Αριθμός 1024/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Υ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Χατζημιχαήλ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 354/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/1/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 16-1-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 354/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, το οποίο κατά παραδοχή κατ' ουσίαν της από 27-9-2018 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 72/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Έδεσσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη αυτή απόφαση, δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 20-12-2016 αγωγή του αντιδίκου του και τον υποχρέωσε να του καταβάλει το ποσό των 8.000 ευρώ ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας αμοιβής. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π.141/2021, ΑΠ 259/2019, Α.Π.319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, Α.Π.141/2021, Α.Π.259/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ1020/2019, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1432/2004). Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 560 αρ.6 ταυτόσημη με του άρθρου 559 αριθ. 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως). Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο από το άρθρο 560 αρ.6 ταυτόσημος με το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α)ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή της αντιφάσεως των αιτιολογιών ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλ. η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1438/2009, 1206/2008). Με τους πρώτο, δεύτερο, κατά το τρίτο σκέλος του, και πέμπτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους της αίτησης αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 560 αρ.1 και 6 Κ.Πολ.Δ.- ταυτόσημες με την από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα-πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 681, 688, 689, 690, 692 εδ.α', 694 ΑΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε-και κατά τους ισχυρισμούς του συνίστανται στην εκτέλεση και παράδοση ενός ημιτελούς, άχρηστου και διάφορου του συμφωνημένου οικοδομικού έργου, αυθαίρετου και κατεδαφιστέου, ήτοι χωρίς δέουσα και προσήκουσα προσφορά του, και της ανεπιφύλακτης, δήθεν εκ μέρους του παραλαβής και σιωπηρής έγκρισής του, παρά την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων συνεπεία των οποίων έχει αξίωση αποζημίωσης, δεν κάλυπταν τα στοιχεία που απαιτούνταν βάσει των ανωτέρω κανόνων δικαίου που εφάρμοσε για το δικανικό της πόρισμα, επιπρόσθετα παραβίασε τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ ως προς την προσήκουσα παράδοση και ανεπιφύλακτη παραλαβή γιατί δεν είχε βούληση παραλαβής ενός άχρηστου έργου, και το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι ο εργοδότης δεν παραλαμβάνει έργο με ουσιώδεις ελλείψεις και ο αντίδικός του ως μηχανικός γνώριζε ότι ένα άχρηστο έργο χωρίς άδεια δεν είναι κανονικά παραδομένο- ως προς τα εξής ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, α) τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί της εκτέλεσης και της προσήκουσας παράδοσης του συμφωνημένου, με την επίδικη σύμβαση, έργου, και β) της αντένστασης του αντιδίκου του-εργολάβου περί ανεπιφύλακτης εκ μέρους του (του αναιρεσείοντος) παραλαβής και σιωπηρής έγκρισης του έργου, προς απαλλαγή του τελευταίου (του εργολάβου) από την ευθύνη καταβολής της, προβληθείσης από τον αναιρεσείοντα, κατ' ένσταση, σε συμψηφισμό, αποζημίωσης λόγω ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων του έργου, ενώ εάν εφάρμοζε ορθά τις διατάξεις αυτές θα απέρριπτε την αγωγή και την αντένσταση του αντιδίκου του και θα έκανε δεκτή την δική του ένσταση, και επιπλέον στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών για τα άνω ζητήματα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, ισχυριζόμενος ότι ενώ από τα αποδεικτικά μέσα προκύπτει, κατά τη δική του εκδοχή, ότι το επίδικο οικοδομικό έργο που κατασκευάστηκε στο οικόπεδό του, δεν ήταν το συμφωνημένο, αλλά ήταν διάφορο τούτου και είχε πραγματικά ελαττώματα, αυθαίρετο και κατεδαφιστέο, ευρισκόμενο εν μέρει εκτός των ορίων του ακινήτου του, και δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί δέουσα και προσήκουσα προσφορά ενός τέτοιου κατασκευασμένου έργου, δεχόμενο το Εφετείο ότι το οικοδομικό έργο που κατασκευάστηκε ήταν το συμφωνημένο και ότι έγινε προσήκουσα παράδοση αυτού, διέλαβε αντιφάσεις και ανεπαρκείς σχετικά με την στάθμιση των αποδείξεων ως προς τα άνω κρίσιμα ζητήματα και έπρεπε να δεχθεί, τα αντίθετα που προκύπτουν κατά την εκδοχή του, και να απορρίψει την αγωγή του αντιδίκου του ως αβάσιμη. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, διότι δεν διαλαμβάνονται σε αυτόν οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά αναφορικά με τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς και ενστάσεις, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιέχει και πού εντοπίζεται η αντίφαση, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, και δεν αρκεί η έκθεση στο αναιρετήριο μόνον των κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος παραδοχών της προσβαλλομένης, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ενώ, σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν στο σύνολό τους στην εκτίμηση των αποδείξεων και υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η κρίση του εφετείου περί τα πράγματα, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αρθμ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος οφείλει έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωσή του, η οποία βάσει συμβατικού όρου ανάγεται σε κύρια υποχρέωση, μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 697/2000). Συνεπώς, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση, η υποχρέωσή του δε αυτή αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις (Α.Π.1114/2019). Ωστόσο, η ως άνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων όχι μόνο ότι ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, αλλά αντίθετα ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή ή μέρος αυτής σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου, δηλαδή ότι αυτός υποχρεούται σε προεκπλήρωση (ΑΠ 1130/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1069/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 374 παρ.1 ΑΚ, ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει ή δεν προσφέρει την αντιπαροχή (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης), εκτός, αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος, όπως στην περίπτωση συμβάσεως έργου εάν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, οπότε στην περίπτωση αυτή, δεν εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη (Α.Π.1114/2019, ΑΠ 2208/2013). Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ. (ταυτόσημη με την από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.), πλημμέλεια παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 374 Α.Κ., ισχυριζόμενος ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 374 ΑΚ απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του άρθρου αυτού προβληθείσα ένστασή του, του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος εκ μέρους του αντιδίκου του-εργολάβου, την οποία είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επανέφερε παραδεκτά με σχετικό λόγο εφέσεως, ενώ κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή το Εφετείο θα έπρεπε να κάνει δεκτή την ανωτέρω ένστασή του και να μην επιδικάσει στον αντίδικό του, κατά παραδοχή της αγωγής του τελευταίου, την αιτηθείσα εργολαβική αμοιβή λόγω εκτέλεσης του συμφωνημένου έργου. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της εφέσεως αυτού, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με σχετικό λόγο της έφεσής του επανέφερε στο Εφετείο τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του εκ του άρθρου 374 ΑΚ, του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, επικαλούμενος ειδικότερα ότι ο αντίδικός του εργολάβος δεν εκτέλεσε και δεν του παρέδωσε εισέτι το συμφωνημένο έργο για να του επιδικαστεί η αιτούμενη με την αγωγή του εργολαβική αμοιβή. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι μη νόμιμος, διότι στην ένδικη περίπτωση, αξίωσης εργολαβικής αμοιβής, κατ' άρθρον 694 ΑΚ, χωρίς επίκληση αντίθετης με το περιεχόμενο της ενδοτικού δικαίου διάταξης αυτής συμφωνίας των μερών, για προεκπλήρωση της παροχής του εργοδότη, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ στην οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος-εργοδότη, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος- εκκαλούντος-εναγομένου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, και ως εκ τούτου ο υπό κρίση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 692 Α.