Αριθμός 1090/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ./Ξ. Μ. Σ. - Μ. «Α., που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Στεφάνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Γεωργιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/2015 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου. Εκδόθηκε η 53/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/9/2017 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 105/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τη προσδιορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η από 29.9.2017 αίτηση αναίρεσης, ύστερα από την έκδοση της με αριθμό 105/2022 πράξης του Προέδρου του παρόντος πολιτικού τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Η αίτηση με την οποία προσβάλλεται η με αριθμό 53/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία εκδίκασης διαφορών από δημόσια έργα, είναι παραδεκτή καθόσον ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 8.9.2015 προσφυγή/αγωγή της, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, η ήδη αναιρεσείουσα κοινοπραξία εξέθετε ότι δυνάμει του από 9.11.2012 εργολαβικού συμφωνητικού ανέλαβε ως ανάδοχος το έργο με τίτλο " Χώρος υγειονομικής ταφής απορριμάτων Δήμου ..., αντί εργολαβικού ανταλλάγματος 2.173.425 ευρώ, και ότι λόγω εξωγενών προβλημάτων που παρουσιάστηκαν κατά την εκτέλεση του έργου και κατέστησαν αδρανές το εργοτάξιό της, υπέστη τις θετικές ζημίες που ανέφερε στην αγωγή της, για τις οποίες ζήτησε από την καθής η προσφυγή/εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) κυρία του έργου, την αναγνώριση οφειλής ισόποσης αποζημίωσης. Ότι μετά την τήρηση της νόμιμης προδικασίας του ν. 1418/1984 άσκησε εμπρόθεσμα την παραπάνω προσφυγή/αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί (μετά νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος με την τροπή του εν όλω σε αναγνωριστικό) ότι η καθής η προσφυγή/εναγομένη ανώνυμη εταιρεία της οφείλει ως αποζημίωση για τις θετικές της ζημίες το συνολικό χρηματικό ποσό των 153.196,96 ευρώ. Επί της υπόθεσης εκδόθηκε η με αριθμό 53/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία αφού έκρινε την προσφυγή παραδεκτή και νόμιμη, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1§1 και 3, 2§1 και 3 εδ. δ' του ν. 1418/1984 και ήδη το άρθρο 1 του Ν. 3669/2008, με τον οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο όλες οι κείμενες διατάξεις που αφορούν στην κατασκευή των δημοσίων έργων, συνάγεται, ότι τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της Χώρας, που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της Χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού, εκτελούμενα από φορείς του δημόσιου τομέα, που αναφέρονται στην §1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, μεταξύ των οποίων είναι και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Οι διατάξεις του νόμου αυτού (1418/1984 και ήδη ν. 3669/2008) εφαρμόζονται ανεξαιρέτως, σε όλα τα έργα, που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους ανωτέρω φορείς. Η υπαγωγή μιας συμβάσεως έργου υπό το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς των διατάξεων του ν. 1418/1984, όπως αυτός ισχύει μετά τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις, αλλά και του π.