Αριθμός 1596/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. Π. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Θ., κατοίκου ..., ως μόνου κληρονόμου και συνεχίζοντος τη δίκη για λογαριασμό της Μ. χήρας Θ. Π. και 2) Θ. Π. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Γιουλδάση. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 25-11-2015 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7951/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1052/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη από 26-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 1052/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η Μ. χήρα Θ. Π., με την απευθυνόμενη προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης από 19-11-2015 αγωγή της κατά της ήδη αναιρεσείουσας, ισχυριζόμενη ότι η τελευταία τέλεσε το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, σε βάρος της ξαδέλφης της Κ. Π., η οποία απεβίωσε στις 25-12-2014 και της οποίας μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος είναι η ίδια (ενάγουσα), ζήτησε, όπως το αίτημά της παραδεκτά περιορίστηκε, κατά την ερειδόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις πρώτη κύρια βάση της αγωγής, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 63.491,25 ευρώ. Επικουρικά, δε ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό επικαλούμενη την ευθύνη αυτής (εναγομένης) από τη σύμβαση εντολής. Περαιτέρω, κατά την έτερη σωρευθείσα κύρια βάση της αγωγής, την ερειδόμενη στις περί κοινού τραπεζικού λογαριασμού διατάξεις, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 112.714,615 ευρώ, ήτοι το ήμισυ του ως άνω αναληφθέντος ποσού (μετά από αφαίρεση του παραδοθέντος σ' αυτήν ποσού των 10.500,00 ευρώ). Στο πλαίσιο της δίκης που ανοίχθηκε με την προαναφερθείσα αγωγή, ο Θ. Π. του Κ., με το από 25-11-2015 αυτοτελές δικόγραφο, που απηύθυνε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, ως έχων αποκτήσει, δυνάμει του από 24-11-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού εκχώρησης απαιτήσεων, από την ενάγουσα - γιαγιά του από την πατρική γραμμή, το επίδικο δικαίωμα μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας, την οποία (εκχώρηση) ανήγγειλε με το ως άνω δικόγραφο στην εναγομένη, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας, με την οποία, ζήτησε, ως ειδικός διάδοχος αυτής στο ουσιαστικό δικαίωμα που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης και συνακόλουθα ως αναγκαίος με αυτήν ομόδικος, να αποβεί η δίκη υπέρ της ενάγουσας δικαιοπαρόχου του, με την παραδοχή της ένδικης αγωγής της. Επί της αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 7951/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν, κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, τα ως άνω δικόγραφα, η αγωγή α) κρίθηκε νόμιμη κατά τις δύο αντικειμενικά σωρευθείσες βάσεις της, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 345, 346, 489, 490, 491, 493, 713, 722, 914 ΑΚ, 375 παρ. 2-1 ΠΚ, 1 παρ. 1 και 2 Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το Ν.Δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 παρ. Δ-α Ν.Δ. 118/1973, 70 ΚΠολΔ, β) απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη κατά τη βάση αυτής την επιστηριζόμενη στις περί κοινού τραπεζικού λογαριασμού διατάξεις, ήτοι κατά το αίτημα αυτής να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 112.714,615 ευρώ καθώς και η πρόσθετη παρέμβαση κατά το μέρος με το οποίο ζητείται να γίνει δεκτή η ανωτέρω αγωγική βάση, και γ) αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, κατά τη σωρευθείσα αντικειμενικά και επιστηριζόμενη στις περί αδικοπραξίας διατάξεις βάση αυτής, ήτοι κατά το αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 63.491,25 ευρώ, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρι το αμετάκλητο πέρας της ποινικής διαδικασίας, κατά την οποία ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ποινική δίωξη σε βάρος της εναγομένης για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης από εντολοδόχο αντικειμένου συνολικής αξίας άνω των 120.000 ευρώ και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, που φέρεται να τελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 9-12-2013 έως 25-12-2014 σε βάρος της Κ. Π., κατόπιν υποβολής της από 2-6-2015 μήνυσης. Κατά της άνω οριστικής διάταξης της απόφασης, η ενάγουσα και ο προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάς, άσκησαν την από 28-6-2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 1052/2021 απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η πρωτόδικη απόφαση υπόκειται σε έφεση ως προς την οριστική της διάταξη, έγινε δεκτή κατ` ουσίαν η έφεση της ενάγουσας, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, δικάστηκε η ένδικη αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση ως προς το προαναφερόμενο μέρος, και έγιναν αμφότερες δεκτές και ως ουσιαστικά βάσιμες και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 112.714,615 ευρώ νομιμοτόκως. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την εναγομένη, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), η κρινόμενη, από 26-7-2021, αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).Σημειώνεται ότι η αναίρεση παραδεκτά στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως μοναδικού κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας λόγω του επισυμβάντος θανάτου της μετά την συζήτηση της εφέσεως, ο οποίος παρίσταται και συνεχίζει τη δίκη, και κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, προσθέτως παρεμβάντος υπέρ της αρχικώς ενάγουσας ως ειδικού διαδόχου αυτής λόγω εκχώρησης και αναγκαίου ομοδίκου της, αφού η εν λόγω παρέμβαση έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 784/2021). 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α` και β` του Ν.5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν.1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του, κατά τη σύναψή της καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί. Η λειτουργία, ωστόσο, της συμβάσεως αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από την βούληση του καταθέτη. Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1122/2005). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στην διατύπωση των παραπάνω διατάξεων. