Αριθμός 1475/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ταπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" - "ΕΘΝΙΚΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕ", όπως μετονομάσθηκε η πρώην "ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΠΑΕΓΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα, κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεώς της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σπηλιόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Της αναιρεσίβλητου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - A.T.I.C", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ηρώ Βιδάλη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Ιουλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4673/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2474/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Απριλίου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 27 Αυγούστου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου της 327/19.4.2011 αιτήσεως για αναίρεση της 2474/30.4.2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη 327/19-4-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2474/30-4-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με την 108766/6431/29-7-2004 αγωγή η δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητη διετείνετο, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ιδία, ότι (α) για την αγορά των καπνών από τους παραγωγούς, που ακολούθως αυτή επεξεργάζεται και μεταπωλεί στο εξωτερικό, λαμβάνει δάνεια από Τράπεζες, που διασφαλίζονται με ενέχυρο επί των καπνών, (β) η αμοιβή της (αρχικώς) εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" - "ΕΘΝΙΚΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕ", στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε στη συνέχεια, μετά τη συγχώνευσή της δι'απορροφήσεώς της, η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, για τις υπηρεσίες αποθηκεύσεως και διαφυλάξεως των ενεχυρασθέντων καπνών ανέρχεται σε 0,3% επί του οφειλομένου ποσού του δανείου, που διασφαλίζεται με τα καπνά, που έχουν αποθηκευτεί και ενεχυριασθεί υπέρ των Τραπεζών που έδωσαν το δάνειο για την αγορά εκ μέρους της ενάγουσας της αντίστοιχης ποσότητας καπνού, (γ) λόγω της γενικής αδυναμίας της ενάγουσας να πληρώσει τις οφειλές της, με το από 13-5-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε, μεταξύ αυτής και των Τραπεζών που αναφέρονται σ'αυτή που εκπροσωπούσαν το 85,3% των πιστώσεων, που επικυρώθηκε με την 6746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και οι όροι του κατέστησαν υποχρεωτικοί και για τους μη συμβληθέντες δανειστές της, όπως η εναγομένη, η οφειλή της προς την τελευταία περιορίστηκε σε 5382,82 ευρώ για το χρονικό διάστημα, μέχρι 31-12-1999 ενώ στο άρθρο 2 παρ. 3 ορίζεται ότι οι πάσης φύσεως οφειλές της ενάγουσας που παράγονται μετά την 1/1/2000 ως παρακολούθημα των αρχικών απαιτήσεων περιορίζονται και υπολογίζονται με βάση τα ποσά στα οποία περιορίζεται η όλη οφειλή, (δ) με βάση τους όρους αυτού του συμφωνητικού η αμοιβή της εναγομένης σε ποσοστό 0,3% επί του ποσού του δανείου πρέπει να υπολογιστεί επί των κατωτέρω ποσών για κάθε δανείστρια Τράπεζα, πως οι απαιτήσεις τους περιορίσθηκαν με βάση την ανωτέρω συμφωνία ρυθμίσεως χρεών 1) για την Αγροτική Τράπεζα σε 7.112.531,43 ευρώ 2) για την Εθνική Τράπεζα σε 1.466.283,62 ευρώ, 3) για την Εμπορική Τράπεζα σε 880.505,30 ευρώ (ε) οι οφειλές της προς την εναγομένη ανέρχονταν σε : 1) για το χρονικό διάστημα από 31-12-1999 έως ...............