Κ. στην απαλλαγή του εργολάβου από την ευθύνη του για ελλείψεις του έργου οδηγεί και η έγκριση του έργου από τον εργοδότη, εκτός αν οι ελλείψεις δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση, όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο. Έγκριση είναι η επιδοκιμασία του έργου από το εργοδότη, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ότι το έργο δεν έχει ελλείψεις. Η έγκριση, που προϋποθέτει πραγματική παράδοση του έργου, μπορεί να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης ή και σιωπηρή και τέτοια συνιστά η παραλαβή του έργου χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία σε εύλογο χρόνο αναφορικά με ορισμένη έλλειψη (Α.Π.447/2016, ΑΠ 1199/2007). Προκύπτει έτσι όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση του εργοδότη να εξετάσει το έργο που του παραδίδεται και αναλόγως να το εγκρίνει ή να αρνηθεί την έγκρισή του αν έχει ελλείψεις, διαφορετικά, αν δηλαδή παραλάβει το έργο χωρίς να το εξετάσει, φέρει αυτός τον κίνδυνο των ελλείψεων και υποχρεούται να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη αμοιβή του παρά την ύπαρξη ελλείψεων, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρ. 692 του ΑΚ. Η εξέταση του έργου θεωρείται κανονική αν γίνει είτε από τον ίδιο τον εργολάβο ή από αντιπρόσωπό του ή και από τρίτο πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε η εξέταση και έγκριση του έργου είτε από ειδικό που έχει τις αναγκαίες γνώσεις, αν κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και την καλή πίστη οι ελλείψεις του συγκεκριμένου έργου δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από οποιονδήποτε (Α.Π.447/2016, ΑΠ 1804/2001). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αρ.1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.- ταυτόσημες με τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα-πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 692 εδ.β' του ΑΚ, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την θεμελιούμενη στην ανωτέρω διάταξη επαντένστασή του, περί αδυναμίας κανονικής εξέτασης του έργου και περί δόλιας απόκρυψης των ελαττωμάτων του από τον αντίδικό του-εργολάβο, την οποία είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επανέφερε παραδεκτά με σχετικό λόγο εφέσεως, ενώ εάν εφάρμοζε ορθά τη διάταξη αυτή θα την έκανε δεκτή διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κάλυπταν τα στοιχεία που απαιτούνταν βάσει του ανωτέρω κανόνα δικαίου που εφάρμοσε για το δικανικό της πόρισμα, και κατά παραδοχή της θα απέρριπτε τον εκ του άρθρου 692 εδ.α'ΑΚ, ισχυρισμό του αντιδίκου του περί έγκρισης του έργου και απαλλαγής από την ευθύνη του για τα πραγματικά ελαττώματα αυτού και θα έκανε δεκτή την ένστασή του (αναιρεσείοντος) συμψηφισμού της ανταπαίτησής του για αποζημίωση λόγω των ελαττωμάτων του έργου, και επιπλέον στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών για το άνω ζήτημα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, ενώ από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνυόταν, κατά τη δική του εκδοχή, τα αντίθετα, τα οποία έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο και να κάνει δεκτή την ανωτέρω επαντένστασή του και κατά παραδοχή της να απορρίψει τον ισχυρισμό του αντιδίκου του περί έγκρισης του έργου και απαλλαγής του από την ευθύνη για τα ελαττώματα αυτού και να κάνει δεκτή την ένσταση συμψηφισμού. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της εφέσεως αυτού, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με σχετικό λόγο της έφεσής του επανέφερε στο Εφετείο τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του εκ του άρθρου 692 εδ. β'ΑΚ, περί αδυναμίας κανονικής εξέτασης του έργου και περί δόλιας απόκρυψης των ελαττωμάτων του από τον αντίδικό του-εργολάβο, προς αντίκρουση του ισχυρισμού του αντιδίκου περί έγκρισης του έργου και απαλλαγής του από την ευθύνη του για τα ελαττώματά του. Από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και δη του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο μέρους αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: " ......Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος όφειλε να εξετάσει το έργο που του παραδόθηκε προκειμένου να διαπιστώσει αν αυτό εκτελέστηκε με τον προσήκοντα τρόπο, η δε τυχόν παράλειψή του δεν αναιρεί την απαλλαγή του εργολάβου από τα ελαττώματα αυτού. Περαιτέρω δεν συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 692 ΑΚ, κατά τις οποίες διατηρείται η ευθύνη του εργολάβου παρά την έγκριση του έργου, καθώς: α) όλα τα ανωτέρω ελαττώματα και ελλείψεις μπορούσαν να διαγνωσθούν με κανονική εξέταση κατά την παραλαβή του έργου.......... τουλάχιστον από έχοντα ειδικές γνώσεις επιστήμονα, που όφειλε να προσλάβει ο εναγόμενος (αν ο ίδιος δεν είχε τις αναγκαίες γνώσεις για να προβεί σε εξέτασή του) και β) δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο (ούτε από την υπ' αριθ. 48/2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος του εναγομένου Δ. Ν., που ουδέν σχετικό κατέθεσε), ότι ο εργολάβος απέκρυψε με δόλο τα ως άνω επικαλούμενα ελαττώματα, δηλαδή ότι εμφάνισε το έργο σαν άρτια εκτελεσμένο, αποσιωπώντας τις μη εμφανείς ελλείψεις του και χρησιμοποιώντας παραπλανητικά μέσα, προκειμένου να εμποδιστεί ο εναγόμενος να αντιληφθεί τα ως άνω ελαττώματα και να επωφεληθεί ο ίδιος (εργολάβος) από τη σχετική άγνοια του τελευταίου, υπό την έννοια που στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρθηκε. Ενόψει των ανωτέρω απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι η με τις προτάσεις του εναγομένου υποβληθείσα επαντένσταση περί αδυναμίας κανονικής εξέτασης του έργου και περί δόλιας απόκρυψης των ελαττωμάτων εκ μέρους του εργολάβου". Έτσι το Εφετείο δέχτηκε ότι όλα τα ελαττώματα και ελλείψεις του έργου μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση κατά την παραλαβή του έργου, ο εναγόμενος όφειλε να εξετάσει το έργο που του παραδόθηκε προκειμένου να διαπιστώσει αν αυτό εκτελέστηκε με τον προσήκοντα τρόπο, η δε τυχόν παράλειψή του δεν αναιρεί την απαλλαγή του εργολάβου από τα ελαττώματα αυτού, ότι ο εναγόμενος εργοδότης δεν αρνήθηκε την παραλαβή του, ότι ο ενάγων εργολάβος δεν απέκρυψε με δόλο τα ως άνω επικαλούμενα ελαττώματα και ελλείψεις, και απέρριψε την επαντένσταση του εναγομένου περί αδυναμίας κανονικής εξέτασης του έργου και περί δόλιας απόκρυψης των ελαττωμάτων του από τον αντίδικό του-εργολάβο, που είχε προβάλλει ο εναγόμενος εργοδότης προς αντίκρουση του ισχυρισμού του αντιδίκου του εργολάβου περί έγκρισης του έργου και απαλλαγής του από την ευθύνη του για ελαττώματα του έργου. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη που προαναφέρθηκε, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με την προβληθείσα εκ του άρθρου 692 εδ. β'ΑΚ, επαντένσταση του αναιρεσείοντος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως αυτής, με συνέπεια με βάση τις παραδοχές αυτές να μην πληρούται το πραγματικό της ως άνω διάταξης του άρθρου 692 εδ.β' Α.Κ. και να δικαιολογείται η απόρριψη του ισχυρισμού αυτού του αναιρεσείοντος, ενώ με τις λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείντος, υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η κρίση του εφετείου περί τα πράγματα, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αρθμ.1ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη οι από τον αριθμό 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002, 17/1995). Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιωμένου δικαιώματος. Συνεπώς, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος μόνη η υπό τις προϋποθέσεις του νόμου άσκηση αυτού και η επέλευση των δυσμενών συνεπειών που αναγκαίως, κατά το νόμο, αυτή συνεπάγεται, χωρίς τη συνδρομή και άλλων, κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεων (Α.Π.1246/2009). Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του. Συνεπώς η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος δε θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (Α.Π.607/2022, Α.Π.536/2017, Α.Π. 1799/2006). Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και δη του ενδιαφέροντος τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρους αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " Επίσης, απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι και ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, στην προκείμενη περίπτωση τα επικαλούμενα από τον εναγόμενο πραγματικά περιστατικά -πέραν του γεγονότος ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους συνιστούν είτε άρνηση της αγωγής είτε επανάληψη των λοιπών ενστάσεών του- ακόμη κι αν υποτεθούν αληθινά, δεν στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική, κατά την έννοια που αμέσως ανωτέρω αναφέρθηκε". Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της εφέσεως αυτού, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, επαναφέροντας με σχετικό λόγο της έφεσής του στο Εφετείο τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του εκ του άρθρου 281 ΑΚ, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αντιδίκου, ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων διαβεβαιώνοντάς τον κακόπιστα και δόλια ότι επρόκειτο να κατασκευάσει ένα έργο νόμιμο και χωρίς ελαττώματα, ενώ ποτέ δεν είχε τέτοια πρόθεση και τον έπεισε να του καταβάλει το ποσό των 10.500 ευρώ, προκαλώντας του σκόπιμα τη δυσμενή αυτή πραγματική κατάσταση και ζημία και εκθέτοντάς τον σε κίνδυνο καθώς εκτέλεσε και του παρέδωσε ένα έργο αυθαίρετο και κατεδαφιστέο, με συνέπεια η μεταγενέστερη άσκηση του ένδικου δικαιώματός του να ζητά αμοιβή για ένα τέτοιο έργο είναι μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, και η συμπεριφορά του που προηγήθηκε είναι κατακριτέα και αποδοκιμαστέα ως αντιβαίνουσα στις περί ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 281 ΑΚ, δεδομένου ότι τα περιστατικά τα οποία επικαλέστηκε ο αναιρεσείων-εφεσίβλητος για τη θεμελίωσή του, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος του αντιδίκου του ενάγοντος για επιδίκαση της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής μετά την εκτέλεση και την παράδοση του έργου, καταχρηστική, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 281 Α.Κ. Ειδικότερα η επίκληση από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα ότι ο ενάγων δεν εκτέλεσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις καθόσον δεν εκτέλεσε και δεν του παρέδωσε το συμφωνημένο έργο, νόμιμο και χωρίς ελαττώματα, αλλά ένα έργο αυθαίρετο και κατεδαφιστέο, και για το λόγο αυτό αυτός δεν δικαιούται την αιτούμενη εργολαβική αμοιβή για την οποία άσκησε την ένδικη αγωγή του, συνιστά άρνηση του επιδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, ενώ η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του άρθρου 281 ΑΚ για τη θεμελίωσή της προϋποθέτει κατάφαση του επιδίκου δικαιώματος, κατά τα προεκτεθέντα. Οι ιστορούμενες δε δυσμενείς συνέπειες σε βάρος του (του εναγομένου-αναιρεσείοντος) και συγκεκριμένα της υποχρέωσής του σε καταβολή της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής για ένα έργο που τον εκθέτει σε κινδύνους, ως κατεδαφιστέο, θεμελιώνονται στην ίδια ως άνω άρνηση, δηλαδή της μη εκτέλεσης και παράδοσης του συμφωνημένου έργου από τον ενάγοντα-εργολάβο και δεν γίνεται επίκληση άλλων προϋποθέσεων, οι οποίες με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος μη ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη η θυσία του αξιωμένου ενδίκου δικαιώματος, προς αποτροπή των επαχθών για την υπόχρεο εναγόμενο συνεπειών. Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. καθ'όσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και επομένως ο εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο, κατά το πέμπτο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αρ.1 πλημμέλεια ισχυριζόμενος, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την επικουρικώς προβληθείσα έντασή του της μερικής εξόφλησης, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι στις 25-11-2009 και στις 10-12-2009 κατέβαλε στον αντίδικό του το ποσό των 2.000 ευρώ και 3.000 ευρώ, αντίστοιχα, προς μερική εξόφληση της ένδικης εργολαβικής του αμοιβής, ενώ από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνυόταν, κατά τη δική του εκδοχή, το αντίθετο, που έπρεπε να γίνει δεκτό από το δικαστήριο, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη τη εν λόγω ένστασή του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με τις ως άνω αιτιάσεις του, την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων πλήττει την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011). Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο Α) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1) την εκ του άρθρου 361 ΑΚ συμφωνία της δήλης ημέρας καταβολής της επίδικης εργολαβικής αμοιβής, μετά την παράδοση του έργου, στις 13-1-2011, 2) ανεπιφύλακτη παραλαβή και σιωπηρή έγκριση εκ μέρους του (του αναιρεσείοντος) του παραδοθέντος επιδίκου έργου, κατ' άρθρο 692 εδ.α' ΑΚ, και μετά την παραδοχή της, λόγω απαλλαγής του ενάγοντος εργολάβου από κάθε ευθύνη του για τις ελλείψεις του έργου, απέρριψε την ένστασή του συμψηφισμού ανταπαίτησής του για αποζημίωση λόγω ελλείψεων του έργου και Β) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα 1) τον ισχυρισμό του ότι το παραδοθέν έργο ήταν παντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος 2) την εκ του άρθρου 692 εδ. β' του Α.Κ. επαντένστασή του περί αδυναμίας διαπίστωσης των ελλείψεων του έργου με κανονική εξέταση από τον ίδιο και δόλιας απόκρυψης αυτών από τον αντίδικό του-εργολάβο, με συνέπεια να απορρίψει κατ' ουσίαν την προβληθείσα έντασή του για συμψηφισμό ανταπαίτησής του για αποζημίωση λόγω ελλείψεων του έργου και 3) την επικουρικά προβληθείσα, εκ του άρθρου 416 ΑΚ, ένστασή του μερικής εξόφλησης, με την καταβολή ποσού (3.000+2.000=) 5.000 ευρώ, την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν κατά εκτίμηση των προσκομισθεισών από την ίδιο αποδείξεων. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, οι ανωτέρω υπό τα στοιχεία Α αρ.1 και 2 ισχυρισμοί, ήταν παραδεκτώς προταθέντες ισχυρισμοί του αντιδίκου του αναιρεσείοντος και ειδικότερα ο υπ' αριθμ. 1, ήταν αγωγικός ισχυρισμός, περιλαμβανόμενος στην ιστορική βάση της αγωγής του, για την μετά την παράδοση του έργου δήλη ημέρα καταβολής της αιτούμενης εργολαβικής αμοιβής του, και ο υπ' αριθμ. 2 ήταν αντένσταση εκ του άρθρου 692 εδ. α'ΑΚ, προβληθείσα με το δικόγραφο της έφεσέως του και με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι, ο υπό τα στοιχεία Β αρ.2 ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα η εκ του άρθρου 692 εδ. β'ΑΚ επαντένσταση του, περί αδυναμίας διαπίστωσης εκ μέρους του των ελλείψεων του έργου με κανονική εξέταση και δόλιας απόκρυψης αυτών από τον αντίδικό του-εργολάβο, ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, και κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 692 εδ. α ΑΚ, ένστασης του εκκαλούντος-ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, της ανεπιφύλακτης παραλαβής και σιωπηρής έγκρισης του έργου από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο-αναιρεσείοντα εργοδότη, απορρίφθηκε η ένσταση του τελευταίου για συμψηφισμό ανταπαίτησης του για αποζημίωση λόγω ελλείψεων του έργου. Επομένως, ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, ως προς τις αιτιάσεις που αφορούν στους ανωτέρω ισχυρισμούς είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του, τις υπό τα στοιχεία Β αρ. 1 και 3, είναι απαράδεκτος, διότι α) η υπό τον αριθμό 1 επικαλούμενη αιτίαση, αναφορικά με την ένδικη αγωγή καταβολής εργολαβικής αμοιβής, συνιστά αρνητικό ισχυρισμό ως προς την εκτέλεση και παράδοση του συμφωνημένου έργου, και δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω για να θεμελιώσει τον εκ των άρθρου 560 αριθμ.5 λόγο αναιρέσεως και β) η υπό αριθμό 3 αιτίαση του αναιρεσείοντος, για την κατ' ουσίαν απόρριψη της ενστάσεώς του για μερική εξόφληση της αιτούμενης εργολαβικής αμοιβής, με την προσβαλλομένη απόφαση, με παραδοχές αντίθετες με αυτές που ο ίδιος θεωρεί ορθές, δεν ιδρύει τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων ιστορεί στην εν λόγω αιτίασή του, έλαβε υπόψη την ένσταση του αυτή και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, κατά το πρώτο σκέλος του, και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα και δεν απέρριψε ως απαράδεκτο, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ: 1) το δικόγραφο της εφέσεως του αντιδίκου του, παρότι όλοι οι λόγοι της είναι αόριστοι και 2) το δικόγραφο της αγωγής του αντιδίκου, διότι δεν αναφέρεται ο αναλογούν, στην επίδικη αιτούμενη εργολαβική του αμοιβή ΦΠΑ., στον οποίο οι αμοιβές αυτές υπάγονται κατά το νόμο (ν.2059/2000) με την έκδοση του σχετικού παραστατικού β) δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισε με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (φωτογραφίες, αποδείξεις είσπραξης κ.λ.π.) προς απόδειξη των ισχυρισμών του γ)παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων για την απόδειξη των ενστάσεών του και δ)παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων εγγράφων τα οποία με ορθή ανάγνωση αποδείκνυαν τους ισχυρισμούς του. Με το περιεχόμενο αυτό, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις του μεν υπό στοιχείο α στηρίζονται στο λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, του δε υπό στοιχείο β στο λόγο του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, του υπό στοιχείο γ στο λόγο του άρθρου 559 αρ.12 Κ.Πολ.Δ., και του υπό στοιχείο δ στο λόγο του άρθρου 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ, οι οποίοι όμως, δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, για τους οποίους και μόνον επιτρέπεται αναίρεση κατά της προσβαλλομένης απόφασης, καθώς πρόκειται για απόφαση του πρωτοδικείου, εκδοθείσα σε έφεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3Β εδ.δ' του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-1-2020 αίτηση του Κ. Κ. του Ε. για αναίρεση της 354/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας (δικάσαντος ως Εφετείου). Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένου του αμέσως αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