δ. 609/1985, προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, ότι το αντικείμενο αυτής συνίσταται στην εκτέλεση δημοσίου έργου, όπως το εννοιολογικό αυτού περιεχόμενο προσδιορίζεται ανωτέρω, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ο χαρακτηρισμός της (οικείας εργολαβικής) συμβάσεως ως διοικητικής ή μη. Ο χαρακτηρισμός αυτός απλώς προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου (διοικητικού ή πολιτικού) προς επίλυση των εκ της εργολαβίας διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 ( ΑΠ 1038/2019, ΑΠ 845/2009, ΑΠ 1499/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 192/2019) . Στην τελευταία δε, περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Περαιτέρω, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης (ΑΠ 623/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει, ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει, όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 156/2018,ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 929/2014). Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει της από 9.11.2012 σύμβασης κατασκευής δημοσίου έργου που καταρτίστηκε μεταξύ της καθής η προσφυγή-κυρίας του έργου, και της προσφεύγουσας-αναδόχου του έργου, η καθής η προσφυγή ανέθεσε στην προσφεύγουσα κοινοπραξία την εκτέλεση του έργου "Χώρος υγειονομικής ταφής απορριμμάτων Δήμου ..., αντί εργολαβικού ανταλλάγματος 1.873.642 ευρώ, πλέον του ποσού των 299.783 ευρώ για ΦΠΑ. Με το άρθρο 7 της σύμβασης ρητώς ορίστηκε, ότι η σύμβαση διέπεται από τον "Κανονισμό ανάθεσης και εκπόνησης μελετών και ανάθεσης και εκτέλεσης έργων της εταιρείας ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ", όπως τροποποιημένος ισχύει σήμερα, και κατά τα λοιπά, ως τα συμβατικά τεύχη ορίζουν. Περαιτέρω, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε και η ειδική συγγραφή υποχρεώσεων με τους καθοριζόμενους λεπτομερείς όρους της σύμβασης μεταξύ των οποίων και ο όρος 5.3 και 5.3.1 που ορίζουν τα ακόλουθα: "Πριν την έναρξη κατασκευής του έργου, ο ανάδοχος οφείλει να ειδοποιήσει εγγράφως την Αρχαιολογική Υπηρεσία, σύμφωνα και με τους σχετικούς περιβαλλοντολογικούς όρους. Επειδή υπάρχει πιθανότητα συνάντησης αρχαιολογικών ευρημάτων και ανάλογα με το είδος των εργασιών που πρόκειται να εκτελεστούν στη σχετική περιοχή, είναι δυνατόν ο ανάδοχος να υποχρεωθεί να εκτελέσει διερευνητικές τομές ή άλλου είδους ερευνητικές εργασίες, δηλαδή ανασκαφικό έργο, ύστερα από εντολή της Υπηρεσίας... Αν κατά τις ερευνητικές τομές ή την πρόοδο των εργασιών διαπιστωθεί η ύπαρξη αρχαίων -οποιασδήποτε ηλικίας- τότε, πέραν της ειδοποιήσεως της επιβλέψεως και της αρμόδιας Εφορίας Αρχαιοτήτων επισημαίνεται ότι οι σχετικές εργασίες θα γίνουν υπό την παρακολούθηση και με τη συμμετοχή της Εφορίας Αρχαιοτήτων. ...Ο ανάδοχος δεν θα δικαιούται πρόσθετης αποζημίωσης για σταλίες μηχανημάτων και συνεργείων και άλλες συνέπειες από την καθυστέρηση της βραδείας προόδου των ανασκαπτικών εργασιών". Περαιτέρω, με το άρθρο 20 της άνω ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων ορίστηκε ότι "Κάθε διαγωνιζόμενος σε περίπτωση ανάδειξής του ως αναδόχου του έργου, αναλαμβάνει τον κίνδυνο της δαπάνης κάθε τυχόν απολυμένου (νεκρού) χρόνου για την παράκαμψη των εμποδίων που ενδεχομένως να ανακύπτουν στην προγραμματισμένη υλοποίηση του έργου". Εξάλλου, η σύμβαση των διαδίκων καθορίζεται και από το "Τιμολόγιο Μελέτης", στο οποίο καθορίζονται οι τιμές μονάδος των εργασιών που είναι απαραίτητες για την ολοκλήρωση του έργου. Στις τιμές μονάδας, σύμφωνα με τον όρο 1.1.13 περιλαμβάνονται και οι δαπάνες από επιβεβλημένες καθυστερήσεις, μειωμένες αποδόσεις και μετακινήσεις μηχανημάτων και προσωπικού, που είναι πιθανόν να προκύψουν από τυχόν εμπόδια στο χώρου του έργου (όπως αρχαιολογικά ευρήματα κλπ). Περαιτέρω, πλήρως προέκυψε, ότι μετά την ανάληψη στου έργου από την προσφεύγουσα, δημιουργήθηκαν εμπόδια στην ολοκλήρωση του έργου, λόγω της ύπαρξης σε σημεία του χώρου διαφόρων στοών και πέτρινων κατασκευών, για τα οποία ενημερώθηκε η αρχαιολογική υπηρεσία, η οποία και θα προέβαινε σε ενέργειες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των κατασκευών αυτών. Έτσι τον Μάρτιο του 2013 έγινε αυτοψία από την αρμόδια υπάλληλο της ΚΑ Εφορίας