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον δότη της υπόσχεσης (τράπεζα) για τον εαυτό του. Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από την διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α` του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000). Εκείνος, όμως, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ` επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015). Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού, και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ` αυτόν. Κατ` αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992). Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998). Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση, που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 1001/2012). Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν.5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων". Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση, και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δε χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ` αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν.5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως ("ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο απ` αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1782/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 238 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας, προκύπτει, ότι η έγκριση (ως καταρχήν άτυπη δικαιοπραξία κατ' άρθ. 236 ΑΚ) μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, ενώ, παράλληλα, η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο (ΑΠ 1869/2022). Από τις διατάξεις των άρθρων 236 και 238 ΑΚ προκύπτει ότι η μεν εκ των προτέρων συγκατάθεση του τρίτου (συναίνεση), που χρειάζεται για να είναι έγκυρη μία δικαιοπραξία, παρέχεται με δήλωση πριν ή κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ενώ η έγκριση του τρίτου παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι παροχή έγκρισης υφίσταται, εφόσον συντρέχουν όλες οι αναγκαίες για τη συγκατάθεση προϋποθέσεις, δηλαδή α) δήλωση έγκρισης ρητής ή σιωπηράς του έννομου αποτελέσματος στο οποίο κατατείνει η συνιστώσα το αντικείμενο της έγκρισης νομική πράξη και β) η δήλωση αυτή να έχει γίνει από τρίτο, ήτοι πρόσωπο εκτός των υποκείμενων της σχέσεως, η οποία δημιουργείται από την πράξη που χρειάζεται έγκριση και να είναι αναγκαία για την ισχύ, δηλαδή να αποτελεί όρο του ενεργού της πράξης για την οποία απαιτείται έγκριση (ΑΠ 801/2017, ΑΠ 2186/2007). Η έγκριση διαφέρει από τη συναίνεση στο ότι ισχυροποιεί εκ των υστέρων μια ήδη καταρτισμένη δικαιοπραξία, η οποία μέχρι τη στιγμή της έγκρισης βρίσκεται σε μετέωρη κατάσταση. Επομένως η έγκριση δεν έχει "εξουσιοδοτικό" χαρακτήρα, αλλά αντίθετα επιφέρει άμεσα τη σκοπούμενη έννομη μεταβολή που είναι η ενεργοποίηση της εγκρινόμενης δικαιοπραξίας. Το δικαίωμα λοιπόν του προσώπου που εγκρίνει μια νομική πράξη είναι διαπλαστικό, γι' αυτό και δεν επιτρέπεται να γίνεται με αίρεση ή προθεσμία, είτε αναβλητική είτε διαλυτική, ούτε ανακαλείται. Η έγκριση μπορεί να ακυρωθεί λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής. Eπίσnς, μπορεί να παρασχεθεί από τους κληρονόμους του τρίτου, γιατί δεν είναι προσωποπαγές διαπλαστικό δικαίωμα. Ο δικαιούμενος σε έγκριση πρέπει να γνωρίζει την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, όχι αναγκαίως και το περιεχόμενό της. Εάν δεν γνώριζε το περιεχόμενο της υπό έγκριση δικαιοπραξίας, ενδεχομένως μπορεί να προσβάλει την έγκριση λόγω πλάνης. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 154, 180 και 184 Α.Κ. η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω ουσιώδους πλάνης επέρχεται δια δικαστικής αποφάσεως και δικαιούται να τη ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που πλανήθηκε (ή ο κληρονόμος του), η ακυρώσιμη δε δικαιοπραξία, όταν ακυρωθεί, εξομοιώνεται προς άκυρη, εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενόμενη (με επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν δικαιώματα, τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε) (ΑΠ 1283/2018, ΑΠ 1096/2006). Μέχρι τότε η ακυρώσιμη δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρη νομική ενέργεια και μόνο μετά την απαγγελλόμενη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη λογιζόμενη ως μη γενόμενη. Όμως, ακόμη και στην περίπτωση που η ακύρωση ακυρώσιμης δικαιοπραξίας ασκείται με ένσταση, απλή επίκληση της ακυρωσίας της δικαιοπραξίας, χωρίς ταυτόχρονη άσκηση του δικαιώματος ακύρωσης, δεν αρκεί και έτσι δεν μπορεί καν να εξετασθεί παρεμπιπτόντως ως απλή ακυρωσία (δυνατότητα ακύρωσης), εφόσον η ακύρωση, κατά τα ανωτέρω, απαγγέλλεται με δικαστική απόφαση (ΑΠ 745/2020). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα, από την εκτίμηση αυτή, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006,ΑΠ 74/2016).Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020). Επομένως, ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά. Η ύπαρξη δε νομίμου βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , σε αντίθεση με την έρευνα άλλων αναιρετικών λόγων, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και το αιτιολογικό της (ΑΠ 1053/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8α του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν προτάθηκαν παραδεκτώς (ΑΠ 530/2022, ΑΠ 274/2021, ΑΠ 1043/2010), όπως είναι οι διηγηματικά, απλώς, αναφερόμενοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας. 3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα ως εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε νόμιμα και στο εφετείο τους ισχυρισμούς α) ότι δικαιούχος του συνόλου των καταθέσεων των ένδικων κοινών τραπεζικών λογαριασμών, βάσει ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ήταν η ίδια και ότι βάσει αυτής (συμφωνίας) και της εσωτερικής τους σχέσης που διαμορφώθηκε μετά την ως άνω συμφωνία, αποκλείσθηκε το δικαίωμα αναγωγής της ενάγουσας έναντι αυτής και β) ότι οι επίμαχες αναλήψεις έγιναν κατόπιν προτροπών της αρχικώς ενάγουσας και με τη συναίνεσή της άλλως με την εκ των υστέρων έγκρισή της. Οι αναιρεσίβλητοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και με την έφεσή τους προέβαλαν, κυρίως, τον