ΑΡΙΘΜΟΣ 1460/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πορφύρη, περί αναιρέσεως της 8054/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΔΕΛΤΑ Α.Ε." και ήδη μετονομασθείσα σε "VIVARTIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ" με τον διακριτικό τίτλο "VIVARTIA A.B.E.E.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Παπαστεφανάκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαϊου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 874/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν, ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου, ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει η εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζει πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (Ολ. ΑΠ 1096/76 5, 6/2006). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του βασίμου ή μη του προβαλλομένου αναιρετικού λόγου, η ποινική δίωξη για την έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών, ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος κατόπιν της από 24-2-2000 εγκλήσεως της εις την Αθήνα εδρεύουσα Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπουμένης, έγκληση, η οποία υπογράφηκε και υποβλήθηκε από τον Ψ1, υπάλληλο - λογιστή της εγκαλούσης, ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε προς τούτο, αλλά και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, με το από 20-12-1999 πρακτικό του Δ.Σ. αυτής (εγκαλούσης). Ο εν λόγω πληρεξούσιος με την έγκληση συνυπέβαλε, εκτός των άλλων, απόσπασμα πρακτικών της από 20-12-1999 συνεδριάσεως του Δ.Σ. της εγκαλούσης, το υπ' αριθμ. 6768/18.8.1999 ΦΕΚ (Τέλος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης), όπου καταχωρείται η ανακοίνωση περί της νομίμου εκπροσωπήσεως της εταιρείας καθώς και αντίγραφο του κωδικοποιημένου καταστατικού της εταιρείας. Από το προαναφερόμενο πρακτικό που προσκομίζεται σε ακριβές απόσπασμα, προκύπτει, ότι το Δ.Σ. της ανωτέρω Α.Ε. κατά τη συνεδρίασή του της 20-12-1999 στην οποία συμμετείχαν ο Πρόεδρος του Δ.Σ. ......, ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος ..... και ο Σύμβουλος ....., ομοφώνως αποφασίζει και δηλώνει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του Χ1 και για το λόγο αυτό εξουσιοδοτεί τους δύο πρώτους καθώς και τον Ψ1, ώστε αυτοί, ενεργώντας είτε από κοινού είτε και ατομικώς ο καθένας, υποβάλουν εγκλήσεις κατά τον ανωτέρω για έκδοση των καθοριζομένων τριών ακάλυπτων επιταγών και να δηλώσουν ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέως, ότι η εγκαλούσα παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Εξ άλλου, στο επισυναφθέν στην άνω δήλωση καταστατικό της εταιρείας και δη στο άρθρο 20 ορίζονται τα εξής: "Το Δ.Σ. έχει τη διοίκηση της εταιρικής περιουσίας και την εκπροσώπηση της εταιρείας... 2)... 3) Το Δ.Σ. μπορεί αποκλειστικά και μόνο εγγράφως να αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του (εκτός από αυτές που αποτελούν συλλογική ενέργεια), καθώς και την εκπροσώπηση της εταιρείας σε ένα η περισσότερα πρόσωπα μέλη τους ή όχι, καθορίζονται συγχρόνως και την έκταση αυτής της ανάθεσης... ". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την περί απαραδέκτου την ποινικής διώξεως ένσταση του αναιρεσείοντος, λόγω μη νομίμου υποβολής της εγκλήσεως, διότι, κατ' αυτόν, ο υποβαλών την έγκληση και δηλώσας παράσταση πολιτικής αγωγής Ψ1, υπάλληλος της εγκαλούσης εταιρείας, δεν ήταν καταστατικό όργανο αλλ' απλώς εντολοδόχος της τελευταίας και ως εκ τούτου έπρεπε το πρακτικό του Δ.Σ. αυτής (εταιρείας), να φέρει βεβαίωση περί της γνησιότητος των υπογραφών των μελών αυτού (Δ.Σ.), δεν υπερέβη την εξουσία του καιο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, αφού ο υποβαλών την έγκληση τρίτος, ενήργησε ως καταστατικό όργανο και όχι ως εντολοδόχος της εγκαλούσης. Το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 (οπισθογράφηση, λόγω πληρεξουσιότητας), ορίζει ότι: "οσάκις η οπισθογράφησις περιέχει την μνείαν "αξία εις κάλυψιν", "προς είσπραξιν", "κατά πληρεξουσιότητα" ή πάσαν άλλην μνείαν ενέχουσαν απλήν εντολήν, ο κομιστής δύναται ν' ασκήσει πάντα τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα, αλλά δεν δύναται να οπισθογραφήσει αυτήν ει μη λόγω πληρεξουσιότητος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφόσον ο τίτλος περιέχει μία από τις πιο πάνω ρήτρες η παράδοση (οπισθογράφηση) επιταγής σε τράπεζα, η οποία δεν είναι πληρώτρια, γίνεται προς είσπραξη και η συνδέουσα τον οπισθογράφο, λόγω πληρεξουσιότητας, με τον υπερού η οπισθογράφηση έννομη σχέση δεν αποτελεί σχέση εξ επιταγής, αλλά σχέση εντολής του κοινού δικαίου. Η εν λόγω οπισθογράφηση δεν συνεπάγεται μεταβίβαση της κυριότητος επί του τίτλου ούτε μεταβίβαση των εξ επιταγής δικαιωμάτων και η επιφορτισμένη με την είσπραξη της επιταγής εντολοδόχος τράπεζα υποχρεούται έναντι του εντολέως να την εμφανίσει προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα εντός της νόμιμης προθεσμίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλομένη για υπέρβαση εξουσίας, διότι δεν ενομιμοποιείτο στην υποβολή της εγκλήσεως και σε παράσταση πολιτικής αγωγής η αναιρεσίβλητη, δοθέντος ότι αυτή δεν ήταν τελευταία κομίστρια της υπ' αριθμ. ...... επιταγής, αλλ' εξ αναγωγής υπόχρεη προς πληρωμή (τελευταία κομίστρια ήταν η τράπεζα CITIBANK) και το δικαστήριο θα έπρεπε να παύσει την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη και όχι να χωρήσει στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως και περαιτέρω να κάνει δεκτή την παράσταση πολιτικής αγωγής. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πιο πάνω επιταγής, αυτή εκδόθηκε στον Πειραιά από την ΜΕΓΑ ΤΡΑΣΤ Α.Ε. εις διαταγής της ..... στις 18.11.1999 και η τελευταία με λευκή οπισθογράφηση την μεταβίβασε στον αναιρεσίβλητο, η οποία με τη σειρά της την κατέθεσε στην CITIBANK N.A. με την ρήτρα "αξία προς είσπραξη". Με βάση αυτά που προαναπτύχθηκαν στην οικεία πιο πάνω μείζονα νομική σκέψη, κομιστής της εν λόγω επιταγής και δικαιούχος των εξ αυτής απορρεόντων δικαιωμάτων είναι η αναιρεσίβλητη εταιρεία και όχι η CITIBANK N.A., η οποία, ενεργούσε ως εντολοδόχος της εγκαλούσης, ήταν επιφορτισμένη μόνο με την είσπραξη της επιταγής από την πληρώτρια τράπεζα και την εν συνεχεία πίστωση του εισπραχθησομένου ποσού στον εις αυτήν τηρούμενο λογαριασμό της εγκαλούσης. Επομένως εις την υποβολή της εγκλήσεως και σε δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής ενομιμοποιείτο η τελευταία εταιρεία (εγκαλούσα) και όχι η CITIBANK N.A. Εντεύθεν ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Απορριπτομένων αμφοτέρων των λόγων και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικής εναγούσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-5-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8054/06 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