στο ποσό των 5.382 ευρώ 2) για την περίοδο από 1-1-2000 έως 16-7-2002 Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος 54.331,00 ευρώ (όπως το ποσό διορθώθηκε), Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος 6.710,00 ευρώ, Εθνική Τράπεζα 11.178,00 ευρώ και συνολικά για διάστημα αυτό σε 72.219,00 ευρώ και 3) για την περίοδο από 17/7/2002 ως 30/6/2003 σε 12.000,00 ευρώ και συνολικά σε 89.601,00 ευρώ (5.382,00 + 72.219,00 + 12.000,00 ευρώ), (στ) έναντι του ποσού αυτού κατέβαλε στην εναγομένη κατά την περίοδο από 1-1-20000 ως 17-7-2002 συνολικώς 203.584,00 ευρώ και κατά την περίοδο από 17-7-2002 ως 30-6-2003 το ποσό των 25.500,00 ευρώ, δηλαδή συνολικώς έχει καταβάλλει στην εναγομένη το ποσό των 229.084 ευρώ, από το οποίο είναι αχρεωστήτως καταβληθέν το ποσό των 139.483,00 ευρώ (229.084 - 89.601), που αρνείται να της καταβάλλει ζητώντας να υπολογίζονται οι οφειλόμενες αμοιβές της με βάση το αρχικό ποσό της οφειλής της (ενάγουσας) προς τις ενεχυρούχες δανείστριες τράπεζες. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζητεί να αναγνωριστεί (α) ότι η οφειλή της προς την εναγομένη για τα αποθηκευτικά της δικαιώματα στις ποσότητες καπνού που είναι αποθηκευμένες σ'αυτή λόγω ενεχύρου ανέρχεται σε ποσοστό 0,3% επί του οφειλομένου 1) προς την Αγροτική Τράπεζα ποσού 7.112.531,43 ευρώ, 2) προς την Εθνική Τράπεζα ποσού 1.466.283,62 ευρώ, 3) προς την Εμπορική Τράπεζα ποσού 880.505,30 ευρώ, όπως τα ποσά αυτά ρυθμίστηκαν με την από 13-5-2002 σύμβαση ρυθμίσεως χρεών και [β) ότι η εναγομένη της οφείλει με βάση της διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού ως αχρεωστήτως καταβληθέν το ποσό των 139.483,00 ευρώ." Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης η 4673/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αξιολογήθηκε ως αόριστη και απορρίφθηκε και σε δεύτερο βαθμό, κατ'αποδοχή της 789/25-1-2007 εφέσεως της ενάγουσας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ'ουσίαν της υποθέσεως και παραδοχή της, η 2474/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ'ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της,"Η ενάγουσα Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ATIC-ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ασκώντας οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα από το έτος 1997 συνισταμένη α)στην αγορά, επεξεργασία και μεταποίηση αγροτικών προϊόντων της ελληνικής ή ξένης προελεύσεως και β) στην αγορά, επεξεργασία, εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία καπνού σε φύλλα και καπνικών προϊόντων λόγω της έκδηλης οικονομικής αδυναμίας από το τέλος του 1999 πληρωμής των οφειλών της κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. Β' του Ν. 1386/1983 με το από 13/5/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και των πιστωτριών Τραπεζών της Ελλάδος, Αγροτικής, Εθνικής και Εμπορικής, που αντιπροσώπευαν ποσοστό πάνω του 60% του συνόλου των απαιτήσεων κατ'αυτής (ενάγουσας) και συγκεκριμένα ποσοστό 85,3% συμφώνησε στην υπαγωγή της στη διαδικασία του άρθρου 44 του Ν. 1892/1990.Το συμφωνητικό αυτό επικυρώθηκε με την απόφαση 6746/2002 του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη βάσει της οποίας υπήχθη η ενάγουσα στη διαδικασία του άρθρου 44 του ανωτέρω Νόμου και οι όροι του συμφωνητικού κατέστησαν υποχρεωτικοί και για τους μη συμβληθέντες δανειστές (άρθρο 1 παρ. 4) κατά τα αμέσως ανωτέρω μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η νυν εναγομένη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε. (ΕΘΝΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ Α.