ισχυρισμό ότι η έγκριση δεν παράγει έννομες συνέπειες διότι η δικαιούμενη προς τούτο αρχικώς ενάγουσα δεν γνώριζε τις ανωτέρω αναλήψεις από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς και, επικουρικώς, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η έγκριση που αναφέρεται στο 5561/2-2-2015 πληρεξούσιο είναι άκυρη λόγω απειλής. Έτσι όπως προβλήθηκε ο ανωτέρω, κύριος, ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο αυτοί διηγηματικά, απλώς, ανέφεραν ότι η αρχικώς ενάγουσα δεν γνώριζε τις κρίσιμες αναλήψεις από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, ήταν αόριστος, αφού δεν επικαλέστηκαν ακυρότητα λόγω πλάνης της γενομένης έγκρισης ούτε και υπέβαλαν σχετικό αίτημα και συνεπώς ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ακόμη και στην περίπτωση που η ακύρωση ακυρώσιμης δικαιοπραξίας ασκείται με ένσταση, απλή επίκληση της ακυρωσίας της δικαιοπραξίας, χωρίς ταυτόχρονη άσκηση του δικαιώματος ακύρωσης, δεν αρκεί και έτσι δεν μπορεί καν να εξετασθεί παρεμπιπτόντως ως απλή ακυρωσία, αφού η ακύρωση απαγγέλλεται μόνον με δικαστική απόφαση. Tο Εφετείο, ερευνώντας στην ουσία της την υπόθεση, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τους παρακάτω αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 25-12-2014 απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη, η Κ. Π., η οποία ήταν πρώτη εξαδέρφη της ενάγουσας και θεία της εναγομένης - θυγατέρας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Η Κ. Π. ήταν άγαμη και άτεκνη και μετά τη συνταξιοδότησή της κατά το έτος 1990, αποφάσισε να συγκατοικήσει με την ενάγουσα, με την οποία διατηρούσε ιδιαίτερα στενές σχέσεις, στο διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, της κείμενης επί της ... οικοδομής, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου αυτή διέμενε. Ειδικότερα, το διαμέρισμα αυτό μεταβιβάσθηκε στην εναγομένη δυνάμει του υπ' αριθ. 17503/1987 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίνας Χιωτέρη, λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα της Θ. Π., πλην, λόγω του ότι αποτελούσε την οικογενειακή τους στέγη, η ενάγουσα συνέχισε να διαμένει σ' αυτό και μετά την μεταβίβαση, έχοντας τη συναίνεση της εναγομένης. Η Κ. Π., όσο ήταν εν ζωή διατηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς τους κάτωθι λογαριασμούς, στους οποίους κατέθετε αποκλειστικά τις δικές της αποταμιεύσεις και ειδικότερα: α. τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχους την ενάγουσα και την εναγομένη, β. τον υπ' αριθ. 6007-010459-856 λογαριασμό ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχους την ενάγουσα και την εναγομένη, γ. τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχους την ενάγουσα, την εναγομένη και τον Β. Π. (ο οποίος απεβίωσε την 19-1-2014), δ. τον υπ' αριθ. 6207-010461-541 λογαριασμό ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχους την ενάγουσα, την εναγομένη και τον Β. Π. και ε. τον υπ' αριθ. 6398-010026-186 λογαριασμό ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχους τον Β. Π. και την Έ. Ν.. Κατά το χρόνο θανάτου της Κ. Π. (25-12-2014), οι υπ'αριθμ. ... και 6073- 010163-900 λογαριασμοί, που, κατά την κρινόμενη αγωγική βάση, είναι επίδικοι, εμφάνιζαν τις ακόλουθες κινήσεις: (υπ'αριθμ. ...) την 25-12-2014 είχε υπόλοιπο ύψους 1.302,04 ευρώ. Την 29-12-2014 και με την πρόσθεση των τόκων της κατωτέρω αναφερόμενης προθεσμιακής κατάθεσης το υπόλοιπο ανήλθε σε 1.619,37 ευρώ, ενώ την 31-12-2014 και με την πρόσθεση των τόκων του δευτέρου εξαμήνου του 2014, το υπόλοιπο ανήλθε σε 1.619,71 ευρώ. Ο λογαριασμός αυτός ήταν συνδεδεμένος με την με αριθμό ... προθεσμιακή κατάθεση ποσού 160.000 ευρώ, που έληγε την 27-3-2015. Την 5-1-2015, η εναγομένη ζήτησε την πρόωρη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης και στον εν λόγω λογαριασμό κατατέθηκε το ποσό των 160.000 ευρώ, στο οποίο προστέθηκαν οι μέχρι τότε τόκοι των 112 ευρώ και αφαιρέθηκε η ποινή των πρόωρης διακοπής, ποσού 720 ευρώ, με αποτέλεσμα την 5-1-2015, ο λογαριασμός να εμφανίζει υπόλοιπο ύψους 161.011,71 ευρώ, το οποίο την ίδια ημέρα η εναγομένη ανέλαβε και μετέφερε σε προσωπικό της λογαριασμό, (υπ'αριθμ. ...) την 25-12-2014 είχε υπόλοιπο ύψους 28.888,52 ευρώ. Την 31-12-2014, ο λογαριασμός πιστώθηκε με το ποσό του 1,95 ευρώ, που αντιστοιχούσε στους τόκους του δευτέρου εξαμήνου του 2014. Την 5-1-2015 προστέθηκε το ποσό των 109,92 ευρώ, που αντιπροσώπευε τόκους εναπομείναντος μέρους της με αριθμό ... προθεσμιακής κατάθεσης ύψους 56.500 ευρώ, που έληγε την 3-2-2015. Την 5-1-2015, η εναγομένη ζήτησε την πρόωρη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης και στον εν λόγω λογαριασμό κατατέθηκε το ποσό των 56.500 ευρώ, στο οποίο προστέθηκαν οι μέχρι τότε τόκοι των 8,16 ευρώ και αφαιρέθηκε η ποινή των πρόωρης διακοπής, ποσού 91,03 ευρώ. Προηγουμένως και μετά την 25-12-2014, η εναγομένη είχε προβεί σε τρεις αναλήψεις μετρητών, ποσού 2.000 ευρώ η κάθε μία (την 29-12-2014, δύο αναλήψεις και την 5-1-2015, αντιστοίχως), με αποτέλεσμα την 5-1-2015, ο λογαριασμός να εμφανίζει υπόλοιπο ύψους 79.417,52 ευρώ, το οποίο την ίδια ημέρα η εναγομένη ανέλαβε και μετέφερε σε προσωπικό της λογαριασμό. Συνολικά, από το χρόνο θανάτου της Κ. Π. (25-12-2014) έως και την 5-1-2015, η εναγομένη ανέλαβε από τους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς, το συνολικό ποσό των 240.429,23 ευρώ. Οι ως άνω τραπεζικοί λογαριασμοί, όπως προαναφέρθηκε, ήταν κοινοί, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 5638/1932 και κάθε συνδικαιούχος είχε δικαίωμα ν' αναλαμβάνει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, επί του οποίου, οι λοιποί συνδικαιούχοι είχαν δικαίωμα σε ίσα μέρη εκτός αν προέκυπτε κάτι διαφορετικό από την εσωτερική τους σχέση, ενώ είχε τεθεί στις συμβάσεις ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 2 του προαναφερθέντος νόμου, όρος, ότι σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των συνδικαιούχων, το ποσό της κατάθεσης, θα περιέλθει αυτοδικαίως στους επιζώντες λοιπούς συνδικαιούχους. Η εναγομένη ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και τον ισχυρισμό της αυτό επαναφέρει με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, ότι δικαιούχος του συνόλου των καταθέσεων των ως άνω κοινών τραπεζικών λογαριασμών, βάσει ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ήταν η ίδια και ότι βάσει αυτής (συμφωνίας) και της εσωτερικής τους σχέσης που διαμορφώθηκε μετά την ως άνω συμφωνία, αποκλείσθηκε το δικαίωμα αναγωγής της ενάγουσας έναντι αυτής. Περαιτέρω (ισχυρίζεται) ότι οι εν λόγω αναλήψεις έγιναν κατόπιν προτροπών της ενάγουσας και με τη συναίνεσή της και ότι προς επιβεβαίωση της ως άνω συμφωνίας και επιθυμίας της, συνετάγη το υπ'αριθμ. 