Αρχαιοτήτων, η οποία με το με αριθμό 2953/1.4.2013 έγγραφό της επεσήμανε την ύπαρξη στοών στο βόρειο τμήμα του κυττάρου, πέτρινες κατασκευές στο νότιο και στο ανατολικό τμήμα του κυττάρου, και ζήτησε να μην εκτελεστούν εργασίες στις περιοχές αυτές και να συνταχθεί τοπογραφικό που να απεικονίζει τη θέση τους, ώστε να διαφυλαχθούν οι είσοδοι των στοών, κοινοποιώντας παράλληλα το έγγραφό της στην Εφορία Νεότερων Μνημείων. Ακολούθως, η Εφορία Νεότερων Μνημείων με το με αριθμό 45985/6833/2121/5.6.2013 έγγραφό της, ζήτησε να της κοινοποιηθεί η μελέτη του έργου. Στις 8.11.2013 προσήλθε στο εργοτάξιο η αρμόδια αρχαιολόγος και ξεκίνησαν οι εργασίες όρυξης της ανατολικής πλευράς και παράλληλα ξεκίνησε η διαδικασία πρόσληψης του εργατικού προσωπικού και τοπογράφου μηχανικού από την πλευρά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας....Επομένως, πλήρως προκύπτει, ότι η προσφεύγουσα καθυστέρησε να ολοκληρώσει το ανατεθέν σ' αυτή έργο, λόγω της εμπλοκής της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και της γραφειοκρατικής διαδικασίας που έπρεπε να ακολουθηθεί ως προς τον χαρακτηρισμό των πέτρινων κατασκευών ως μνημείων άξιων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος ή μη, γεγονός που συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, με αποτέλεσμα η προσφεύγουσα να ζημιωθεί από την καθυστέρηση αυτή, ως προς τις σταλίες μηχανημάτων και ως προς την αλλαγή του τρόπου εξόρυξης. Ομοίως, συνομολογείται ότι μέρος τουλάχιστον των κατασκευών αυτών ήταν ορατές εξ αρχής, χωρίς να χρειασθούν ανασκαπτικές εργασίες για την εμφάνισή τους. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το άρθρο 5.3.1 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων κατά το οποίο δεν δικαιούται πρόσθετης αποζημίωσης για σταλίες μηχανημάτων, συνεργείων και άλλες συνέπειες, αφορά μόνο στη περίπτωση εμφάνισης ευρημάτων λόγω των ανασκαπτικών εργασιών, και όχι στην περίπτωση που τα ευρήματα ήταν αρχικά ορατά, όπως στη προκειμένη περίπτωση και η καθής, ως κυρία του έργου, όφειλε να της αποδώσει το χώρο ελεύθερο από κάθε εμπόδιο. Αντίθετα, η καθής ισχυρίζεται ότι από την καταρτισθείσα σύμβαση και τους προσθέτους όρους αυτής, σαφώς προκύπτει ότι οι κίνδυνοι ζημίας που είναι δυνατόν να προκληθούν από την εμπλοκή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας επιρρίπτονται στην προσφεύγουσα-ανάδοχο και ουδεμία αποζημίωση οφείλει ενώ η υποχρέωσή της να παραδώσει το χώρο ελεύθερο αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς και όχι τα ευρήματα που αφορούν στην αρχαιολογική και πολιτιστική κληρονομία της χώρας. Κατόπιν των ισχυρισμών των διαδίκων το Δικαστήριο κρίνει, ότι ο ανωτέρω όρος της σύμβασης είναι σαφής και αφορά αρχαιολογικά ευρήματα που ανακαλύπτονται κατά τη διάρκεια των ανασκαπτικών εργασιών και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, ενώ δεν αφορά κατασκευές ορατές εκ των προτέρων. Όμως, εκτός του ανωτέρω άρθρου που αφορά στα αρχαιολογικά ευρήματα, η σύμβαση περιέχει, όπως εκτέθηκε, και το άρθρο 20 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων, με το οποίο ορίστηκε, ότι ο προσφεύγων ανέλαβε τον κίνδυνο της δαπάνης κάθε τυχόν νεκρού χρόνου για την παράκαμψη των εμποδίων που ενδεχομένως ανακύπτουν στην προγραμματισμένη υλοποίηση του έργου και η εμπλοκή της αρχαιολογικής υπηρεσίας συνιστά τέτοιο εμπόδιο. Επομένως, με βάση τον ανωτέρω γενικό όρο της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, ο προσφεύγων δεν δικαιούται αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες που υπέστη λόγω του άνω όρου της σύμβασης. Άλλωστε και με βάση το άρθρο 698 του ΑΚ που αναφέρεται στην εξ ανωτέρας βίας αδυναμία αποπερατώσεως του έργου, τον κίνδυνο από την καθυστέρηση αυτή, μετά την παράδοση σ' αυτόν του έργου, φέρει ο εργολάβος