Ε.) πρώην ΠΑΕΓΑΕ (Προνομιούχος Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος). Η τελευταία ενώ το σύνολο του ποσού που έπρεπε να εισπράξει με βάση τη σύμβαση της εξ αυτής μείωσης των οφειλομένων προς τις πιστώτριες Τράπεζες ποσών των εξαχθέντων καπνών ανήρχετο κατά τη χρονική περίοδο από 1/1/2000 έως 16/7/2002 (ημεροχρονολογία που δημοσιεύθηκε η άνω Εφετειακή απόφαση δηλαδή για 30,5 μήνες για 1) την Αγροτική Τράπεζα μετά τον περιορισμό της προς αυτήν οφειλής σε 7.112.531,43 ευρώ και επ'αυτού το ποσοστό δικαιωμάτων της ΠΑΕΓΑΕ ανήρχετο σε (7.112.531,43 Χ 0,3%) 21.337,60 ευρώ ανά έτος και για το ανωτέρω χρονικό διάστημα των 30,5 μηνών (21.377,60 : 12 μήνες Χ 30 μήνες + 16 ημέρες) 54.331 ευρώ η ενάγουσα αναγκάσθηκε από την εναγομένη να της καταβάλλει για το ίδιο χρονικό διάστημα 139.061 ευρώ. Δηλαδή της κατέβαλε αχρεωστήτως 84.730 ευρώ 2) Για την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος μετά τον περιορισμό της οφειλής της σε ποσό 1.466.283,62 ευρώ, έπρεπε να της καταβάλλει ποσοστό δικαιωμάτων της (1.466.283,62 Χ 0,3% ) 254,48 ευρώ ανά έτος και για το χρονικό αυτό διάστημα των 30 μηνών και 16 ημερών (254,48 ευρώ : 12 μήνες Χ 30 μήνες και 16 ημέρες) 11.178 ευρώ ενώ αναγκάσθηκε να της καταβάλλει 33.035 ευρώ δηλαδή διαφορά επιπλέον καταβολής 21.857 ευρώ, 3) Για την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος για ποσό οφειλής 880.515,30 Χ 0,3% έπρεπε να της καταβάλλει δικαιώματα 6.710 ευρώ και εξαναγκάσθηκε από την εναγομένη μετά από επίμονες πιέσεις της και προκειμένου να της επιτρέψει να αφαιρέσει από τις αποθήκες τα καπνά που ήταν για εξαγωγή και της κατέβαλε 31.488 ευρώ δηλαδή της κατέβαλε επί πλέον 24.778 ευρώ. Επομένως, συνολικώς έπρεπε να της καταβάλλει (η ενάγουσα) με βάση την οφειλή της προς τις τρεις πιστώτριες Τράπεζες 72.219 ευρώ (54.331 + 11.178 + 6.710 ευρώ) και της κατέβαλε 203.584 ευρώ, δηλαδή οφείλει 131.565 ευρώ (βλ. σχετικές έξι (6) αποδείξεις εισπράξεως που αφορούν καταβολές προγενέστερες της αποφάσεως του Εφετείου,. και του ιδιωτικού συμφωνητικού ρυθμίσεως των χρεών της ενάγουσας). Ομοίως οι καταβολές προς αυτή για τη χρονική περίοδο από 17/7/2002 έως 30/6/2003 και μετά τη μείωση των οφειλών προς τις Τράπεζες ανήλθαν σε 25.500 ευρώ αντί του οφειλομένου ποσοστού προς αυτή των 13.500 ευρώ, δηλαδή της κατέβαλλαν επιπλέον ποσό 12.000 ευρώ που αθροιζόμενο με το ποσό που αναγκάσθηκε να καταβάλλει ( η ενάγουσας) αχρεωστήτως επιπλέον των οφειλομένων δικαιωμάτων για τη χρονική περίοδο από 1/1/2000 έως 16/7/2002 των 131.365 ευρώ ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 143.635 ευρώ (131.365 + 12.000 = 143.365 ευρώ), το οποίο όμως περιορίζεται τόσο στην αγωγή όσο και στις προτάσεις στο ποσό των 139.483 ευρώ. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι αυτή, στο πλαίσιο της επιλύσεως της διαφοράς και στο πνεύμα της καλής σχέσεως και συνεργασίας με τις Τράπεζες δέχθηκε για το από 11-9-2002 χρόνο καθ'ον αναγνωρίσθηκε επισήμως η ανωτέρω σύμβαση και η δήλωση των ενεχυρούχων ότι προσδιορίζουν τα καπνοδάνεια στα οριζόμενα ποσά και άρχισε από τον παραπάνω χρόνο να υπολογίζει τα δικαιώματα αποθηκεύσεως με βάση τα νέα ποσά όλων των Τραπεζών χωρίς σκοπιμότητα αναδρομικότητας ή αποδοχής του από 14-5-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος και ως ουσιαστικώς αβάσιμος". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες η έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ'όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια του ν.δ. 3077/1954 και ιδία των διατάξεων των άρθρων 1,15,23,26-28, 30, 45, 46, 50 παρ.