5561/2-2-2015 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Φιλαρέτης Κώτση, δυνάμει του οποίου η τελευταία (ενάγουσα) της παρέσχε εντολή προς διαχείριση των τραπεζικών της λογαριασμών. Ειδικότερα, συνετάγη το υπ'αριθμ. 5561/2-2-2015 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Φιλαρέτης Κώτση, δυνάμει του οποίου η ενάγουσα παρέσχε στην εναγομένη τις κατωτέρω ειδικές εντολές, πληρεξουσιότητες και δικαιώματα: "1) Να διαχειρίζεται όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της εντολέα και τίτλους παραστατικούς αξιών, να εισπράττει τα πάσης φύσεως εισοδήματά της, όπως ενδεικτικά μισθώματα, τόκους, τοκομερίδια...2) Σε σχέση με οποιονδήποτε τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί η εντολέας, ατομικό ή κοινό με οποιοδήποτε πρόσωπο και σε οποιαδήποτε τράπεζα, να διαχειρίζεται τους λογαριασμούς αυτούς, να καταθέτει χρήματα, να αναλαμβάνει χρήματα και να μεταφέρει χρήματα, κατά την απόλυτη κρίση της και χωρίς κανένα περιορισμό. Να ενημερώνεται για την κίνηση των λογαριασμών αυτών και για το υπόλοιπό τους. Να ανοίγει, να κινεί και να κλείνει λογαριασμούς Τραπεζών, καταθέσεων, όψεως, τρεχούμενους σε ευρώ ή σε ξένο νόμισμα σε οποιαδήποτε Τράπεζα της Ελλάδος ή του Εξωτερικού, ατομικούς ή κοινούς με οποιαδήποτε πρόσωπα φυσικά ή νομικά...3) Να εισπράττει χρήματα από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, Δημόσιου ή Ιδιωτικού Δικαίου, Τράπεζα ή Υποκατάστημα καθώς και οποιοδήποτε ποσό της οφείλεται ή της ανήκει από οποιαδήποτε αιτία και δυνάμει οποιουδήποτε δικαιογράφου, όπως από καταθέσεις...4) Να εκμισθώνει προς οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους, χρόνο και μίσθωμα εγκρίνει, οποιαδήποτε ακίνητα ιδιοκτησίας της εντολέα...5) Να παρίσταται και να εκπροσωπεί την εντολέα ενώπιον κάθε Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) για κάθε υπόθεσή της...6) Να εκπροσωπεί την εντολέα ενώπιον κάθε Αρχής δημόσιας ή δημοτικής...7) Να αποδεχθεί για λογαριασμό της εντολέα την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά της Κ. Π. του Η. και της Σ., που απεβίωσε στην Θεσσαλονίκη στις 25-12-2014...Επίσης η εντολέας δήλωσε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει από σήμερα όλες τις πράξεις της πληρεξούσιας τις σχετικές με τις ανωτέρω εντολές, που ενήργησε στο παρελθόν ή θα ενεργήσει στο μέλλον, σαν νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και σαν να έγιναν από αυτήν την ίδια...". Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε ότι προγενέστερα, την 23-1-2015, συνετάγη το υπ'αριθμ. 23-1-2015 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ευαγγελίας Μητσιομπούνα, δυνάμει του οποίου η ενάγουσα παρέσχε στον υιό της Κ. Π. (πρώτο αναιρεσίβλητο) και στον δικηγόρο Θεσσαλονίκης, Θ. Μ., την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα ενεργώντας και ξεχωριστά ο καθένας: "1) Να απευθύνεται και να εκπροσωπεί την εντολέα για οποιαδήποτε υπόθεση της σε όλες τις Δημόσιες Υπηρεσίες...ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ να εμφανίζεται και να εκπροσωπεί την εντολέα σε οποιαδήποτε Τράπεζα προκειμένου να ενημερωθεί για τυχόν τραπεζικούς λογαριασμούς της εντολέως που υφίστανται στις Τράπεζες, ατομικούς ή κοινούς, το είδος και το ποσό αυτών, προβαίνοντας σε οποιαδήποτε διαχειριστική πράξη που αφορά αυτούς, σε αναλήψεις και καταθέσεις οποιουδήποτε ποσού, να αναλαμβάνει τόκους, να βεβαιώνει τόκους στο όνομα της εντολέως, να ανανεώνει τις προθεσμιακές καταθέσεις κατά την λήξη τους, να εισπράττει τα χρηματικά ποσά κατά την λήξη τους και γενικά να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που αφορά τους ανωτέρω λογαριασμούς...2) Να παρίσταται και να την αντιπροσωπεύει σε όλα τα Ελληνικά Δικαστήρια...3) Να αποδέχεται ανεπιφύλακτα την κληρονομιά της αποβιωσάσης την 25-12-2014 στην ..., Κ. Π. του Η., σε οποιαδήποτε ακίνητα ή εξ αδιαιρέτου ποσοστά και αν ανέρχεται αυτή...4)...Η εντολέας εγκρίνει και αποδέχεται από τώρα τις πράξεις και ενέργειες των παραπάνω πληρεξουσίων, τις σχετικές με τις πιο πάνω εντολές, ως νόμιμες, ισχυρές, έγκυρες και απρόσβλητες και νομικά δεσμεύουσες αυτήν...". Ακολούθως, δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, Θ. Μ., ζήτησε στο όνομα και για λογαριασμό αυτής και έλαβε, την 3-2-2015 και 25-2-2015, με αντίστοιχες επιστολές της Τράπεζας Πειραιώς, την κίνηση των κοινών ως άνω λογαριασμών, που τηρούνταν σ'αυτήν καθώς και το υπόλοιπό τους. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ. 154/5-6-2015 πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χαρίκλειας Μήγκου, η ενάγουσα ανακάλεσε όλες τις γενικές και ειδικές εντολές και πληρεξουσιότητες που παρέσχε με τα προαναφερθέντα υπ'αριθμ. 5561/2-2-2015 και 6205/23-1-2015 πληρεξούσια προς την εναγομένη και τον δικηγόρο Θ. Μ., αντίστοιχα και δυνάμει του υπ'αριθμ. 155/5-6-2015 πληρεξουσίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, διόρισε και κατέστησε τον υιό της Κ. Π., ειδικό αυτής πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της, ώστε αυτός για λογαριασμό της εντολέως να πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει, ακόμη και προς τον εαυτό του με αυτοσύμβαση, οποιοδήποτε ακίνητο, ιδιοκτησίας της και να εισπράττει το τίμημα, να συνιστά γονικές παροχές προς οποιοδήποτε από τα παιδιά της εντολέως ακόμη και προς τον εαυτό του, με αυτοσύμβαση, να συνιστά δωρεές, είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου, προς οποιονδήποτε, ακόμη και προς τον εαυτό του με αυτοσύμβαση καθώς και να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια σχετικά με τις ως άνω εντολές. Από τη συνεκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε ότι οι ανωτέρω κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί, τηρούνταν, χωρίς μεταξύ των ως άνω συνδικαιούχων αυτών να είχε συμφωνηθεί διαφορετική αναλογία από αυτήν που προβλεπόταν από το νόμο στο σύνολο του ποσού της κατάθεσης, ούτε είχε αποκλεισθεί, κατόπιν ειδικής συμφωνίας, το δικαίωμα αναγωγής εκάστου συνδικαιούχου. Στην κρίση αυτή του Δικαστηρίου συνηγορούν τα ακόλουθα γεγονότα: Την 2-2-2015 συνετάγη το υπ'αριθμ. 