Αριθμός 203/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Χ1 και 2) Χ2 , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 291/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 59 του ΚΠοινΔ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005 (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη, κατά δε την παράγραφο 2 αυτού "Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, αν γι ατο γεγονός, για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε η καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ. 1 εδ. β'), αναβάλλει με πράξη την κάθε περαιτέρω ενέργεια ως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών. Από τη νέα αυτή διάταξη με την οποία επιχειρήθηκε να εξαλειφθεί το φαινόμενο του ανοίγματος σειρά δικών με αφορμή την αρχική δίκη και των αλλεπάλληλων αναβολών μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της κύριας δίκης με την εντεύθεν ταλαιπωρία των διαδίκων αλλά και την επιβάρυνση των Ποινικών Δικαστηρίων (βλ. Αιτιολογική έκθεση, άρθρο 6), προκύπτει, ότι για να αναβληθεί η ποινική δίκη λόγω ύπαρξης προδικαστικού ζητήματος, σύμφωνα με το άρθρο 59 ΚΠοινΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο, υποχρεωμένο να συμμορφωθεί με την επιταγή του άρθρου 59, δεν έχει τη δυνατότητα να μην την εφαρμόσει, υποπίπτοντας διαφορετικά στο λόγο αναίρεσης από το το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, πρέπει, στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για το γεγονός για το οποίο δόθηκε ο όρκος ή έγινε η καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος. Έτσι, δεν εμπίπτει στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 59 του ΚΠοινΔ και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αναβάλλει την δίκη για ψευδορκία μάρτυρος μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης άλλης εκκρεμούς ποινικής δίκης, όταν τα φερόμενα ως ψευδή περιστατικά κατατέθηκαν από τον κατηγορούμενο για ψευδορκία μάρτυρα, κατά την ένορκή εξέτασή του στον ανακριτή π.χ. ως μάρτυρα υπεράσπισης στα πλαίσια εκκρεμούς αξιόποινης πράξης για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, μέχρι α εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της δίκης εκείνης, ενώ η δυνητική κατ' άρθρο 349 παρ. 1 εδ. ια' του ίδιου Κώδικα αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων απόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για την οποία απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της απόφασης απόρριψης του σχετικού αιτήματος, με την αναγκαία, όμως, προϋπόθεση ότι το αίτημα αναβολής είναι ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των ταυταρίθμων με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ζήτησε από το Δικαστήριο να εμμείνει στην 8555/2004 (προηγούμενη) παρεμπίπτουσα απόφασή του, με την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της κατ' αυτού ασκηθείσας κατηγορίας για ψευδορκία μάρτυρος, πράξη φερομένη ως τελεσθείσα από αυτόν κατά την εξέτασή του από τον 5ο ανακριτή, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της έφεσης που είχε ασκήσει η σύζυγος του αναιρεσείοντος κατά της 2383/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών που καταδίκασε την τελευταία για κακουργηματική υπεξαίρεση. Το Τριμελές, όμως, Εφετείο με την προσβαλλόμενη 12/2006 απόφασή του ανακάλεσε τόσο την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του, όσο και την με το αυτό περιεχόμενο 4646/2005 επίσης παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία είχε εμμείνει στην πρώτη και διέταξε την πρόοδο της δίκης διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του την εξής αιτιολογία: "Το παρόν δικαστήριο δεν κρίνει ότι για την εκδίκαση της παρούσας κατά του κατηγορουμένου κατηγορίας είναι αναγκαίο να εκδοθεί προηγουμένως απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, καθόσον η απόφαση αυτή, δεν κρίνεται ότι αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για την παρούσα υπόθεση". Έτσι κρίνοντας το Τριμελές Εφετείο, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον κατά τα προαναφερθέντα δεν συνέτρεχε περίπτωση υποχρεωτικής αναστολής κατ' άρθρο 59 του ΚΠοινΔ και είναι εντεύθεν, απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' κατ' εκτίμηση του δικογράφου λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα. ΙΙ.- Απορριπτέος, επίσης, είναι και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' λόγος με τον οποίο προσδίδεται η πλημμέλεια, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου του αιτήματος αναβολής της δίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών επί της έφεσης που άσκησε η σύζυγός του κατά την πρωτόδικη απόφαση που την καταδίκασε για κακουργηματική υπεξαίρεση. Και τούτο διότι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει εμπεριστατωμένα την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, αφού, όπως από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει, δεν είχε υποβληθεί ορισμένως τέτοιο αίτημα με την επίκληση πραγματικών περιστατικών που να δικαιολογούσαν την αναβολή. ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον τριών μηνών, όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση πραγματικά περιστατικά που είναι ψευδή, ή να αρνηθεί ή να αποκρύψει την αλήθεια, ενώ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Εξ άλλου έλλειψη της, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. Επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν όμως όπως προαναφέρθηκε λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 12/2006 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα σ' αυτή κατά το είδους τους αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 13 Μαϊου 1998 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα. Συγκεκριμένα, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ενώπιον του Ανακριτού του 5ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως μάρτυρας υπερασπίσεως της συζύγου του .... , κατηγορουμένης για την πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος που απεδίδετο σ' αυτήν ότι τέλεσε σε βάρος της εργοδότριάς της εταιρείας "... ΕΠΕ", κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι η σύζυγός του, που ήταν ταμίας στο κατάστημα της παραπάνω εταιρείας (......όλα τα ποσά τα περνούσε στις κόλλες, δεν έκανε άθροιση σε κάποιο ποσό, το οποίο όμως το παρέδιδε μαζί με τις κόλλες στους Χ1 και Χ2 (σ.σ. που είναι οι ήδη μηνυτές)...., σε κάποιο ποσό από όλα όσα περνούσε στις κόλλες δεν το άθροιζε, αλλά το παρέδιδε στο τέλος μαζί με τις κόλλες....και δεν κρατούσε κανένα ποσό από αυτά....", ενώ γνώριζε πολύ καλά ότι η σύζυγός του δεν είχε δώσει ποτέ στους μηνυτές ή σε έναν από αυτούς (που ήταν μαζί με άλλους συνεταίροι στην παραπάνω εταιρεία) οποιοδήποτε ποσό από το ταμείο της. Επίσης, κατέθεσε ότι ".....ο κος Χ1 πίεζε τη γυναίκα μου να υπογράψει ότι πήρε τα χρήματα και της έλεγε ότι θα τα βρούμε μετά", ενώ γνώριζε πολύ καλά ότι ποτέ δεν έκανε παρόμοιες προτάσεις στη σύζυγό του ο μηνυτής Χ1, ούτε οποιοσδήποτε άλλος συνεταίρος". Τα παραπάνω σαφώς προκύπτουν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ενισχύονται δε και από το γεγονός ότι η σύζυγος του κατηγορουμένου είχε συλληφθεί επ' αυτοφόρω και είχε προσαχθεί στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα, για υπεξαίρεση, σε βάρος της εν λόγω εταιρίας, β) ότι ο κατηγορούμενος όταν προσήλθε στο Αστυνομικό Τμήμα, όπου κρατείτο η σύζυγός του, έφερε μαζί του βιβλιάριο καταθέσεων, και πρότεινε στους μηνυτές "να τα βρούνε". Η σύζυγός του, εξ άλλου, με την οποία ζούσαν αρμονικά, κατέθεσε στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι "πήγαινε στο Καζίνο Λουτρακίου και κάποια φορά μπορεί και να έπαιξαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ερετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ψευδορκίας μάρτυρα και του επέβαλε την ποινή των έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς, επίσης, τις σκέψεις για την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στη προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ που εφήρμοσε. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του και συγκεκριμένα στην αρχή του σκεπτικού αυτής κατά κατηγορίες τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για να ασχηματίσει την παραπάνω καταδικαστική κρίση του, και δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας του να αναφέρει κάθε ένα αποδεικτικό μέσο χωριστά ως και ποία παραδοχή προκύπτει από το καθένα από αυτά χωριστά. Αιτιολογείται πλήρως η απαιτούμενη προς θεμελίωση του άμεσου δόλου γνώση του ψευδούς των από τον αναιρεσείοντα κατατιθεμένων με τις παραδοχές ότι "κατά την μετάβασή του στο αστυνομικό τμήμα, όπου κρατείτο η σύζυγός του με την οποία ζούσε αρμονικά έφερε μαζί του βιβλιάριο καταθέσεων και πρότεινε στους μηνυτές να τα βρούνε". Συνακόλουθα, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη (κύρια) απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις α) ότι δεν αναφέρονται ειδικά τα αποδεικτικά μέσα στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την παραπάνω κρίση του και β) ότι δεν αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ενώ ως απαράδεκτη, πρέπει, ν' απορριφθεί η υπό την επίκληση του ίδιου λόγου αιτίαση ότι "εσφαλμένα το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα στο κατηγορητήριο γεγονότα, παρά το ότι στις απολογίες του τόσο στον ανακριτή, όσο και στο Εφετείο κατέθεσε ότι "αυτά τα γνώριζε από διήγηση και μόνο της συζύγου του-κατηγορουμένης, χωρίς οι μηνυτές να αμφισβητήσουν με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο τον ισχυρισμό του αυτό", διότι μ' αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. IV.- Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει, ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του .... για αναιρεση της υπ' αριθμ. 12/2006 απόφασης του τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για πλημμελήματα). Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2006. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 6 Φεβρουαρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