Αριθμός 1993/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Β. χήρας Π. S., δι' εαυτή και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της: α) Α. θυγ. Π. S., β) Π. υιού Π. S. και 3. Ο. θυγ. Π. S., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" που έχει έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου ειδικού διαδόχου της Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ, της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χαρίλαο Αθανασόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 3-12-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή-αναγωγή που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 293/2011 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβ. έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-8-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 10-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα ενεργούσα δια πληρεξουσίου δικηγόρου, (με την ιδιότητα που αυτή παρίσταται),όπως προκύπτει από την ειδική επί του αντιγράφου αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .., που επιδόθηκε στην αρχικώς αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία <<ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΕ>> μετά την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της οποίας υπεισήλθε αυτοδικαίως κατά νόμο (25 παρ 4 π.δ. 937/1984) στη δικονομική της θέση το ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. (Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από ατυχήματα αυτοκινήτων,) με αποτέλεσμα εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, να πρέπει με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της. Με την από 3/11/2003 αγωγή των η αναιρεσείουσα (ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα επί των ανηλίκων τέκνων της), ζήτησε, μεταξύ άλλων, να τους επιδικαστεί αποζημίωση λόγω στέρησης του δικαιώματος διατροφής των, για την χρονική περίοδο 24-10-2001 μέχρι 23-10-2004, εξαιτίας του θανάτου του συζύγου και πατέρα αυτών, που επήλθε την 22-10-2001 λόγω τροχαίου ατυχήματος που επισυνέβη εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του οδηγού του ... αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην αρχικώς αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 127/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου η οποία έκρινε με δύναμε πλέον δεδικασμένου μετά την έκδοση και της 245/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου ότι υπαίτιος για τον θάνατο του συζύγου και πατέρα των αναιρεσιβλήτων ήταν ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία Ι. Α. και δη κατά ποσοστό 70%. Επιδίκασε μάλιστα μεταξύ άλλων, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος των για αποζημίωση λόγω στέρησης του δικαιώματος διατροφής των και για το χρονικό διάστημα από 24-10-01 μέχρι 23-10-2004 μηνιαίο ποσό 210 ευρώ στην πρώτη και 140,105 και 70 ευρώ αντίστοιχα για καθένα των ανηλίκων τέκνων. Στην συνέχεια εκδόθηκε η 158/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου η οποία δεχόμενη εν μέρει την από 26-11-2004 αγωγή των αναιρεσειόντων τους επιδίκασε ,για την ίδια ως άνω αιτία, το ποσό των 270 ευρώ στην πρώτη και 190 ,140 και 100 ευρώ αντίστοιχα , για καθένα των ανηλίκων τέκνων των. Και με τις δύο ανωτέρω αποφάσεις δεν έγινε οποιαδήποτε βεβαίωση για το δικαίωμα των αναιρεσειόντων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο εκείνο που αναφέρεται σ' αυτές. Ακολούθησε η άσκηση της από 1/6/2007 αγωγής των με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής για το χρονικό διάστημα από 24-10-07 μέχρι 24-10-2010. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 136/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και μετά από έφεση η πληττομένη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (293/2011) που την απέρριψε λόγω παραγραφής, δεχθείσα ότι είχε παρέλθει διετία από τον χρόνο τέλεσης του ατυχήματος μέχρι την άσκησή της και δεν υπήρξε επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής . Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίος, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ α` ΑΚ και 221 παρ. Ι ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.α` ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ` αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Κι` αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ. ΑΠ 24/2003), δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ` άρθρο 261 ΑΚ. Τέλος, κατά το άρθρο 10 του άρθρου ν. 489/1976, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 7 του Ν 3557/2007, η αξίωση του παθόντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής. Η ανωτέρω διάταξη, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή, επικρατεί γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ, και ισχύουν και για αυτή τα ανωτέρω αναπτυσσόμενα για τη διακοπή, αναστολή και επιμήκυνση της παραγραφής (ΑΠ 1907/2007). Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο θάνατος του συζύγου και πατέρα των αναιρεσειόντων που συνέβη λόγω τροχαίου ατυχήματος την 22-10-2001 στην περιοχή του δήμου Χίου οφειλόταν, όπως είχε κριθεί αμετάκλητα με την 127/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, σε υπαιτιότητα κατά ποσοστό 70% του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου Ι. Α. που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Με την παραπάνω απόφαση επιδικάστηκε στην ενάγουσα, μεταξύ άλλων, ως μηνιαία αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής για το διάστημα από 22-10-2001 μέχρι 22-10-2004 το ποσό των 220 ευρώ για αυτήν και 140, 105 και 70 ευρώ για καθένα από τα ανήλικα τέκνα της. Με την 158/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου που εκδόθηκε μετά από άσκηση νέας, από 26-11-2004 αγωγής, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία επιδικάστηκε αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής για το χρονικό διάστημα τριών ετών που άρχιζε από την επίδοσή της (ήτοι από 23-10-2004 μέχρι 23-10-2007) ποσό 270 ευρώ μηνιαίως για την αναιρεσίβλητη και 190, 140 και 100 ευρώ για καθένα των ανηλίκων τέκνων της. Τέλος, με την από 16-6-2009 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 136/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και μετά από άσκηση εφέσεως η 293/2011 (αναιρεσιβαλλομένη) απόφαση του Εφετείου Αιγαίου απορρίφθηκε το αίτημά των για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω στέρησης του δικαιώματος διατροφής για το χρονικό διάστημα από 24-10-2007 έως 24-10-2010 διότι, όπως έγινε δεκτό, από τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος 22-10-2001 μέχρι την άσκηση (26-7-07) της άνω αγωγής (παρήλθε το χρονικό διάστημα των δύο ετών που ορίζεται στην διάταξη του αρθ.10 παρ. ν.489/75 και υπήρξε δικαστική βεβαίωση της καθόλου αξιώσεως για διατροφή αυτής και των ανηλίκων τέκνων της με την υπ` αριθμ 127/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου μετά τη συμπλήρωση της διετούς παραγραφής και με την έννοια αυτή δεν ήταν εφικτή η λειτουργία του άρθρου 268 εδ α` του ΑΚ ώστε να αρχίσει νέα παραγραφή της ένδικης αξιώσεως της ως εικοσαετής, δεδομένου ότι η ως άνω βραχυχρόνια διετής παραγραφή είχε συμπληρωθεί πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής χωρίς να έχει επέλθει επιμήκυνση της σε εικοσαετή. Με την αναίρεση, η αναιρεσείουσα, υπό την άνω ιδιότητά της προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου για την παραγραφή της αξίωσης και των λόγων επιμήκυνσης και διακοπής της διαδρομής του χρόνου αυτής, υποστηρίζοντας ότι ο χρόνος παραγραφής μετά την έκδοση των άνω αποφάσεων είχε επιμηκυνθεί σε εικοσαετία με αποτέλεσμα να μη ισχύει η βραχυχρόνια παραγραφή του αρθ. 10 ν. 489/76. Με τα παραπάνω όμως που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού με την προηγούμενη αγωγή είχε επέλθει διακοπή της παραγραφής μόνο για την αξίωση αποζημίωσης που αναφερόταν στο μερικότερο προηγούμενο χρονικό διάστημα και όχι και για την αξίωση, που ασκείται με την ένδικη αγωγή, η οποία αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από 24-10-2007 έως 24-10-2010, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 268 ΑΚ εφόσον ,όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω αξίωσή της βεβαιώθηκε τελεσίδικα με την 127/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου ενώ είχε ήδη συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από την προισχύσασα διάταξη του αρθ. 10 του ν 489/1976 διετής παραγραφή με χρόνο ενάρξεως της την επομένη του χρόνου του ατυχήματος (23-10-2001). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, το Δικαστήριο, εξέτασε και απέρριψε την περίπτωση επιμήκυνσης του χρόνου της παραγραφής της ένδικης αξίωσης σε εικοσαετία. Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί ο ένας και μοναδικός λόγος αναίρεσης και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις (183 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα και Διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Για τους λόγους αυτούς - Απορρίπτει την από 17-8-2012 αίτηση αναιρέσεως της 293/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου . -Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου για το οποίο εκδόθηκαν τα με αριθμούς 3485597, 3485600, 3485599, 3485598, 3485596, 3485061, 3485602 και 3485607 παράβολα του Ελληνικού Δημοσίου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