ΑΡΙΘΜΟΣ 933/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Δήμητρα Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Ταταρόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 35203Α/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2012 αίτησή του, καθώς και στο από 23 Δεκεμβρίου 2012 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 994/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 29/6/2012 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Κ. και οι από 27/12/2012 πρόσθετοι λόγοι κατά της 35293Α/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες, και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του χρέους. Ειδικότερα, προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης , ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Το άρθρο τούτο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/1/1/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προ το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, διώκεται δε ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό της οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κτλ) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τη νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 25 για κάθε πίνακα χρεών τα οποία γεννώνται μετά την 1/1/2004 και ο οποίος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει , ως μία πράξη, τη μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή, ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται δηλαδή , λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος κυριαρχικώς θεωρεί πλέον ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο καταβολής αυτών. (Α.Π. 1059/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α του Ν. 1882/1990 "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στο στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους Προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, ομόρρυθμες κτλ) η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή...". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2523/1997 " στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής, θεωρούνται: 1) στις ημεδαπές Α.Ε., οι Πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα δια νόμου, είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση ή διαχείριση αυτών". Επομένως, κρίσιμα στοιχεία, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος της πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνος βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους, όταν η εξόφληση έχει ρυθμιστεί σε δόσεις ή ολοκλήρου του ποσού, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Όταν δε πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, πρέπει να αναφέρεται ότι το ποινικώς υπεύθυνο πρόσωπο, κατά το χρόνο κατά τον οποίο βεβαιώθηκε το χρέος είχε μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται παραπάνω, ότι είναι δηλαδή πρόεδρος τους ΔΣ, διευθύνων σύμβουλος κτλ. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 35203Α/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, η οποία ανεστάλη για τρία έτη. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος με την ιδιότητά του ως διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΟ MANAGMENT ΑΕ" εκ προθέσεως στην Αθήνα στις 1/5/2005 καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μείζον των τεσσάρων μηνών τα κάτωθι ληξιπρόθεσμα χρέη( πληρωτέα σε μηνιαίες δόσεις), όπως αυτά αναφέρονται στο συνημμένο στο κατηγορητήριο πίνακα χρεών( αρ. 16/2005) της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Καλλιθέας και συνοδεύει την από 25/1/2005 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ., συνολικού ύψους 3.548.499,16 ευρώ, σύμφωνα με τον κάτωθι πίνακα χρεών (ακολουθεί η παράθεση του πίνακα χρεών). Ακολούθως το δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που τέλεσε στην Αθήνα την 1/5/2005 υπό την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της Α.Ε. και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε πλαγίως, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτίθενται η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών του αναιρεσείοντα (Δ.Ο.Υ. Καλλιθέας), το είδος των χρεών, ο χρόνος ταμειακής βεβαίωσης αυτών, το ύψος των χρεών, ο τρόπος πληρωμής τους, το ληξιπρόθεσμο αυτών που ανάγεται από 30/1/2004 έως 30/12/2004, και η καθυστέρηση της καταβολής τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τον χρόνο καταβολής τους, με λεπτομερή παράθεση όλων αυτών των στοιχείων στον συνημμένο στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πίνακα χρεών. Επομένως, εφόσον πρόκειται για χρέη που βεβαιώθηκαν μετά την 1/1/2004 πρόκειται για μία πράξη, και για μία πράξη (για ένα ενιαίο έγκλημα) που φέρεται ότι τελέστηκε την 1/5/2005, καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που διαλαμβάνονται στις σελίδες 10 Δ και 10 Ε αυτής, κατά τις οποίες "ο νόμος 3220/2004 θεωρεί πλέον ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και μάλιστα με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο καταβολής αυτών" και δεν καταδικάστηκε για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται με τον σχετικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, διατεινόμενος ότι καταδικάστηκε για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, τελεσθέν από 31/5/2004 έως 1/5/2005. Εξ άλλου, διευκρινίζεται ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΟ MANAGEMENT ΑΕ" κατά τον χρόνο της βεβαιώσεως των χρεών και συνεπώς από την νομική του αυτή θέση στην ανώνυμη εταιρία προκύπτει η υποχρέωση του να καταβάλλει το εταιρικό χρέος, όπως τούτο ρητά ορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 1882/1990. Το δικαστήριο με ειδική σκέψη που διαλαμβάνεται στις σελίδες 10Α και Β της απόφασής του, απέρριψε τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του, ότι δηλαδή δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου κατά τον χρόνο της βεβαιώσεως των χρεών, ούτε