και όχι η κυρία του έργου -καθής. Επομένως, μετά τα όσα εκτέθηκαν, προέκυψε ότι η προσφεύγουσα με βάση τους άνω συμφωνημένους όρους της σύμβασης, της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων και του τιμολογίου μελέτης δεν δικαιούται αποζημίωσης για τις σταλίες των μηχανημάτων της και των συνεργείων της, καθώς και για όποια άλλη ζημία προήλθε από την εμπλοκή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και τη σημαντική καθυστέρηση του έργου, εξαιτίας της εμπλοκής αυτής, παρέλκει δε η έρευνα της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους της καθής και η κρινόμενη προσφυγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα κοινοπραξία, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτει στην προσβαλλομένη, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κατά τη διαπίστωση της έννοιας του όρου 5.3.1 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων της ένδικης εργολαβικής σύμβασης, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, αφενός μεν, δεν διαπίστωσε έστω και έμμεσα, κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς το σαφές περιεχόμενο του άρθρου/όρου 5.3.1 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων, αφετέρου δε, δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ανυπαρξία δικαιώματος αποζημίωσης για τις θετικές ζημίες που επικαλέσθηκε η ανάδοχος, στο παραπάνω όρο, και δη στο ζήτημα της καθυστέρησης της προόδου των εργασιών εξ αιτίας αρχαιολογικών ευρημάτων (ορατών αρχήθεν ή που ανέκυψαν κατά τη πρόοδο των εργασιών), αλλά στο άρθρο 20 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων, αποτελούσης τμήμα της σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο η ανάδοχος θα αναλάμβανε τον κίνδυνο δαπάνης κάθε τυχόν νεκρού χρόνου για την παράκαμψη των εμποδίων που ενδεχομένως θα ανέκυπταν στη προγραμματισμένη υλοποίηση του έργου, και δέχθηκε ότι τέτοιο εμπόδιο υπήρξε όχι η εμφάνιση των αρχαιολογικών ευρημάτων αυτών καθεαυτών, αλλά η εμπλοκή της αρχαιολογικής υπηρεσίας στην διευθέτηση του ζητήματος. Εξ άλλου, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με σαφείς αιτιολογίες, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές κρίσεις αποφάνθηκε, ότι με βάση τον ανωτέρω όρο της σύμβασης (20ο όρο),η ανάδοχος δεν εδικαιούτο αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες που υπέστη και είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει την πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξ αιτίας αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, και κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, πλήττεται η προσβαλλομένη για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 698 του ΑΚ, ενώ δεν ήταν αυτή εφαρμοστέα (αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), σύμφωνα με την οποία τον κίνδυνο για τη καθυστέρηση της αποπεράτωσης του έργου έφερε ο εργολάβος και όχι η κυρία του έργου, καθής η προσφυγή. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, καθόσον πλήττει πλεοναστικές αιτιολογίες που διατυπώθηκαν κατά τη πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου, προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ της κύριας αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης, παρεκτός του ότι ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας δικαίου αναφέρθηκε διηγηματικώς, μη ιδρυομένου ως εκ τούτου, λόγου αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 εδ.Β ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσείουσας κοινοπραξίας, λόγω της ήττας της (αρθ. 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29.9.2017 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 53/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα κοινοπραξία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