παρ.3,5 και 51 παρ.1 αυτού , (α) οι Γενικές Αποθήκες σκοπό έχουν την φύλαξή των αποτιθεμένων εις εκείνες εμπορευμάτων και την έκδοση τίτλων αποθηκεύσεως, μεταβιβαστών δι'οπισθογραφήσεως στο κομιστή, (β) για τη φύλαξη και διαχείριση των αποθηκευμένων εμπορευμάτων εισπράττουν δικαιώματα αποθηκεύσεως, σε περίπτωση μη πληρωμής των οποίων επακολουθεί πλειστηριασμός και εκκαθάριση του εκπλειστηριάσματος, με προβλεπόμενη κατάταξη των αποθηκεύτρων και των εξόδων διαχειρίσεως στην πρώτη τάξη και (γ) η σύμβαση αποθηκεύσεως μεταξύ αποθέτη και Γενικών Αποθηκών είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη εκείνης της ενεχυράσεως μεταξύ αποθέτη και ενεχυρούχου δανειστή, για την οποία εκδίδεται το ενεχυρόγραφο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 44 παρ.1 του Ν.1892/1990, που καταργήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 44 του ν.3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), συμφωνίες μεταξύ των πιστωτών και επιχειρήσεως, περιλαμβανομένης σε μία από τις περ. α', β', γ' και δ', της παρ.1 του άρθρου 5 του Ν 1386/1983, που ρυθμίζουν ή περιορίζουν χρέη αυτής, δεσμεύουν και τους μη συμβεβλημένους πιστωτές, το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως, κύριας ή επικουρικής, τις Τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχειρήσεως, εφόσον: α. Οι συμβεβλημένοι πιστωτές εκπροσωπούν το 60% του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένων, όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται στα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και στον ισολογισμό της τελευταίας πριν από τη συμφωνία εταιρικής χρήσεως, β. συναινούν γραπτά εταίροι ή μέτοχοι, στους οποίους ανήκει κατά πλειοψηφία το καταβεβλημένο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο της επιχειρήσεως, γ. επικυρωθούν από το Εφετείο της έδρας της επιχειρήσεως, με απόφαση εκδιδόμενη κατά τη διαδικασία των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, ύστερα από αίτηση της επιχειρήσεως ή ενός τουλάχιστον από τους συμβεβλημένους πιστωτές ή το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως, τις Τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχειρήσεως. Με τη διάταξη αυτή καθορίζονται όχι μόνο οι προϋποθέσεις, αλλά και ο κύκλος των μη συμβληθέντων προσώπων, που δεσμεύονται από τη συμφωνία ρυθμίσεως ή περιορισμού των χρεών μιας επιχειρήσεως από αυτές που υπάγονται στο άρθρο 5 παρ.1 περ. α', β', γ' και δ'του Ν.1386/1983. Τα δεσμευόμενα πρόσωπα είναι πιστωτές, που εκπροσωπούν, κατ'ανώτατο όριο, το 40% των απαιτήσεων, που εμφανίζονται στα βιβλία και στον τελευταίο ισολογισμό της επιχειρήσεως. 'Επεται, συνεπώς, ότι η συνομολογηθείσα ρύθμιση δε δεσμεύει κατ'αρχήν τους πιστωτές, που η ύπαρξη τους δεν προκύπτει από τα βιβλία και τον τελευταίο ισολογισμό, πολύ δε περισσότερο, δε δεσμεύει εκείνους, οι απαιτήσεις των οποίων γεννήθηκαν μετά την επικύρωση της συμφωνίας ρυθμίσεων ή περιορισμού χρεών. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών και την προφανή νομοθετική σκοπιμότητά τους, προκύπτει ότι, εάν η (υπερχρεωμένη) επιχείρηση συμφωνήσει με πιστωτές της τον περιορισμό των χρεών της κατά τους όρους και υπό τις προϋποθέσεις του Νόμου, επικυρωθεί δε η σχετική συμφωνία από το αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), αφ'ενός μεν η συμφωνία δεσμεύει και τους τυχόν αντιταχθέντες σ'αυτή και τους μη μετασχόντες στη σύμβαση και στη δίκη πιστωτές, αφετέρου δε οι αντίστοιχες απαιτήσεις των πιστωτών αποσβύνονται οριστικώς και ex lege κατά το πέραν του περιορισμού μέρος αυτών. Αναβίωση δε των απαιτήσεων, κατά το αποσβεσθέν μέρος αυτών δεν επέρχεται παρά μόνον αν στη συμφωνία για τον περιορισμό τους έχει διαληφθεί διαλυτική αίρεση, η οποία στη συνέχεια πληρούται, ή αν με νόμιμο τρόπο ακυρωθεί η συμφωνία ή εξαφανισθεί η επικυρωτική αυτής δικαστική απόφαση. Τέλος από την αντιδιαστολή των διατάξεων του ν.