5561/2015 πληρεξούσιο, βάσει του οποίου, κατά τα προαναφερθέντα, η ενάγουσα έδωσε εντολή, μεταξύ των άλλων, στην εναγομένη να διαχειρίζεται, κατ'απόλυτη κρίση, τους λογαριασμούς στους οποίους η ίδια ήταν συνδικαιούχος, εγκρίνοντας, μάλιστα, τις πράξεις που ενήργησε στο παρελθόν σαν να έγιναν από αυτήν την ίδια, πλην ουδείς λόγος σύνταξης τούτου υπήρχε, εάν είχε προηγηθεί η επικαλούμενη από την εναγομένη συμφωνία. Ειδικότερα εάν η εναγομένη κατόπιν συμφωνίας ήταν αποκλειστική δικαιούχος των καταθέσεων, πρόδηλο καθίσταται ότι δεν απαιτείτο πληρεξούσιο για τη διαχείριση των κοινών λογαριασμών κατά το μερίδιο που αναλογούσε στην ενάγουσα και για την κίνηση και ανάληψη των κατατεθειμένων σ'αυτούς χρηματικών ποσών αφού σαν συνδικαιούχος αυτών μπορούσε, ιδίω δικαιώματι, να προβαίνει σε αναλήψεις ακόμη και του συνολικού ποσού των καταθέσεων ενώ δεν απαιτείτο και η εκ των υστέρων έγκριση ενεργειών στις οποίες είχε προβεί. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι προηγήθηκε του εν λόγω πληρεξουσίου, το υπ'αριθμ. 6205/23-1-2015 πληρεξούσιο, βάσει του οποίου η ενάγουσα παρέσχε εντολή στους πληρεξουσίους της για διερεύνηση του υπολοίπου των τραπεζικών λογαριασμών που διέθετε, κοινούς ή ατομικούς, γεγονός που καταδεικνύει ότι ουδεμία γνώση είχε για την κίνηση των ένδικων λογαριασμών και επιρρωνύει την κρίση ότι ουδέποτε απεμπόλησε οιοδήποτε δικαίωμα είχε επ' αυτών. Συνεπώς, με βάση τα προαναφερθέντα, ο ισχυρισμός της εναγομένης, η οποία, ...έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης, ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων ειδική συμφωνία που αφορούσε τη ρύθμιση των εσωτερικών σχέσεων των συνδικαιούχων των επίδικων λογαριασμών αναφορικά με την έκταση του δικαιώματος της ενάγουσας επ' αυτών και ειδικότερα ότι (η ενάγουσα) δεν είχε κανένα δικαίωμα επ' αυτών, αφού αποκλείσθηκε το δικαίωμα αναγωγής έναντι αυτής (εναγομένης), αποδεικνύεται αβάσιμος, καθώς από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ενόψει του ότι και οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης ως προς το σημείο τούτο, κρίνονται μη πειστικές. Ελλείψει, επομένως, συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ή άλλης εσωτερικής σχέσης, η ενάγουσα έχει δικαίωμα αναγωγής εκ του νόμου, έναντι της εναγομένης. Ενόψει τούτων, επί του υπολοίπου των υπ'αριθμ. ... και ... κοινών προθεσμιακών λογαριασμών, συνολικού ύψους 246.429,23 ευρώ, εκάστη εκ των συνδικαιούχων διαδίκων, ενόψει του ότι δεν προέκυψε με βάση τα ήδη προαναφερόμενα, ιδιαίτερη εσωτερική σχέση μεταξύ αυτών, ήταν δικαιούχοι αυτού, κατά ίσα μέρη, όπως τούτο, άλλωστε, ορίσθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, και με τον όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, που περιελήφθη επί των συμβάσεων των κοινών καταθετικών λογαριασμών, λόγω της δημιουργούμενης μεταξύ τους ενεργητικής σε ολόκληρο ενοχής, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη συμφωνία προς τούτο και συνεπώς, σε εκάστη εξ αυτών (συνδικαιούχων) αναλογούσε το 1/2 αυτού, ήτοι, το ποσό των 123.214,615 ευρώ. Ως εκ τούτου, η εναγομένη που ανέλαβε όλο το ανωτέρω ποσό των 246.429,23 ευρώ, είχε μεν δικαίωμα προς τούτο (στην ανάληψη ολόκληρου του ποσού των καταθέσεων), αλλά η συνδικαιούχος ενάγουσα, είχε δικαίωμα να απαιτήσει από αυτήν, το υπόλοιπο αυτού που αντιστοιχεί στο 1/2 των ως άνω καταθέσεων, αφού όπως ελέχθη, από τη συνδέουσα αυτές εσωτερική σχέση δεν προέκυπτε άλλη αναλογία ή δικαίωμα παρακράτησης όλου του αναληφθέντος, από τους κοινούς λογαριασμούς, ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τη συνδικαιούχο, που δεν έκανε ανάληψη του ποσού. Η ενάγουσα, ανέφερε στην κρινόμενη αγωγή της, ότι από το ανωτέρω αναληφθέν ποσό, η εναγομένη της παρέδωσε το συνολικό ποσό των 10.500,00 ευρώ και ειδικότερα ποσό 7.500,00 ευρώ, κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2015 (1.500,00 ευρώ X 5 μήνες) και ποσό 3.000,00 ευρώ, που κατέβαλε για έξοδα νοσηλίας της στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, εντός του Ιανουάριου 2015. Συνεπώς, μετ'αφαίρεση του ως άνω ποσού, η ενάγουσα δικαιούται, από την προαναφερθείσα αιτία, το ποσό των 112.714,615 (123.214,615-10.500,00) ευρώ. Η εναγομένη-εφεσίβλητη, με τις προτάσεις που νομίμως κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επαναφέρει τις κατωτέρω αναφερόμενες και πρωτοδίκως υποβληθείσες ενστάσεις της: Α) περί συμψηφισμού της ένδικης απαίτησης με ανταπαίτηση που διατηρεί έναντι της ενάγουσας. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι διατηρεί έναντι αυτής ανταπαίτηση ποσού 197.309,61 ευρώ από δαπάνες που πραγματοποίησε για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της Κ. Π. προ του θανάτου της και της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από το έτος 2005 έως το έτος 2014, την οποία προτείνει σε συμψηφισμό με την ένδικη απαίτηση. Ο ισχυρισμός της αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης αφού αφορά δαπάνες που, όπως η ίδια (εναγομένη) διατείνεται, πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα προ του θανάτου της αποβιωσάσης Κ. Π. και αποτελούν αντικείμενο της αγωγικής βάσης για την οποία εκδόθηκε μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όχι την ένδικη αγωγική βάση, Β) περί..., Γ) περί..... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα, το ποσό των 112.714,615 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξόφλησης,....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της αρχικώς ενάγουσας και του προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντος δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή της αρχικώς ενάγουσας κατά της αναιρεσείουσας ως προς τη βάση την επιστηριζόμενη στις περί κοινού τραπεζικού λογαριασμού διατάξεις και, ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή κατά την ως άνω βάση της, και την ασκηθείσα αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, κατά το μέρος που αφορούσε την ανωτέρω βάση, τις έκανε δεκτές και ως κατ'ουσίαν βάσιμες, και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αρχικώς ενάγουσα το συνολικό ποσό των 112.714,615 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης. 4. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α` και β` του Ν.5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", καθόσον, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι εν λόγω κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί, τηρούνταν χωρίς να έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συνδικαιούχων διαφορετική αναλογία από αυτήν που προβλεπόταν από το νόμο στο σύνολο του ποσού της κατάθεσης, ούτε και είχε αποκλεισθεί, κατόπιν ειδικής συμφωνίας, το δικαίωμα αναγωγής εκάστου συνδικαιούχου, έτσι ώστε η αρχικώς ενάγουσα να μην έχει οποιοδήποτε δικαίωμα επ' αυτών, ολικώς ή μερικώς, με συνέπεια εφόσον η αναιρεσείουσα συνδικαιούχος ανέλαβε, κατά τις ίδιες παραδοχές, το σύνολο των καταθέσεων, η αρχικώς ενάγουσα, ως μη αναλαβούσα συνδικαιούχος των λογαριασμών, να έχει, κατ' αρχάς, απαίτηση προς καταβολή από την αναλαβούσα αναιρεσείουσα του ημίσεως των ανωτέρω χρηματικών ποσών. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τη συνδρομή των απαιτούμενων στοιχείων για την πλήρωση του πραγματικού των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 493 α ΑΚ και 1 παρ. 1 και 2 εδ. α` και β` του Ν.5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", βάσει δε αυτών και σύμφωνα με το πραγματικό των ειρημένων διατάξεων επέρχεται η έννομη συνέπεια των διατάξεων αυτών, η επικαλούμενη δηλαδή από την αρχικώς ενάγουσα εκ του νόμου αναλογία με βάση την οποία είχε, κατ' αρχάς, δικαίωμα να απαιτήσει από την αναιρεσείουσα, το υπόλοιπο ποσό που αντιστοιχεί στο 1/2 των ως άνω καταθέσεων, και όχι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα διαφορετική αναλογία μεταξύ των συνδικαιούχων των ανωτέρω κοινών τραπεζικών λογαριασμών και ο αποκλεισμός του δικαιώματος αναγωγής της συνδικαιούχου αρχικώς ενάγουσας. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, κατά τα οικεία μέρη, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. 5. Περαιτέρω, όμως, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα και θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 238 ΑΚ ένσταση περί της εκ των υστέρων έγκρισης από την συνδικαιούχο (αρχικώς) ενάγουσα των γενομένων από αυτήν (αναιρεσείουσα) επίμαχων αναλήψεων από τους ένδικους κοινούς λογαριασμούς, όσον αφορά το αναλογούν στην ενάγουσα μερίδιο, και της αντίστοιχης μεταφοράς των χρηματικών ποσών στον ατομικό λογαριασμό της, κάνοντας δεκτό τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ότι κατά το χρόνο της σχετικής δήλωσης, η ενάγουσα δεν γνώριζε τις ανωτέρω αναλήψεις και, συνεπώς, η έγκριση δεν παρήγαγε έννομες συνέπειες, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 238, 454, 493 ΑΚ, σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α` και β` του Ν.5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", δεδομένου ότι, ειδικότερα, αφενός μεν δεν προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε οι διαλαμβανόμενες στην απόφαση αιτιολογίες, δεν είναι σαφείς και πλήρεις αναφορικά και με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, α) ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε, ως εναγομένη, δύο ισχυρισμούς, ήτοι α) ότι δικαιούχος του συνόλου των καταθέσεων των ένδικων κοινών τραπεζικών λογαριασμών, βάσει ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ήταν η ίδια και ότι βάσει αυτής (συμφωνίας) και της εσωτερικής τους σχέσης που διαμορφώθηκε μετά την ως άνω συμφωνία, αποκλείσθηκε το δικαίωμα αναγωγής της ενάγουσας έναντι αυτής και β) ότι οι επίμαχες αναλήψεις έγιναν κατόπιν προτροπών της αρχικώς ενάγουσας και με τη συναίνεσή της άλλως με την εκ των υστέρων έγκρισή της, στη συνέχεια απορρίπτει σαφώς μόνον τον πρώτο από τους ανωτέρω ισχυρισμούς, διαλαμβάνοντας συγκεκριμένα ότι "ο ισχυρισμός της εναγομένης, η οποία, ...έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης, ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων ειδική συμφωνία που αφορούσε τη ρύθμιση των εσωτερικών σχέσεων των συνδικαιούχων των επίδικων λογαριασμών αναφορικά με την έκταση του δικαιώματος της ενάγουσας επ' αυτών και ειδικότερα ότι (η ενάγουσα) δεν είχε κανένα δικαίωμα επ'αυτών, αφού αποκλείσθηκε το δικαίωμα αναγωγής έναντι αυτής (εναγομένης), αποδεικνύεται αβάσιμος, .... ελλείψει, επομένως, συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ή άλλης εσωτερικής σχέσης, η ενάγουσα έχει δικαίωμα αναγωγής εκ του νόμου, έναντι της εναγομένης", χωρίς ωστόσο να περιλάβει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή απορριπτική κρίση και για τη δεύτερη προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση, περί εγκρίσεως δηλαδή από την αρχικώς ενάγουσα, με το 5561/2-2-2015 πληρεξούσιο, των επίμαχων αναλήψεων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί και να προκαλείται ασάφεια, σχετικά με το αν το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο περαιτέρω ότι του ανωτέρω πληρεξουσίου προς την αναιρεσείουσα "προηγήθηκε... το υπ' αριθμ. 6205/23-1-2015 πληρεξούσιο, βάσει του οποίου η ενάγουσα παρέσχε εντολή στους πληρεξουσίους της για διερεύνηση του υπολοίπου των τραπεζικών λογαριασμών που διέθετε, κοινούς ή ατομικούς, γεγονός που καταδεικνύει ότι ουδεμία γνώση είχε για την κίνηση των ένδικων λογαριασμών και επιρρωνύει την κρίση ότι ουδέποτε απεμπόλησε οιοδήποτε δικαίωμα είχε επ' αυτών", επιχειρηματολογεί απλώς υπέρ της αβασιμότητας και, συνακόλουθα, της απόρριψης της πρώτης έντασης της αναιρεσείουσας ή, αντιθέτως, εκφέρει καταφατική κρίση περί της βασιμότητας σχετικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων και δη αν αυτός ήταν απλός αρνητικός της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί έγκρισης των αναλήψεων που προέβαλε η αναιρεσείουσα εναγομένη ή, αντιθέτως, αποτελούσε αυτοτελή ισχυρισμό (αντένσταση) των αναιρεσιβλήτων καταλύοντα την ιστορική βάση της ανωτέρω ένστασης, β) ενώ δέχεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι προηγήθηκε του 5561/2.2.2015 πληρεξουσίου προς την αναιρεσείουσα το 6205/23.1.2015 πληρεξούσιο, βάσει του οποίου η αρχικώς ενάγουσα παρέσχε εντολή στους αναφερόμενους σ' αυτό πληρεξουσίους της για διερεύνηση του υπολοίπου των τραπεζικών λογαριασμών