αυτή του συμπράττοντος συμβούλου, λόγω του ότι, όπως ισχυριζόταν, εργαζόταν ως ξενοδοχοϋπάλληλος στην ανώνυμη εταιρία, δεχθέν ότι "σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 οι ίδιες ποινές ισχύουν και για τους συμπράττοντες συμβούλους, αλλά πάντως σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι δεν ήταν διευθύνων σύμβουλος, η δε εργασία του ως ξενοδοχοϋπάλληλος δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως διευθύνοντος και. συμπράττοντος συμβούλου στην εν λόγω εταιρία". Ούτε ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα οδηγήθηκε στην παραδοχή αυτή. Περαιτέρω, το δικαστήριο με ειδική αιτιολογία απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (παρότι ήταν αόριστος και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση όχι μόνο να αιτιολογήσει την απόρριψή του, αλλά ούτε καν να απαντήσει) δεχθέν στις σελίδες 10Β και 10ΣΤ της προσβαλλόμενης ότι "πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του περί παραγραφής για το λόγο ότι τα αναφερόμενα χρέη αφορούν φόρο εισοδήματος και ΦΠΑ κατά τα έτη 1994-1998, σύμφωνα με τα κάτωθι: Κατά το άρθρο 86 του Ν. 2362/1995, περί Δημοσίου Λογιστικού κτλ, " καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή το αρμόδιο Τελωνείο. Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία βεβαίωση (παρ. 1). Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη (παρ. 2). Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, κατά τις διακρίσεις των επομένων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Τέλος, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 34 του ν. 322072004, η παράγραφος 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, αντικαθίσταται ως εξής: "7. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι διαχωρίζεται σαφώς η παραγραφή της οφειλής και των χρεών των φορολογουμένων προς το Δημόσιο από την παραγραφή του ως άνω σε βαθμό πλημμελήματος διωκόμενου ειδικού αδικήματος καθυστέρησης καταβολής των βεβαιωμένων στις ΔΟΥ και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο. Ενώ κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν 2523/1997, οριζόταν ότι ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής (εδαφ. α')και η υποβολή της αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (εδαφ. β'), με την τελευταία αντικατάσταση της παραγράφου αυτής 7, με το προπαρατεθέν άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 3220/2004, το παραπάνω πρώτο εδάφιο περί έναρξης παραγραφής του αδικήματος μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής, απαλείφθηκε εντελώς, στο δε δεύτερο εδάφιο προστέθηκε η φράση "ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τέλεσης και περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ, ενώ δεν μπορεί να γίνει λόγος για από παραδρομή απάλειψη του ανωτέρω πρώτου εδαφίου, το δε άρθρο 86 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού κλπ, διαλαμβάνει μόνο περί παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου και όχι περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστέρησης καταβολής των χρεών προς το δημόσιο (Ολ. ΑΠ 2/2011). Επομένως, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι τα παραπάνω χρέη έχουν υποπέσει σε παραγραφή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού τουλάχιστον από τη βεβαίωση τους από την Δ.Ο.Υ. Καλλιθέας, του συνολικού χρέους στις 31/5/2004 που έλαβε χώρα κατά τα αναγραφόμενα στο συνημμένο 16/2005 πίνακα χρεών, μέχρι και σήμερα (21/6/2012) δεν παρήλθε η προθεσμία παραγραφής των οκτώ (8) ετών, καθόσον η πενταετής προθεσμία παραγραφής, προκειμένου για πλημ/τα (άρθρο 111 παρ. 3 του ΠΚ), όπως εν προκειμένω, έχει ανασταλεί (άρθρο 113 του ΠΚ) με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος για να εμφανιστεί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για εκδίκαση της παραπάνω πράξεως, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του κλητηρίου θεσπίσματος, Ολ. ΑΠ 2/2011". Εν όψει των παραδοχών αυτών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 του ΠΚ, 25 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με αρθρ. 23 του Ν. 2523/1997 και 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο απέρριψε την ένσταση του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών (άρθρο 141 παρ. 1 του ΚΠΔ), δεν προβλήθηκε ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε και ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός με λόγο εφέσεως. Με τον πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, τον κήρυξε ένοχο, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη, διότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε προσφύγει η εταιρία αυτή -η οποία τελούσε υπό εκκαθάριση-, για ακύρωση των φύλλων ελέγχου φόρου εισοδήματος των επίμαχων ετών, με αποφάσεις του έκρινε ότι η νομική προσωπικότητα αυτής έπαψε να υφίσταται από 5/8/2003, και συνακόλουθα απέρριψε τις προσφυγές της ως απαραδέκτως ασκηθείσες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το γεγονός αυτό δεν έχει καμία έννομη συνέπεια για την ποινική του ευθύνη, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 3 του Ν. 1882/1990, η ποινική δίωξη για χρέη προς το Δημόσιο, ασκείται κατά των διευθυνόντων συμβούλων των Ανωνύμων εταιριών για χρέη που γεννήθηκαν ή ανάγονται και βεβαιώθηκαν κατά τον χρόνο που αυτοί είχαν την εν λόγω ιδιότητα, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτό ως αβάσιμο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του νόμου, και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον σχετικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Οι λοιπές αιτιάσεις οι διαλαμβανόμενες στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, με τις οποίες υπό την επίκληση του λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29/6/2012 αίτηση αναιρέσεως και τους από 23/12/2012 προσθέτους λόγους, του Γ. Κ. του Ν., για αναίρεση της 35203Α/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