Μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου υπάρχει, εάν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.) ή των ειδικών νόμων που αφορούν τη σύνθεσή του, δηλαδή την κατά νόμο σύστασή του για την ασκούμενη από αυτό δικαιοδοτική αρμοδιότητα και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ. α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 109 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "κανένας δε στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Συναφώς, το άρθρο 305 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει τη σύνθεση του δικαστηρίου. Ο καθορισμός της σύνθεσης του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου ή τον πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου. Η απόδειξη της κακής σύνθεσης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά ενόσω δεν προσβάλλονται για πλαστότητα (ΑΠ 1854/2022, ΑΠ 1250/2021, ΑΠ 712/2021). Στον όρο "σύνθεση δικαστηρίου" με την παραπάνω έννοια δεν περιλαμβάνεται ο γραμματέας, ο οποίος δεν ανήκει στο δικαστήριο που αποφασίζει (ΑΠ 338/2019). Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνο, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, ήτοι διατάξεων, που ανάγονται στην διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων. Πλέον συγκεκριμένα, ο λόγος αυτός αναφέρεται, μόνο, σε απαράδεκτο, που απορρέει από αθέτηση δικονομικής διάταξης δηλ. δικονομικής ενέργειας, η οποία στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της, και η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 1636/2022, ΑΠ 1549/2022). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται το δικονομικό απαράδεκτο, που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο, και, ειδικότερα, να αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας, που παραβιάστηκε και ο τρόπος με τον οποίον παραβιάστηκε (ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1249/2020). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: Ο δικαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται είτε ατομικώς είτε ως μέλος συλλογικού οργάνου, να αναλαμβάνει την επίλυση ζητήματος ή να συμπράττει στην έκδοση πράξεων, αν έχει συμφέρον ο ίδιος, ο ή η σύζυγος ή συγγενής του, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, έως και τον τρίτο βαθμό ή πρόσωπο, με το οποίο τελεί σε σχέση ιδιαίτερης φιλίας ή έχθρας (παρ. 1). Ο δικαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται να συμμετέχει ως γραμματέας δικαστηρίου, δικαστικού συμβουλίου και Ανάκρισης σε υποθέσεις, για τις οποίες έχουν συμφέρον τα πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο (παρ. 2). ... Η αποσιώπηση του κωλύματος και η σύμπραξη του δικαστικού υπαλλήλου σε πράξη ή ενέργεια, κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Συνεπάγεται, επίσης, ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης ή ενέργειας, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος (παρ. 4). Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι δεν ήταν νόμιμη η σύνθεση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, διότι μετείχε, ως Γραμματέας αυτού, η Φ. Μ. του Η., η οποία συνδέεται με τον αναιρεσίβλητο - εφεσίβλητο, με στενή συγγένεια, δεύτερου βαθμού, ως αδελφή αυτού, και ο λόγος αυτός προέκυψε το πρώτον, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 β ΚΠολΔ, αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος, διότι ο Γραμματέας της έδρας δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της νόμιμης σύνθεσης, που ασκεί δικαιοδοτική αρμοδιότητα. Περαιτέρω, ο από τον αρ. 14β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης της συζήτησης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για το λόγο ότι συμμετείχε ως Γραμματέας της έδρας η προαναφερθείσα Φ. Μ. του Η., λόγω της ανωτέρω συγγενικής της σχέσης, με τον αναιρεσίβλητο, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται η περίπτωση που ο νόμος ορίζει ότι η συμμετοχή αυτής ως Γραμματέως συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης. VΙ. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτού, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-09-2020 αίτηση αναίρεσης των Ε. Β. του Α. και Κ. Β. του Α. κατά της με αριθμ. 3164/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