που διέθετε, κοινούς ή ατομικούς και ότι ο πληρεξούσιός της Θ. Μ. ζήτησε και έλαβε γνώση της κινήσεως των ένδικων λογαριασμών, με αντίστοιχες επιστολές της Τράπεζας Πειραιώς, στις 3-2-2015 και 25-2-2015, δεν αναφέρει για ποιο λόγο συνετάγη στις 2-2-2015, δηλαδή πριν την κοινοποίηση των επιστολών της Τράπεζας Πειραιώς, το 5561/2015 πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου ενέκρινε τις μέχρι τότε πράξεις και ενέργειες της αναιρεσείουσας, και γ) ενώ δέχεται ότι ο πληρεξούσιος της αρχικώς ενάγουσας και ίδια έλαβαν γνώση της κινήσεως των ένδικων λογαριασμών, με αντίστοιχες επιστολές της Τράπεζας Πειραιώς, στις 3-2-2015 και 25-2-2015, δεν αναφέρει για ποιο λόγο η αρχικώς ενάγουσα δεν προέβη άμεσα αλλά μετά από τέσσερις μήνες, δυνάμει του 155/5.6.2015 πληρεξουσίου, σε ανάκληση του 5561/2.2.2015 πληρεξουσίου προς την αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να μη αιτιολογείται επαρκώς η έλλειψη γνώσης της αρχικώς ενάγουσας αναφορικά με τις επίμαχες αναλήψεις εκ μέρους της αναιρεσείουσας, στις οποίες αναφέρεται η επικαλούμενη από αυτή έγκριση. Περαιτέρω, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή αντένσταση των αναιρεσιβλήτων περί ακύρωσης της έγκρισης λόγω πλάνης της ενάγουσας, ο εν λόγω ισχυρισμός ήταν αόριστος, αφού δεν προβλήθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, παραδεκτά, καθόσον απλή επίκληση της ακυρωσίας της έγκρισης, χωρίς ταυτόχρονη άσκηση του δικαιώματος ακύρωσης αυτής, δεν αρκεί. Επομένως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφενός μεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφετέρου δε υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ή, αλλιώς, της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, αλλά διαφορετικών τοιούτων) και, ως εκ τούτου, oι πρώτος και τρίτος, κατά τα οικεία μέρη, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ.8α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ.1 όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα), με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. 6. Από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχωρήσεως, που είναι αναιτιώδης, έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαιτήσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 1725/2014). Ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη, γι` αυτό και ο οφειλέτης ελευθερώνεται αν πριν την αναγγελία καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση αφέσεως(ΑΠ 1216/1995). Όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 158, 455, 458, 460,462 ΑΚ, η αναγγελία της εκχωρήσεως η οποία είναι απαραίτητη για να μπορεί ο εκδοχέας να ασκήσει κατά του οφειλέτη τα δικαιώματα που πηγάζουν από την εκχώρηση και να αξιώσει την καταβολή της απαιτήσεως που του εκχωρήθηκε δεν υποβάλλεται σε πανηγυρικό τύπο. Έτσι μπορεί να γίνει εγγράφως ή προφορικώς, όπως και με επίδοση αγωγής του εκδοχέα για την καταβολή της εν λόγω απαιτήσεως. Η επίδοση αυτή συνιστά αναγγελία της εκχωρήσεως, χωρίς να είναι αναγκαίο τούτο να αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής. Εξάλλου περιεχόμενο της αναγγελίας πρέπει να είναι ό,τι εκ της συμβάσεως της εκχωρήσεως ενδιαφέρει τον οφειλέτη και συγκεκριμένα αυτή η ίδια η εκχώρηση, το πρόσωπο εκχωρητού και εκδοχέως, η εκχωρηθείσα απαίτηση και οι όροι της εκχωρήσεως όσοι ενδιαφέρουν τον οφειλέτη. Επίδοση του εκχωρητηρίου ή αντιγράφου του περιεχομένου αυτού στο έγγραφο της αναγγελίας δεν απαιτείται. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.,458,460, 462 και 463 ΑΚ προκύπτει ότι η απαίτηση του εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό του όνομα τις αγωγές τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενος μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή δανειστή. Επί εκχωρήσεως δε, ο οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή. Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων με παρακολουθηματικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών. Επομένως, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, ο εκδοχέας γίνεται, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη και ότι ο τελευταίος μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΠ 1074/2022,ΑΠ 1109/2020). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 225 §§1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων, εωσότου νομίμως περατωθεί. Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 1591/2003), η σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 του ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομα του τη δίκη, κληρονόμος αυτού (ΑΠ 644/2000, ΑΠ 103/1997, ΑΠ 372/1989). Ο ειδικός διάδοχός του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του, διαδίκου, ούτε μετά τον θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, ν` ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1/1996). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών αποτελούν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν. Κατά δε το άρθρο 179 του ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 του ίδιου Κώδικα : "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή" (ΑΠ 973/2015, ΑΠ 820/2014, ΑΠ 2139/2013, ΑΠ 1726/2011). Δεν αποκλείεται να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ, εκμετάλλευση του άλλου μέρους, υπό περιστάσεις και συνθήκες που προσδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής κατά τη γενική διάταξη του 178 ΑΚ. Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς από τη διάταξη αυτή λόγου ακυρότητας, προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφορετικών εκείνων του άρθρου 179 ΑΚ, αφού η τελευταία αυτή διάταξη, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του άρθρου 178 ΑΚ, ενώ μόνη η τυχόν συνδρομή δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής δεν αρκεί, χωρίς άλλο, να προσδώσει στη σύμβαση το χαρακτήρα της αντίθεσής την προς τα χρηστά ήθη κατά την έννοια του άρθ. 178 του ΑΚ (ΑΠ 912/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 127/2014, ΑΠ 281/2014, ΑΠ 2005/2009).Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της καταρτίσεως της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 714/1973). Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 714/1973,ΑΠ 86/2018, ΑΠ 432/2016,ΑΠ 151/2015,ΑΠ 820/2014, ΑΠ 2095/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Αναφορικά με την από 24-11-2015 σύμβαση εκχώρησης, επί της οποίας στηρίζεται η πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Την 24-11-2015 συνετάγη μεταξύ της ενάγουσας και του εγγονού της Θ. Π. (δευτέρου αναιρεσιβλήτου) ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης απαίτησης με το ακόλουθο περιεχόμενο: "α. Η αφενός συμβαλλόμενη άσκησε κατά της Χ. Π. του Θ. την με αριθμό πράξεως καταθέσεως 22062/19.11.2015 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτική διαδικασία), ζητώντας τα εν αυτή. Β. Σήμερα με το παρόν η Μ. Π. εκχωρεί (ΑΚ 455) στον Θ. Π. όλες τις απαιτήσεις της κατά της Χ. Π. που περιγράφονται στην ανωτέρω αγωγή". Η εναγομένη-καθ'ης η πρόσθετη παρέμβαση, με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες και τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις της,... επικαλείται ότι η σύμβαση εκχώρησης είναι άκυρη λόγω αντίθεσης της στα χρηστά ήθη (άρθρ. 178 ΑΚ). Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων σε συνεργασία με τον πατέρα του- υιό της ενάγουσας, Κ. Π., εκμεταλλεύτηκαν την προχωρημένη ηλικία αυτής (ενάγουσας), την κακή κατάσταση της υγείας της και κάτω από την ψυχολογική πίεση που της ασκούσαν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι την κρατούσαν απομονωμένη από φίλους και συγγενείς, την εξανάγκασαν να προβεί στην ένδικη εκχώρηση, η οποία έχουσα το ανωτέρω περιγραφόμενο περιεχόμενο και συναφθείσα υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις και συνθήκες αντίκειται στα χρηστά ήθη και είναι άκυρη, κατ' άρθρ. 178 ΑΚ. Όπως προεκτέθηκε..., η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας, κρίνεται από το περιεχόμενό της, σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, ωστόσο εν προκειμένω, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης εκχώρησης και τις προαναφερθείσες συνθήκες και περιστάσεις κατάρτισής της, αυτή δεν αντίκειται, κατά την αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, στην ηθική και τα συναλλακτικά ήθη, θεωρούμενα από την άποψη του κοινωνικού συνόλου. Ο επικαλούμενος εξαναγκασμός της ενάγουσας στην κατάρτιση της σύμβασης, αφορά ελάττωμα της δηλωθείσας βούλησης της τελευταίας δυνάμενο να θεμελιώσει ενδεχομένως αξίωση της ίδιας για ακύρωση αυτής και δεν καθιστά, κατά τα προεκτεθέντα, τη σύμβαση αυτή (εκχώρηση) αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και για το λόγο αυτό άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 178 του ΑΚ, απορριπτομένου ως νόμω αβασίμου του εν λόγω ισχυρισμού....". Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παραβιάσεως του άρθρου 178 ΑΚ, συνιστάμενες αφενός μεν στην παραβίαση της πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, αναφορικά με την από 24-11-2015 σύμβαση εκχώρησης, επί της οποίας στηρίζεται η πρόσθετη παρέμβαση και ειδικότερα σε εσφαλμένη μη εφαρμογή αυτής, καθόσον οι συνοδεύουσες τη σύμβαση εκχώρησης περιστάσεις, όπως η προχωρημένη ηλικία της αρχικώς ενάγουσας, η κακή κατάσταση της υγείας της, η απομόνωσή της από φίλους και συγγενείς από τους αναιρεσιβλήτους και η ψυχολογική πίεση που της ασκούσαν, δικαιολογούσαν τον εξαναγκασμό αυτής στην κατάρτιση της ένδικης εκχώρησης, με επακόλουθο την αντίθεσή της στα χρηστά ήθη και την ως εκ τούτου ακυρότητά της, αφετέρου δε στην εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των αναφερόμενων σ' αυτό ζητημάτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν υπάγονταν στη διάταξη του ως άνω άρθρου 178 ΑΚ, ενώ από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την έγκυρη κατάρτιση της σύμβασης εκχώρησης επί της οποίας στηρίζεται η πρόσθετη παρέμβαση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου. Κατόπιν αυτού, η απόρριψη του ίδιου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας από το Εφετείο ως νόμω αβασίμου, διότι "ο επικαλούμενος εξαναγκασμός της ενάγουσας στην κατάρτιση της σύμβασης, αφορά ελάττωμα της δηλωθείσας βούλησης της τελευταίας δυνάμενο να θεμελιώσει ενδεχομένως αξίωση της ίδιας για ακύρωση αυτής και δεν καθιστά, κατά τα προεκτεθέντα, τη σύμβαση αυτή (εκχώρηση) αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και για το λόγο αυτό άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 178 του ΑΚ", αλυσιτελώς προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, ως επάλληλη. Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω λόγο της αίτησης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παραβιάσεως του άρθρου 455 ΑΚ, με την αιτίαση ότι η σύμβαση εκχώρησης είναι άκυρη διότι η ένδικη απαίτηση (αξίωση από αναγωγή εκ του άρθ.493 ΑΚ) που εκχωρήθηκε από την αρχικώς ενάγουσα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, είναι προσωποπαγής και ως εκ τούτου ανεκχώρητη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ, διότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ούτε και η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι προέβαλε τέτοιον ισχυρισμό. 7. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή των κριθέντων ως βασίμων πρώτου και τρίτου λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος με το οποίο έκρινε, ότι η αρχικώς ενάγουσα δεν γνώριζε τις επίμαχες αναλήψεις εκ μέρους της αναιρεσείουσας από τους ένδικους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς όταν παρείχε την έγκρισή της δυνάμει του 5561/2015 πληρεξουσίου, απορρίπτοντας για το λόγο αυτό την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση έγκρισης των εν λόγω αναλήψεων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3), χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες από τους αρ. 9, 11, 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με το 5561/2015 πληρεξούσιο, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με την ένσταση συμψηφισμού, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των γενομένων δεκτών ως άνω λόγων αναίρεσης. Οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που υπέβαλε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτήν, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1052/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή είναι εφικτή. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτήν. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