δ. 3077/1954 προς εκείνες του άρθρου 44 παρ.1 του ν.1892/1990 προκύπτει ότι στις ρυθμίσεις του τελευταίου υπήγετο και η εναγομένη και με την έννοια αυτή δεσμευόταν από την επικυρωθείσα συμφωνία των πιστωτών για περιορισμό των χρεών της αναιρεσίβλητης, μεταξύ των οποίων και η αξίωση της εναγομένης από τα δικαιώματά της αποθηκεύσεως, προσδιοριζόμενη με βάση τον εν λόγω περιορισμό. Με τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση κατ'εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 44 παρ.1 του ν. 1892/1990, με αξιολογούμενες ως ανεπαρκείς κατά τούτο αιτιολογίες, (α) υπολόγισε την οφειλή της ενάγουσας προς την αρχικώς εναγομένη, σε εκτέλεση της επικυρωθείσης συμφωνίας των πιστωτών, με βάση τον περιορισμό, κατά την αυτή συμφωνία, των οφειλών της ενάγουσας προς τις πιστώτριες τράπεζες και τον προσδιορισμό τους σε ορισμένο χρηματικό ποσό, δοθέντος ότι, κατά τις παράλληλα αντιφατικές παραδοχές της, τα χορηγηθέντα από τις τελευταίες και εξασφαλισμένα με ενέχυρο δάνεια αποτελούσαν απλώς την βάση, ως τεκμήριο αξίας, για τον καθορισμό της συνομολογηθείσης σε ποσοστό 0,3% αξιώσεως της αρχικώς εναγομένης από τα δικαιώματά της αποθηκεύσεως, αντί εκείνης που προέκυπτε με βάση τα αρχικά ποσά του δανείου, με περιορισμό της στη συνέχεια κατά το ποσοστό που οριζόταν στην επικυρωθείσα συμφωνία των πιστωτών, εκτός αν στην τελευταία περίπτωση εξάγεται έλασσον χρηματικό ποσό, οπότε η αναιρεσείουσα δεν θα διέθετε το απαιτούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον (ΚΠολΔ, 68,73), πλην τούτο δε προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και (β) συνυπολόγισε, ως υπαγόμενο στο πεδίο εφαρμογής της επικυρωθείσης με την 6746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και διατυπούμενης στο από 13-5-2002 ιδιωτικό έγγραφο της συμφωνίας των πιστωτών και εντεύθεν αποτελούν αχρεώστητη καταβολή και το ποσό των 203.584,00 ευρώ, το οποίο, κατά τα παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καταβλήθηκε από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη στην αρχικώς εναγομένη κατά το από 1-1-2000 έως 16-7-2002 χρονικό διάστημα, πριν από την επικύρωση στις 16-7-2002 με την 6746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών της από 13-5-2002 συμφωνίας των πιστωτών, διαλαμβάνοντας στις αιτιολογίες της "(βλ. σχετικές έξι (6) αποδείξεις εισπράξεως που αφορούν καταβολές προγενέστερες της αποφάσεως του Εφετείου και του ιδιωτικού συμφωνητικού ρυθμίσεως των χρεών της ενάγουσας)", σε (μερική) απόσβεση της κατ'εκείνον τον χρόνο οφειλής της, δοθέντος ότι η ρύθμιση του άρθρου 44 του ν.1892/1990 αναφέρεται σε υφιστάμενα χρέη, κατά τις βάσιμες περί τούτου (με στοιχ.β) προβαλλόμενες με τον πρώτο και τρίτο κατά σειρά λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 44 παρ.1 του ν.1892/1990. Η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτών αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πληττόμενη δι' αυτών απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και τούτο παρά το γεγονός ότι με την επελθούσα με το 12 παρ.4 του ν.4055/2012 αντικατάσταση της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ απαλείφθηκε από την εν λόγω διάταξη η φράση παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση "- ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές". Εκτιμάται ότι πρόκειται για παράλειψη, η οποία οφείλεται σε παραδρομή του νομοθέτη του ν.4055/2012, αν ληφθεί υπόψη και ο επιδιωκόμενος δι'αυτού σκοπός της δίκαιης δίκης και εύλογης διάρκειας αυτής, κατά τον ομώνυμο αυτού τίτλο, ο οποίος αναιρείται από τον αποκλεισμό της δικονομικής αυτής δυνατότητας, και με την έννοια αυτή κρίνεται δικαιολογημένη η διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία κατά τούτο της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β ΚΠολΔ και η διατήρηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2474/30-4-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